Δράση ή Αδράνεια; Αγώνας για Ελευθερία ή Θάνατος;

«…Ρίχτηκα στη δράση, γιατί έπρεπε να δράσω. Απ’ αυτό το γκρέμισμα είναι φυσικό να αρχίζει κάθε έργο. Αυτό το ξέρω και γι’ αυτό αρχίζω. Δεν με νοιάζει το τέλος· ξέρω πως πρέπει να αρχίσω απ’ αυτό και όλα τα άλλα είναι φλυαρίες και χαμένος καιρός. Όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις, οι διορθώσεις και οι βελτιώσεις είναι ανοησίες. Όσο πιο πολύ καλυτερεύεις και μεταρρυθμίζεις, τόσο το χειρότερο, γιατί δίνεις προσωρινά τεχνητή ζωή σε κάτι που πρέπει το δίχως άλλο να πεθάνει και να γκρεμιστεί. Δεν είμαι μεγαλοφυΐα και ούτε θέλω να γίνω· ξέρω όμως τι πρέπει να γίνει τώρα και αυτό κάνω. Και ‘σεις το ξέρετε δεν κάνετε όμως τίποτα’ άλλο από το να κλαψουρίζετε. Εμείς όμως δεν κλαίμε. Δρούμε…» Φ. Ντοστογιέφσκι.

Οι τακτικοί αναγνώστες της αρθρογραφίας μας, θα έχουν παρατηρήσει αρκετές φορές τον χαρακτηρισμό «βόθρος» που χρησιμοποιούμε για τον εθνικιστικό-πατριωτικό «χώρο». Είναι γεγονός αναντίρρητο ότι ο χώρος μας βρωμάει σαν ένα πολυκαιρισμένο νεκρό σώμα. Πάνω απ’ το σώμα αυτό έχουν μαζευτεί δεκάδες μύγες που τρέφονται απ’ τη σάρκα του και παλεύουν για να το αποσυνθέσουν πλήρως. Αν υποθέσουμε ότι στο σώμα αυτό έχουν απομείνει, ως εκ θαύματος, μερικά ζωντανά κύτταρα, τι πρέπει να κάνουν αυτά για να επιβιώσουν; Μπορούν άραγε να αναστήσουν ολόκληρο το σώμα; Σαφώς και όχι. Μπορούν μόνο να συνασπιστούν και να αποκοπούν απ’ το υπόλοιπο σάπιο κορμί, ώστε να γλυτώσουν απ’ τον βέβαιο θάνατο.

Έχουμε διαβάσει πολλές αναλύσεις επί αναλύσεων, τους τελευταίους μήνες, για την κατάντια στην οποία έχει περιέλθει αυτός ο χώρος που χαρακτηρίζεται απόλυτα, εκτός απ’ τη λέξη «βόθρος», και από το επίθετο «ανύπαρκτος». Στο παρόν άρθρο δεν θα αναλύσουμε για άλλη μια φορά τα αίτια αυτής της παρακμής, ούτε θα κάνουμε κριτική σε κανέναν. Θα απαντήσουμε μόνο σε ένα ιδεολογικό-φιλοσοφικό ερώτημα του χώρου. Μια αντίληψη, έναν τρόπο ζωής, που έχει διχάσει τα τελευταία χρόνια τους εκτός ΧΑ εθνικιστές, για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι.

Το δίλημμα αυτό, το οποίο καθορίζει και τις διάφορες συμμαχίες του χώρου, είναι το εξής:
Δράση ή Αδράνεια; Ακτιβισμός ή Απάθεια; Αγώνας για Ελευθερία ή εθελούσιος θάνατος;

Φυσικά θα αναρωτηθείτε, όσοι δεν γνωρίζετε, πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν εθνικιστές που να είναι υπέρ της αδράνειας, της παράδοσης και της αυτοκτονίας; Η αντίληψη αυτή είναι αντιδιαμετρικά αντίθετη με την ιδέα του εθνικισμού, ο οποίος είναι άρρηκτα συνυφασμένος με τον Αγώνα, την πάλη. Ο εθνικισμός, όπως έλεγε και ο Δ. Βεζανής, είναι «η ενεργητική κατάφασις της ιδέας του έθνους». Πώς έφτασαν, λοιπόν, σήμερα κάποιοι να υποστηρίζουν ότι εθνικισμός σημαίνει, «περιμένω υπομονετικά τον θάνατο μου»; Είναι ηττοπάθεια θα πουν κάποιοι… είναι μηδενισμός ή ρεαλισμός, άλλοι… Δεν είναι εθνικισμός, θα πούμε εμείς.

Η θέση αυτή, μιας μερίδας του χώρου, στολίζεται όπως είναι λογικό από ένα ιδεολογικό-φιλοσοφικό πλαίσιο. Λένε: «Δεν είναι ώρα ακόμα… δεν είμαστε έτοιμοι… δεν έχουμε τα κατάλληλα άτομα… δεν έχουμε βρει τον θεόσταλτο αρχηγό… δεν έχουμε διαβάσει αρκετά βιβλία…». Θα αφήσουμε εκτός της παρούσας ανάλυσης όσους είναι πληρωμένοι πράκτορες του συστήματος που δουλειά τους είναι να κατευνάζουν την οργή των ακολούθων τους και να τους κρατούν φρόνιμους και ήσυχους στο μαντρί, όπως και όσους ζουν για να πωλούν βιβλία και να το παίζουν λόγιοι της δεκάρας. Θα απαντήσουμε σε όσους αγνά πιστεύουν σε αυτό το δόγμα, σε όσους έχουν παραπλανηθεί και ζουν για να διαβάζουν άρθρα ξοφλημένων 50άρηδων χωρίς ζωή, αντί να παλεύουν για το δικό τους αύριο και τη δική τους ζωή.

Υπάρχουν δυστυχώς άτομα στον χώρο που κατακρίνουν και μειώνουν κάθε τι που συμβαίνει κι αντί να παραδεχθούν ότι ο λόγος που το κάνουν αυτό είναι η μικροψυχία και η ζήλεια που τους πνίγει, προσπαθούν να πείσουν τους περίοικους τους ότι «το κάτι είναι τίποτα»! Ότι αν δεν έχεις τα πάντα, καλύτερα να μην έχεις τίποτα… Αν ζούσαμε στον καιρό της εθνεγερσίας, η σκηνή θα ήταν κάπως έτσι: Μια δράκα Φαναριωτών κάθεται σε μια σκοτεινή καλύβα και κοιτά απ’ έξω μια μικρή ομάδα κλεφτών που μόλις έχει κατέβει απ’ το βουνό με δυο κεφάλια Τούρκων. Τότε λένε οι Φαναριώτες, σκυφτοί, στους γύρω τους: «κοιτάξτε τους… πανηγυρίζουν, γελούν. Νομίζουν ότι κατάφεραν κάτι σκοτώνοντας δυο Τούρκους, όταν υπάρχουν χιλιάδες σε όλη την Ελλάδα κι εμείς είμαστε ακόμα σκλαβωμένοι… Μην τους ενστερνίζεστε, μην τους ακολουθήσετε. Είναι τρελοί, είναι τυχοδιώκτες. Θα αποτύχουν!»

Αυτό είναι το πνεύμα της μιζέριας και της παραίτησης που διακατέχει πλέον μερίδα του χώρου μας. Οι περισπούδαστοι ινστρούκτορες με στόμφο κηρύττουν τις ιδεολογικές μαλακίες που σκαρφίζονται για να κρύψουν την ολιγοψυχία, αλλά και την κατώτερη φυλετική τους υπόσταση. Άνθρωποι με τέτοιες ιδέες, εκτός από άρρωστοι, είναι σίγουρο ότι δεν είναι και Έλληνες, πόσω μάλλον εθνικιστές…

Το πνεύμα του λευκού ανθρώπου είναι ταυτόσημο με την δράση και το ρίσκο. Την παρόρμηση που εκπηγάζει απ’ το Αίμα του που διψάει για Ελευθερία. Ο λευκός διψάει πάντοτε για δράση. Είναι φτιαγμένος για πόλεμο, όχι για ειρήνη. Είναι πρωτοπόρος, ριζοσπάστης και ηγέτης. Δεν μπορεί να περιμένει, δεν μπορεί να υπομένει, δεν μπορεί να κάθεται να κλαίει τη μοίρα του. Είναι αυτός που θα αδράξει τη μέρα. Αυτός που θα πέσει πρώτος στη μάχη, αυτός που θα πει, «από μένα εξαρτάται η σωτηρία του γένους μου».

Ο λευκός δεν είναι ματαιόδοξος, ούτε ανόητος. Δεν κυνηγάει τον θάνατο για να κερδίσει δόξα. Κυνηγάει τη δόξα για να κερδίσει ζωή κι ένα μέλλον γι’ αυτόν και τους γύρω του. Είναι τυχοδιώκτης και του αρέσει η βία. Δεν είναι ειρηνιστής, ούτε φοβάται να χάσει. Ρισκάρει τα πάντα για τις ιδέες του δίχως δεύτερη σκέψη. Δεν περιμένει τις ιδανικές συνθήκες ή τους τέλειους συντρόφους για να δράσει. Τον νοιάζει μόνο ο τελικός στόχος-προορισμός. Και θα τον κατακτήσει με κάθε τρόπο και κάθε μέσο. Αν δει ότι είναι ανέφικτος-άπιαστος, τότε θα δράσει και πάλι. Θα κάνει δράση για την δράση. Βία για την βία. Δεν μπορεί να κάτσει σε ησυχία… Δεν το επιτρέπει η καταγωγή του, δεν το επιτρέπει το Αίμα του!

Όσοι πιστεύουν, κι όσοι περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να δράσουν, θα πεθάνουν περιμένοντας, βλέποντας τους γύρω τους να μάχονται. Να αγωνίζονται, όχι μόνο για τον τελικό στόχο, αλλά και για τη στιγμή. Για την αδρεναλίνη, για την ένταση της μάχης. Όποιος έχει μεγαλώσει σε ράφια με βιβλία γεμάτα σκώρο, διαβάζοντας και πίνοντας τσάι δίπλα στο τζάκι, δεν μπορεί να καταλάβει τίποτα απ’ όσα λέμε. Όσοι έχουν ματώσει έστω και μία φορά στο δρόμο, μπορούν να ταυτιστούν απόλυτα.

Είναι φορές που το «κάτι» είναι πιο σημαντικό και από την τελική νίκη. Γιατί το «κάτι» είναι μία νίκη, μία Επανάσταση από μόνο του. Είναι πολύ πιο εύκολο να πάρεις μέρος σε μία σίγουρη μάχη, σ’ ένα γενικευμένο ξεσηκωμό, απ’ το να είσαι ο πρώτος! Στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, οι Γερμανοί έδωσαν όπλα ακόμα και σε κατσαρίδες για να πολεμήσουν στο πλάι τους. Από Εβραίους μέχρι νέγρους και μουσουλμάνους με φέσια. Συμμετείχαν πάνω από 500,000 εθελοντές στα Waffen SS. Στο πραξικόπημα της μπυραρίας, όμως, πήγαν μόνο 600 SA, εκ των οποίων 16 σκοτώθηκαν και αρκετοί άλλοι τραυματίστηκαν. Όσοι έζησαν, έχτισαν το κίνημα και το οδήγησαν μέχρι την ολοκληρωτική του επικράτηση. Μία απερίσκεπτη ενέργεια, μία δράση για τη δράση, ένα «κάτι» που χλευάστηκε, οδήγησε στην τελική νίκη.

Η επανάσταση του 1821 δεν ήταν ως γνωστόν η πρώτη ή η μόνη που έγινε, ήταν απλά η μόνη που «πέτυχε». Πολλές αποτυχημένες μικροεπαναστάσεις είχαν προηγηθεί. Ενέργειες χωρίς καμία προοπτική νίκης ή ολοκληρωτικού ξεσηκωμού. Όσοι πιστεύουν ότι υπάρχει οδηγός-manual για την επιτυχία, μάλλον δεν έχουν διαβάσει ούτε μία σελίδα ιστορίας. Τα πάντα είναι στιγμές και συγκυρίες. Κανένα σχέδιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί κατά γράμμα. Οι άνθρωποι της αδράνειας, του καθισιού και του βιβλίου είναι ήδη νεκροί κι ας μην το γνωρίζουν. Είναι αυτοί οι «κουφοί» στους οποίους αναφέρεται ο Νίτσε στη φράση:

«Και εκείνους που τους είδαν να χορεύουν, τους πέρασαν για τρελούς, εκείνοι που δεν μπορούσαν να ακούσουν τη μουσική…»

Ο Φαναριώτης δεν μπορεί να χορέψει κι αν κάποια στιγμή το τολμήσει, το θέαμα θα είναι θλιβερό. Ο λόγιος που δεν εφαρμόζει τις ιδέες του, είναι απλά ένας παραμυθάς. Κι όπως κανένας αποτυχημένος 50αρης δεν μπορεί να ηγηθεί της νεολαίας, έτσι κι ένας κουφός παρατηρητής δεν μπορεί να καταλάβει τον λόγο που κάποιοι γύρω του χορεύουν…

«Μόνοι εκείνοι που θα ρισκάρουν να παν πιο μακριά, θα μπορέσουν να μάθουν πόσο μακριά μπορεί να πάει κανείς.» Τ. Σ. Έλιοτ.

Α.Τ.