Η αποστροφή μας προς τους κυνοβουλευτικούς εθνικιστές

Μία μερίδα των ακροατών και αναγνωστών του διαδικτυακού μας ιστότοπου διερωτάται αναφορικώς με την ακριβή ιδεολογικοπολιτική προσέγγιση μας ως προς τους κυνοβουλευτικούς εθνικιστές της χρυσής αυγής.

Πριν προβούμε σε οποιαδήποτε επισήμανση οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε με αντικειμενικότητα και εχέφρονα διάθεση την θέση μας για κάποια τρέχοντα ζητήματα. Θεωρούμε πως στο εσωτερικού του εν λόγω κόμματος υπάρχουν αγνές και ανιδιοτελείς φωνές, οι οποίες ωστόσο αποσιωπούνται και αδυνατούν να βρουν έκφραση λόγω της φαυλεπίφαυλης και οσφυοκαμπτικής ηγεσίας που τις περιθωριοποιεί και ταλανίζει άσκοπα τις υπάρξεις τους. Υπάρχουν επίσης άξιοι αγωνιστές που έχουν φυλακιστεί και δολοφονηθεί αδίκως ελέω πολιτικών σκοπιμοτήτων που μηχανορραφούνται από την κατοχική σιωνιστική κυβέρνηση του ελλαδικού προτεκτοράτου. Τα δεδομένα αυτά όμως πρέπει κάποια στιγμή να πάψουν να αποτελούν έρεισμα και αντισυστημικό άλλοθι σε μία δράκα ματαιοδοξούντων καιροσκόπων που βλέπουν την πολιτική ως μία μοναδική και ανεπανάληπτη ευκαιρία επαγγελματικής αποκατάστασης και ισόβιας οικονομικής ευρωστίας.

Συγκεκριμενοποιώντας τον ανωτέρω ισχυρισμό τεκμηριώνουμε την αποστροφή μας σταχυολογώντας ευσύνοπτα τις ακόλουθες παθογένειες που κατατρύχουν το εν λόγω κόμμα και μας βρίσκουν πλήρως αντίθετους.

 

1) Η πολιτική ταύτιση με τον κρατικό μηχανισμό

Οι δοκησίσοφοι κήνσορες της χρυσής αυγής διακηρύσσουν αδιαλείπτως και στεντορείως την αγαστή σύμπνοια που διακατέχει τις σχέσεις της με τις μονάδες του κρατικού μηχανισμού όπως είναι η αστυνομία, ο στρατός, τα ακριβά μέσα συγκοινωνιών κλπ. Εμείς διατεινόμαστε ρητά και κατηγορηματικά πως όποιος επανδρώνει τέτοιες μονάδες, τότε αυτομάτως γίνεται εγγαστρίμυθος των κελευσμάτων του ανθελληνικού κράτους και απεμπολεί την οποιαδήποτε προοπτική ριζοσπαστικής αντικαθεστωτικής δράσης. Το κράτος εξ άλλου δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέσον εθνικής αυτοπραγμάτωσης. Όταν δεν εξυπηρετεί εθνικούς σκοπούς απλά αποσυντίθεται!

 

2) Η νοσηρή οικογενειοκρατία

Πρόκειται για φαινόμενο διάχυτο σε όλο το πολιτικό ελλαδικό «γίγνεσθαι» αλλά και πολλών κρατών όπου κυριαρχεί ο άκρατος φιλελευθερισμός και ανθούν ολιγαρχικές ελίτ. Ο εθνικοσοσιαλισμός που προτάσσει την πρωτοκαθεδρία των αρίστων και την αξιοκρατία επ’ ουδενί λόγω μπορεί να ευθυγραμμίζεται με άδικες και αρρωστημένες καταστάσεις. Η ανάληψη βαρυσήμαντων καθηκόντων προαπαιτεί ικανότητες, ακεραιότητα, χαλύβδινο χαρακτήρα και δεν μπορεί να κληροδοτείται. Η ανωτέρω εικόνα μιλάει από μόνη της, ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις και δεν χρήζει σχολιασμού.

 

 

3) Τα άκομψα, ημιμαθή και ανέμπνευστα πρόσωπα.

Για να εμφορείται κάποιος από αγνά φιλοπατριωτικά αισθήματα ή από μία συγκεκριμένη κοσμοθέαση των πραγμάτων, δεν είναι απαραίτητο να είναι πρόσωπο με υψηλή καλλιέργεια, πληθώρα ακαδημαϊκών επιτευγμάτων κ.ο.κ. Αυτό απεδείχθη περίτρανα κατά την εθνική παλιγγενεσία το 1821. Η συντριπτική πλειονότητα των αγωνιστών της εθνεγερσίας ήταν λαϊκότροπα παιδιά της φτωχολογιάς. Στην περίπτωση που εξετάζουμε όμως έχουμε να κάνουμε με πρόσωπα που θέλουν να εισδύσουν στον πολιτικό στίβο της πατρίδος αδυνατώντας να εξυψώσουν το πατριωτικό αίσθημα και να καταδείξουν εμφατικά πως ο γνήσιος και ειλικρινής σοσιαλισμός δεν μπορεί παρά να είναι εθνικός. Και όλα αυτά σε συνθήκες πλήρους εθνικής αποτελμάτωσης, κοινωνικής αποσύνθεσης και ηθικής έκπτωσης. Αντιθέτως μετέρχονται ευτελείς εκλογοθηρικούς τακτικισμούς με έναν άγευστο πολιτικό λόγο στερούμενο πολιτικής ουσίας και εφαρμόσιμων προτάσεων. Καλό το διαρκές ποντάρισμα στο θυμοειδές των αγανακτισμένων μαζών αλλά δεν επαρκεί για ένα κίνημα που επιζητά την ολική ανατροπή ενός status quo.

 

4) Τα ιλιγγιώδη χρηματικά ποσά που εισρέουν μηνιαίως στα ταμεία αλλά ουδέποτε αξιοποιούνται επ’ ωφελεία του χειμαζόμενου λαού

Αφού η χ.α. κατόρθωσε σε εποχές κοινωνικού μαρασμού να εισέλθει στην βουλή -και δη αφού εξέλεξε και τρείς ευρωβουλευτές- δικαιούται να εισπράττει σε μηνιαία βάση δυσθεώρητα χρηματικά ποσά, όπως συμβαίνει και με κάθε εκλεγμένο κόμμα. Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς πως με μία υποτυπωδώς σοβαρή και λελογισμένη διαχείριση όχι μόνο υπερεπαρκούν οι πόροι αυτοί για την κάλυψη ζωτικών αναγκών ενός κινήματος (γραφεία τοπικών οργανώσεων, μισθοί στελεχών και επιστημονικού προσωπικού, προπαγανδιστικό υλικό, διαχείριση διαδικτυακών ιστότοπων κλπ) αλλά προκύπτει ένα διόλου ευκαταφρόνητο περίσσευμα. Το περίσσευμα αυτό αντιστοιχεί σε αρκετές δεκάδες χιλιάδες ευρώ με έναν απλό μαθηματικό υπολογισμό. Αντί όμως να αξιοποιηθεί σε δράσεις έμπρακτης κοινωνικής αλληλεγγύης (νομικό προσωπικό για αρωγή ενάντια στους πλειστηριασμούς, δημιουργία δομών στέγασης και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης για απόρους και αναξιοπαθούντες κ.α.) κατασπαταλάται προς εξυπηρέτηση ατομικών συμφερόντων. Και εδώ είναι το κομβικό σημείο που η ιδεολογία γίνεται ξαφνικά στυγνός επαγγελματισμός. Με τους πόρους αυτούς θα εδύνατο επίσης να ασκήσει μία πληθώρα μηνύσεων και αγωγών προς πολιτικά πρόσωπα που δεν θωρακίζονται πλέον από κάποια βουλευτική ασυλία ή προς τα εντεταλμένα όργανα της δημοσιογραφίας που συνειδητά οδηγούν τον κόσμο προς την εξαθλίωση (π.χ. στην περίπτωση ομολογίας γνωστού δημοσιογράφου ότι το ΔΝΤ πραγματοποιεί σεμινάρια δημοσιογραφικής εξαπάτησης προς τους λακέδες της εγχώριας δημοσιογραφίας). Αλλά απ’ ό,τι φαίνεται είναι ακόρεστη η ανθρώπινη φύση.

 

5) Το «άραγμα» στις τοπικές οργανώσεις φθείρει την ζωτική επαναστατικότητα του νέου ανθρώπου

Όπως αρκετοί γνωρίζουν η πάλαι ποτέ ριζοσπαστική αφρόκρεμα της χ.α. έχει αποσυρθεί από τις τάξεις της επιδιώκοντας μία ενεργητικότερη μορφή πολιτικού ακτιβισμού και ιδεολογικού αγώνα. Το να στέκεσαι σαν ένα καλοκουρδισμένο ρομποτάκι και να ακούς τις χιλιοειπωμένες υποσχέσεις την ίδια ώρα που η προπαγάνδα των εχθρών είναι διάχυτη στο πεζοδρόμιο και δηλητηριάζει τις συνειδήσεις της νεολαίας δεν είναι απλά ανούσιο. Είναι απλά η εβδομαδιαία κοροϊδία την οποία υφίσταται μία αγνή πλην ευκολόπιστη κομματική πελατεία. Ένα σοβαρό κίνημα οφείλει να βρίσκεται στην καρδιά των γεγονότων και στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων εναρμονιζόμενο με τον τρέχοντα κοινωνικό σφυγμό. Προφασιζόμενη όμως «τυχόν προβοκάτσιες παρακρατικών στοιχείων συνοδευόμενες από την γνωστή μιντιακή παραποίηση των γεγονότων» που ίσως επισυμβούν, η χ.α. πείθει τους πιστούς της πως το «άραγμα» σε τοπικές οργανώσεις και το ρυθμικό τραγούδισμα του ύμνου του κινήματος αποτελεί σκληρό πολιτικό αγώνα. Αν ποτέ πραγματοποιηθεί κάποια εκδήλωση θα είναι επετειακού χαρακτήρα και με μία βαριεστημένη ατμόσφαιρα του σκεπτικού «άντε να βγάλουμε την υποχρέωση και για φέτος«. Ο δε «σκληρός πυρήνας» των μελών έχει μία συμπεριφορά που περισσότερο παραπέμπει σε υπάλληλο καταστήματος που περιμένει να τελειώσει το μαρτυρικό οχτάωρο παρά σε νέο άνθρωπο που μάχεται για την διάδοση και την επικράτηση των ιδεών του.

 

6) Η κατά το δοκούν ιδεολογική μετάλλαξη

Όπως ενθυμούνται οι παλαιότεροι και πληροφορούνται οι νεότεροι, η χ.α. ξεκίνησε την σταδιοδρομία της ως ένας ζων πολιτικός οργανισμός με συγκεκριμένο ιδεολογικό προσανατολισμό και πλαίσιο δράσης. Με την πάροδο του χρόνου και τις πολιτικές βλέψεις να γίνονται εντονότερες οδηγήθηκε σε έναν βαθμιαίο εκφυλισμό προκειμένου να αστικοποιηθεί και να επαυξήσει τα ποσοστά δημοφιλίας της στο εκλογικό σώμα. Κατόρθωσε έτσι να οικοδομήσει και να σταθεροποιήσει μία δεξαμενή ψηφοφόρων, χωρίς ωστόσο να καλλιεργήσει ιδανικά και αξίες. Προέβαλε ένα είδος παρωχημένου ακροδεξιού εθνικισμού με ποσοτικά αλλά σε καμία περίπτωση ποιοτικά χαρακτηριστικά. Με άλλα λόγια θυσίασε τη φαιά ουσία της εθνικοσοσιαλιστικής βιοθεωρίας στον βωμό μιας εφήμερης εκλογικής ενδυνάμωσης. Μετά τα γνωστά γεγονότα έχει μία σταθερή πλην στάσιμη πορεία που μόνο απειλητική δεν δείχνει για το μισελληνικό διεθνιστικό κατεστημένο. Εμείς επιδιώκουμε να δημιουργήσουμε ουσιαστικές δομές που μακροπρόθεσμα θα διαμορφώσουν συνειδήσεις, θα διαχύσουν τον εθνικοσοσιαλιστικό τρόπο σκέψης στην κοινωνία, θα ενοχλήσουν ποικιλοτρόπως τους διεφθαρμένους μειοδότες και θα καθορίσουν δραστικά τον ρου της σύγχρονης ιστορίας.

 

7) Συγκεκριμένα κρούσματα διαφθοράς και παλαιοκομματισμού

Δεν αξίζει να σταθούμε σε συγκεκριμένα πρόσωπα γιατί θα τους προσδώσουμε αξία που δεν τους αναλογεί. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των περισπούδαστων μεγαλοπατριωτών καραβανάδων που εξελέγησαν ευρωβουλευτές και διόρισαν με πρωτοφανές πνεύμα κουτοπονηριάς ο ένας την κόρη του άλλου (λες και είμαστε τόσο αστοιχείωτοι που δεν θα μπορούσαμε να το διασταυρώσουμε…). Ακόμα πιο αντιπροσωπευτικά της κατάστασης είναι τα αλλεπάλληλα «πισώπλατα μαχαιρώματα» που βλέπουμε από στελέχη στις επαρχιακές τοπικές οργανώσεις για μία θέση στο «ευλογημένο» πολυπόθητο ψηφοδέλτιο.

Αν για ορισμένους τα παραπάνω χαρακτηριστικά γνωρίσματα συγκροτούν ένα ριζοσπαστικό κίνημα που αποτελεί απειλή για τους εξουσιαστές, για εμάς δεν είναι παρά μία απλή βαλβίδα πρόσκαιρης εκτόνωσης του αγανακτισμένου πατριωτικού συναισθήματος.

 

Σ.Λ.