Λορέντζος Μαβίλης – Λήθη

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε 
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει 
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει, 
μην τους κλαίς, ο καημός σου όσος και νάναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε 
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση· 
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει, 
α στάξει γι᾿ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται. 
Διαβαίνοντας λιβάδια απο ασφοδύλι, 
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι, 
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν: 
Θέλουν μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Λήθη, 1899.


Στο ποίημα του, ο Λορέντζος Μαβίλης, μας αποτρέπει από το να θρηνούμε τους νεκρούς, λέγοντας μας ότι αυτό τους κάνει να θυμούνται τα βάσανα που έχουν λησμονήσει. Μάλιστα τους θεωρεί καλότυχους γι’ αυτό, εν αντιθέσει με τους ζωντανούς που δεν μπορούν να λησμονήσουν την πικρία της ζωής.

Ο Λορέτζος Μαβίλης σαφώς και δεν θρηνούσε για τους νεκρούς, παρά τους τίμησε μέσω της ίδιας του της θυσίας στα αιώνια πεδία των μαχών του γένους.  Ακολούθησε γενναία τον μόνο δρόμο που προστάζει η Ιδέα και το Αίμα μας. Το κοινό αίμα που φέρουμε με τους προγόνους μας που, ακόμα κι αν χαθούν, συνεχίζουν να ζουν και να μάχονται εντός μας. Ο μόνος πραγματικός κι αληθινός τρόπος να τους τιμήσουμε είναι συνεχίζοντας το έργο τους, μαχόμενοι το ίδιο κι εντονότερα απ’ τους ίδιους, ξεπερνώντας τους κι έτσι με την τελική πολυπόθητη νίκη να γιορτάσει ολόκληρη η ράτσα μας. Οι ζωντανοί, οι αγέννητοι και οι νεκροί.

Ο Εθνικισμός μας είναι Αίμα, ΌΧΙ δάκρια!