Ανδρέας Κάλβος – Ωδαί

Ο Ανδρέας Κάλβος ήταν σύγχρονος του Σολωμού, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο τον Απρίλιο του 1792 και έφυγε από την ζωή στις 3 Νοεμβρίου 1869. Το 1802, ο πατέρας Κάλβος πήρε εκείνον και τον αδερφό του Νικόλαο εγκαταλείποντας  τη σύζυγο του για να εγκατασταθεί στο Λιβόρνο της Ιταλίας, γεγονός που παρείχε δυνατότητες μόρφωσης στον Κάλβο. Στην Ιταλία ο Ανδρέας Κάλβος είχε τις πρώτες επαφές του με τα ελληνικά γράμματα και την κλασική ελληνική και λατινική αρχαιότητα.

Είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, του οποίου δεν υπάρχει γνωστό σωζόμενο πορτραίτο. Η νεοκλασικιστική του παιδεία και η ρομαντική του ψυχοσύνθεση συμπλέκουν στην ποίηση του το δραματικό με το ειδυλλιακό, το παγανιστικό με το χριστιανικό, τα αρχαιοελληνικά πρότυπα με την σύγχρονη επαναστατική επικαιρότητα, την αυστηρότητα, τη μελαγχολία, την κλασικιστική φόρμα με το ρομαντικό περιεχόμενο, σύζευξη που είναι ορατή ακόμη και στη γλώσσα (αρχαΐζουσα με βάση δημοτική) και στη μετρική (αρχαϊκή στροφή και μέτρο που συχνά δημιουργεί, σε δεύτερο επίπεδο, δεκαπεντασύλλαβους).

Τα έργα του Κάλβου δέχτηκαν αρκετή κριτική από τις δύο επικρατούσες παρατάξεις διανοουμένων της τότε ελληνικής πραγματικότητας. Οι Φαναριώτες από τη μία και οι Επτανήσιοι από την άλλη, αρνήθηκαν στις Ωδές του το δικαίωμα ‘πολιτογράφησης’ στον χώρο της ελληνικής ποίησης. Μάλιστα κανένας ‘λόγιος’ των Επτανήσων δεν τον θεώρησε ποτέ ως Ιόνιο ποιητή!

Ας δούμε λοιπόν μερικά αποσπάσματα από τις Ωδές του που τόσο ενόχλησαν τους Φαναριώτες…

 

Λυρικά – Ωδή Τετάρτη. Εις Σάμον

α´

Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας, ας εχωσι·
θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία.

β´

Αυτή (και ο μύθος κρύπτει
νουν ἀληθείας) επτέρωσε
τον Ικαρον· και αν έπεσεν
ὁ πτερωθείς κ᾿ επνίγη
θαλασσωμένος·

γ´

Ἀφ᾿ υψηλά όμως έπεσε,
και απέθανεν ελεύθερος. –
Ἂν γένης σφάγιον άτιμον
ενός τυράννου, νόμιζε
φρικτόν τον τάφον.
[…]

 

Ωδή Ἕκτη. Αι Ευχαί

α´

φουσκωμένα τα κύματα
῾να πνίξουν την πατρίδα μου
ωσάν απελπισμένην,
έρημον βάρκαν.

β´

Στήν στεριάν, ῾ς τα νησία
καλήτερα μίαν φλόγα
῾να ἰδώ παντού χυμένην,
τρώγουσαν πόλεις, δάση,
λαούς και ελπίδας.

γ´

Καλήτερα, καλήτερα
διασκορπισμένοι οι Ἕλληνες
῾να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην χείρα
ψωμοζητούντες· 

δ´

Παρά προστάτας ῾νάχωμεν.
Μέ ποτέ δεν εθάμβωσαν
πλούτη ή μεγάλα ονόματα,
με ποτέ δεν εθάμβωσαν
σκήπτρων ακτίνες. 

ε´

Αν οπόταν πεθαίνη
πονηρός βασιλεύς
έσβυν᾿ η νύκτα ἕν᾿ άστρον,
ήθελον μείνει ολίγα
ουράνια φώτα.

ς´

Το χέρι ὁπού προσφέρετε
ὡς προστασίας σημεῖον
εἰς ξένον ἔθνος, ἔπνιξε
και πνίγει τους λαούς σας,
πάλαι, και ἀκόμα.

ζ´

Πόσοι πατέρες δίδουσιν,
όχι ψωμί, φιλήματα
῾ς τα πεινασμένα τέκνα τους,
ἐνω λάμπουν ῾ς τα χείλη σας
χρυσά ποτήρια!

η´

Όταν υπό τα σκήπτρά σας
νέους λαούς καλείτε,
νέους ἱδρώτας θέλετε
ἐσείς δια ῾να πληρώσητε
πλουσιοπαρόχως,

θ´

Τα ξίφη οπού φυλάγουσι
τα τρέμοντα βασίλειά σας,
τα ξίφη οπού τρομάζουσι
την αρετήν, και σφάζουσι
τους λειτουργούς της.

ι´

Θέλετε θησαυρούς
πολλούς δια ῾ναγοράσητε
κρότους χειρών και επαίνους,
και τ᾿ άπιστον θυμίαμα
της κολακείας.

ια´

Ἡμείς δια τον σταυρόν
ανδρείως υπερμαχόμεθα
και σεις εβοηθήσατε
κρυφά τους πολεμούντας
σταυρόν και αλήθειαν.

ιβ´

Δια῾ να θεμελιώσητε
την τυραννίαν τιμάτε
τον σταυρόν εις τας πόλεις σας,
και αὐτόν επολεμήσατε
εις τιν Ἑλλάδα.

ιγ´

Και τώρα εις προστασίαν μας
τα χέρια σας απλόνετε!
τραβήξετέ τα ὀπίσω·
βλέπει ο θεός και ἀστράπτει
δια τους πανούργους.

ιδ´

Όταν το δένδρον νέον
ἐβασάνιζον οἱ ἄνεμοι,
τότε βοήθειαν ήθελεν,
ἐνδυναμώθη τώρα
φθάνει η ἰσχύς του.

ιε´

Το ξίφος σφίγξατ᾿ Ἕλληνες –
τα ομμάτιά σας σηκώσατε –
ἰδού – εις τους ουρανούς
προστάτης ο θεός
μόνος σας είναι. 

ις´

Και αν ὁ θεός και τ᾿ άρματα
μας λείψωσι, καλήτερα
πάλιν ῾να χρεμετήσωσι
῾ς τον Κιθαιρώνα Τούρκων
άγριαι φοράδες.

ιζ´

Παρά…. Αι, όσον είναι
τυφλή και σκληροτέρα
ἡ τυραννίς, τοσούτον
ταχυτέρως ἀνοίγονται
σωτήριοι θύραι.

ιη´

Δεν με θαμβόνει πάθος
κανένα· ἐγώ την λύραν
κτυπάω, και ολόρθος στέκομαι
σιμά εις του μνήματός μου
τ᾿ ἀνοικτόν στόμα.


Η Λύρα – Ωδή Δευτέρα. Εις Δόξαν

α´

Ἔσφαλεν ὁ την δόξαν
ὀνομάσας ματαίαν,
και τον άνδρα μαινόμενον
τον πρό τοιαύτης καίοντα
θεάς την σμύρναν.

β´

Δίδει αυτή τα πτερά·
και εἰς τιν τραχύν, τιν δύσκολον
της Ἀρετής τον δρόμον
του ἀνθρώπου τα γόνατα
ἰδού πετάουν.

γ´

Μικράν ψυχήν, κατάπτυστον,
κατάπτυστον καρδίαν
έτυχ᾿ όστις ακούει
της δόξης την παράκλησιν
και δειλιάζει. 

δ´

Ποτέ, ποτέ με᾿ δάκρυα
δεν έβρεξεν εκείνος
των φίλων του το μνήμα,
ούτε το χώμα εφίλησε
των συγγενών του.

ε´

Εις τον ηγριωμένον
βαθύν ωκεανόν,
όπου φυσάει με᾿ βίαν
και οργίζεται το πνεύμα
της πικράς τύχης·

ς´

Καθ᾿ ημέραν κυττάζει
τους πολλούς των δυστήνων
πνιγομένων θνητών,
και ποίος ποτέ τον ήκουσε
παραπονούντα;

ζ´

Θερμότατον τον πόθον
εφύτευσας της δόξης
εις την καρδίαν των τέκνων σου,
Ω Ελλάς, και καλείσαι
μήτηρ ηρώων. 

η´

Καθώς απο το σπήλαιον
εκβάς ὁ λέων πληγώνει,
σκοτώνει, διασκορπίζει
τολμηρών κυνηγών
πλήθος Ἀράβων·

θ´

Καθώς εις τον χειμώνα
το νερόν υπερήφανον
του χειμάρρου κυλίεται,
και τα χωράφια χάνονται
βοσκοί και ζώα.

ι´

Ἢ καθώς την αυγήν
εξαπλώνετ᾿ ὁ Ἥλιος,
και τ᾿ άστρα τ᾿ αναρίθμητα
ἀπο τον μέγαν Ὄλυμπον
πάντα εξαλείφει·

ια´

Ούτως τα μύρια τάγματα
έχυσεν ὁ Ἀράξης,
ἀλλά, ω Ἀσπίς Ἑλλάδος,
συ ἐπί τους Πέρσας ἄστραψες,
κ᾿ ἔγινον κόνις.

ιβ´

Περίφημοι ψυχαί
τριακοσίων λακώνων,
ψυχαί αι που εδοξάσατε
τον Ασωπον και τ᾿ άλσος
του Μαραθώνος·

ιγ´

Εύφραινε με᾿ τὸ ἀθάνατον
μέτρον τας Ἀχαΐδας
χήρας ὁ θεῖος Ὅμηρος,
και το πνεύμα σας άναπτε
το ίδιον μέλος.

ιδ´

Του καρτερού Αἰακίδου
την φήμην ἐζηλεύσατε,
(αείμνηστος, θαυμάσιος
ζήλος) και τ᾿ αίμα εχύσατε
διά την Ἑλλάδα.

ιε´

Καιγώ, καιγώ τι σίδηρον
γυρεύω· ποίος μου δίδει
τας βροντάς του πολέμου;
ποίος μ᾿ οδηγεί την σήμερον
εις τον αγώνα; 

ις´

Φοβερόν, μυσαρόν
θρέμμα σκληράς Ἀσίας,
Ωθωμανέ, τι μένεις;
τι νοείς; τι δεν φεύγεις
τον θάνατόν σου; 

ιζ´

Έφθασ᾿ η ώρα· φύγε,
ανέβα την αγρίαν
αραβικήν φοράδα·
νίκησον εις το τρέξιμον
και τους ανέμους. 

ιη´

Επί τον Ὑμηττόν
ἐβλάστησεν η δάφνη,
φύλλον ιερόν, στολίζει
τα ηριπομένα λείψανα
του Παρθενῶνος.

ιθ´

Νέοι, γυναίκες, γέροντες,
Ἑλληνικά θηρία,
φιλούσιν, αποσπάουσι
τους κλάδους, στεφανώνουσι
τας κεφαλάς των.

κ´

Ανέβα την αράβιον,
Ωθωμανέ, φοράδα·
την φυγήν κατεγκρήμνισον·
Ἑλληνικά θηρία
σε κατατρέχουν. 

κα´

Την λάμψιν των ὀργάνων
αρειμανίων ίδε·
άκουσον την βοήν
των θάνατον πνεόντων
η ελευθερίαν.

κβ´

Νοείς; – Τρέξατε, δεύτε
οι των Ἑλλήνων παίδες·
ήλθ᾿ ο καιρός της δόξης,
τους ευκλεείς προγόνους μας
ας μιμηθώμεν. 

κγ´

Εάν το ακονίση η δόξα,
το ξίφος κεραυνοί·
εάν η δόξα θερμώση
την ψυχήν των Ελλήνων
ποίος την νικάει; 

κδ´

Τι τρέμεις; την φοράδα
κτύπα, κέντησον, φύγε
Ωθωμανέ· θηρία
μάχην πνέοντα, δόξαν,
σε κατατρέχουν. 

κε´

Ω δόξα, διά τον πόθον σου
γίνονται και πατρίδος,
και τιμής, και γλυκείας
ελευθερίας και ύμνων
άξια τα έθνη.

 

Διαβάστε όλες οι ωδές του Ανδρέα Κάλβου εδώ: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/andreas_kalbos_wdai.htm