Η δικαιοσύνη τους ως κύριος εχθρός του Εθνικισμού

Σε προηγούμενο άρθρο είχε αναφερθεί πως η παρούσα αστική δικαιοσύνη, σε συνδυασμό με την πολυεπίπεδη αλλαγή της κοινωνίας, αποτελεί ουσιαστικό μέσο για την επικράτηση του εθνικισμού και του εθνικοσοσιαλισμού κατ’ επέκταση. Πρόκειται, ίσως, για τον μεγαλύτερο εχθρό του εθνικιστικού κινήματος από καταβολής του, αφού η λεγόμενη αστική δικαιοσύνη δείχνει, με τις πράξεις των εκπροσώπων της, ότι δε θέλει τον εθνικιστή στην κοινωνία, αλλά ούτε και την ιδεολογία αυτή σε καμία απολύτως κοινωνική δομή και τάξη.

Προφανώς δεν πάνε όλα στραβά με τη δικαιοσύνη. Υπάρχουν και περιπτώσεις στις οποίες οι δικαστές έχουν αποφανθεί δίκαια και αμερόληπτα, καθώς και αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας οι οποίες δικαίωσαν αγώνες κατοίκων και περιοχών, μετά την προσφυγή τους σε αυτό (θα αναφέρω χαρακτηριστικά την πρώτη απόρριψη για το τζαμί στο Βοτανικό, καθώς και το γήπεδο του Παναθηναϊκού, γιατί θα γίνονταν περιβαλλοντικά όργια σε αντίθετη περίπτωση). Υπάρχουν, επίσης, άρθρα του Συντάγματος, τα οποία προασπίζουν, ακόμα και σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς για την πατρίδα και το έθνος, τις δύο αυτές έννοιες παρά την επίθεση που δέχονται από τις καταστροφικές φιλελεύθερες πολιτικές της παγκοσμιοποίησης.

Ωστόσο, ιδίως τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται όλο και πιο μεγάλη απομάκρυνση της ίδιας της δικαιοσύνης από τον σκοπό της: την απονομή του δικαίου. Βλέπουμε ότι οι δικαστές δικάζουν κατά το δοκούν ή κατ’ εντολήν, με βάση τη δύναμη του εκάστοτε εκδικαζόμενου πολίτη, με βάση την οικονομική του δυνατότητα, με βάση την κοινωνική του θέση και με βάση την επιρροή που έχει στην κοινωνία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόσφατη, σχετικά, απόφαση του ΣτΕ για τον νόμο Παππά, ο οποίος έστω και μ’ αυτά τα στραβά και παρά τη μεγάλη καθυστέρηση (27 ολόκληρα χρόνια είχαμε και έχουμε ως χώρα μη ρυθμισμένο τηλεοπτικό πεδίο), προσπάθησε να ρυθμίσει, έστω και σε έναν μικρό βαθμό, το τηλεοπτικό πεδίο. Άλλο ένα παράδειγμα είναι η φυλάκιση, χωρίς αποδείξεις, εξωκοινοβουλευτικών εθνικιστών, καθ’ υπόδειξη, σε πολλές περιπτώσεις, ατόμων που ανήκουν σε κοινοβουλευτικά κόμματα, ή και σε εξωκοινοβουλευτικά (βλ. ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Τρίτο παράδειγμα αποτελούν οι αποφάσεις της δικαιοσύνης απέναντι σε φτωχούς και κατατρεγμένους ανθρώπους, ενώ δικαιώνονται πανηγυρικά αρκετοί άνθρωποι, που κατά το παρελθόν καταλήστευσαν το κράτος και τα ασφαλιστικά ταμεία, που πλούτισαν μέσω του κρατικού μηχανισμού, που συναλλάσσονταν ανενόχλητοι με αρχές του τόπου (μεταξύ αυτών και η ίδια η δικαιοσύνη). Φυσικά, στην περίπτωση αυτή συμπεριλαμβάνονται και οι απαλές τιμωρίες που επιβάλλονται σε φοροφυγάδες ή η μη φυλάκισή τους, παρά το γεγονός ότι αυτοί έχουν κλέψει αποδεδειγμένα (π.χ. διάφοροι καλλιτέχνες της νυχτερινής, κυρίως, διασκέδασης). Τέλος, η σκόπιμη καθυστέρηση στην έκδοση αποφάσεων ή οι συναπτές αναβολές σε δίκες, για τις οποίες έχουν σχηματιστεί δικογραφίες αφορούν στη συντριπτική πλειοψηφία σε πολιτικούς, επιχειρηματίες, παράγοντες του τόπου οι οποίοι έχουν εμπλακεί σε ένα ή περισσότερα σκάνδαλα, κυρίως οικονομικής φύσης, αλλά όχι μόνο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η καθυστέρηση, εκ μέρους της δικαιοσύνης αλλά και των εμπλεκόμενων πλευρών, η παραπομπή σε δίκη όλων των υπεύθυνων για το σκάνδαλο της Siemens, όπου το Δημόσιο ζημιώθηκε, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά, αφού μία εταιρεία κατάφερνε να ελέγχει τις προεκλογικές εκστρατείες των δύο μεγάλων, τότε, κομμάτων (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ), εξυπηρετώντας, προφανώς, τους δικούς της σκοπούς.

Η ανώτατη δικαστική αρχή του Αρείου Πάγου, ορίζεται κάθε φορά από την εκάστοτε κυβέρνηση. Αυτός είναι ο πιο ξεκάθαρος λόγος για τον οποίο η δικαιοσύνη ΔΕΝ είναι ανεξάρτητη και αμερόληπτη, αλλά ακολουθεί τις εντολές του εκάστοτε πρωθυπουργού, διότι διαφορετικά, όποιος δικαστής πάει κόντρα, γνωρίζει ότι θα χάσει τη θέση του και θα αποπεμφθεί από τον δικηγορικό σύλλογο ή τουλάχιστον θα υποβιβαστεί. Κι επειδή η πλειοψηφία των δικηγόρων είναι καριερίστες και γνωρίζουν ότι αν πάνε κόντρα στις βουλές των πραγματικών εξουσιαστών μας, των βουλευτών, θα γίνουν το μαύρο πρόβατο -όπως αυτό συμβαίνει σε όλους κλάδους όπου η ανέλιξη περνά απ’ το γραφείο του κομματάρχη, όπως για παράδειγμα, στο Στρατό και στην Παιδεία- κάνουν ό,τι τους πουν. Αυτός είναι κι ένας απ τους λόγους που οι εθνικιστές δικηγόροι είναι ανύπαρκτοι, ενώ ακόμα και η απλή εκπροσώπηση κάποιου εθνικιστή από έναν καλό δικηγόρο (με αξιοπρεπή τρόπο) μοιάζει σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Τη στιγμή που κι ο τελευταίος μπαχαλάκιας αναρχικός βρίσκει στο λεπτό 10 δικηγόρους να τον εκπροσωπήσουν, ο μέσος εθνικιστής συναντά παντού κλειστές πόρτες και εκπροσωπήσεις υπό όρους… «θα σε αναλάβω, αλλά θα πεις ό,τι σου πω…» δηλαδή; Δήλωση μετανοίας, ως προαπαιτούμενο για την εκπροσώπηση σου από έναν «σοβαρό» δικηγόρο…

Τέλος, δεν γίνεται να μη σχολιαστεί η στάση που κρατούν απέναντι στις αποφάσεις της αστικής δικαιοσύνης οι διάφοροι διεθνιστές, αναρχικοί, κομμουνιστές, αριστεριστές και «ανθρωπιστές». Όλη αυτή η συνομοταξία γνήσιων ιδεολόγων (εδώ γελάμε) καταδικάζει όσες αποφάσεις της δικαιοσύνης στρέφονται εναντίον της, άσχετα αν στις περισσότερες περιπτώσεις είναι χάιδεμα αυτιών, αλλά παράλληλα επικροτεί της αποφάσεις της αστικής δικαιοσύνης (την οποία θεωρητικά δεν αναγνωρίζει), όταν πρόκειται για τους «κακούς φασίστες», τους «ακροδεξιούς», τους «νεοναζί». Επιπροσθέτως, σιγοντάρουν τα λεγόμενα και τις προθέσεις των εισαγγελέων και όλων αυτών των λογικών και τίμιων ανθρώπων, όταν πρόκειται να βγει κάποια καταδικαστική απόφαση εις βάρος κάποιου εθνικιστή ή εθνικοσοσιαλιστή. Τέλος, μπαίνουν μέσα στα δικαστήρια, ή και στα προαύλια αυτών, και ανενόχλητοι τραμπουκίζουν και λιντσάρουν κόσμο ο οποίος διαφοροποιείται ιδεολογικά απ’ αυτούς. Αυτήν τη συνήθη τακτική τους την έχει αντιγράψει και η Χρυσή Αυγή τα τελευταία χρόνια, κάνοντας, σε πολλές περιπτώσεις, τα ίδια και χειρότερα μ’ αυτούς.

Το δικαστικό σώμα, και η δικαιοσύνη εν γένει, είναι απ’ τους πιο σαπισμένους θεσμούς της πατρίδας μας. Και είναι ο θεσμός ο οποίος χρήζει της μεγαλύτερης μεταρρύθμισης, μαζί με το στράτευμα και την παιδεία. Είναι ο πάγιος θεσμικός εχθρός των εθνικιστών μαζί με τη δημοκρατία και την αστυνομία. Είναι ο θεσμός εκείνος, ο οποίος δίνει την τελική απόφαση για κάποια διαφωνία μεταξύ πολιτών, μεταξύ πολιτικών οργανώσεων, μεταξύ του κράτους και ορισμένων κοινωνικών ομάδων. Πράγμα που σημαίνει ότι η κοινωνική, πολιτική και πολλές φορές οικονομική ζωή του τόπου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις αποφάσεις του θεσμού αυτού. Είναι το κλειδί αυτού του σάπιου συστήματος, και η καίρια θέση επιβολής των θέσεων της διαπλοκής και της διαφθοράς ενός πολιτικού συστήματος, το οποίο λεηλατεί τη χώρα εδώ και πολλές δεκαετίες (φυσικά δεν αναφέρομαι μόνο στη Μεταπολίτευση, αναφέρομαι και στις δολοπλοκίες και τα σκάνδαλα της Χούντας, για την οποία κανένας σοβαρός εθνικιστής δεν μπορεί να αισθάνεται περήφανος). Φυσικά, δεν σημαίνει ότι οι δικαστές είναι στο σύνολό τους διαπλεκόμενοι, αλλά καμιά φορά και η σιωπή είναι συνενοχή.

Πρέπει να ασκηθούν πιέσεις για μία αμερόληπτη και αδέσμευτη δικαιοσύνη, προς συμφέρον του έθνους και της πατρίδας, του απλού εργαζόμενου Έλληνα πολίτη. Για τον σχηματισμό μίας δικαιοσύνης σταθερής και αποτελεσματικής, που θα σέβεται το Έθνος και το Σύνταγμα, και δεν θα σιωπά μπροστά στην κατάφωρη παραβίασή του από τις πολιτικές των φιλελεύθερων και των μαρξιστών. Τα άρθρα (ακόμα και με το υπάρχον Σύνταγμα) υπάρχουν, η δικαιοσύνη όχι. Καιρός ν’ αλλάξει αυτό ριζικά, και να συνειδητοποιήσουμε ότι οι εχθροί μας δε βρίσκονται μόνο στον δρόμο, αλλά και σε μεγάλα και φανταχτερά κτήρια.

K-H L