Τυρταίος

 

H παράδοση λέει ότι οι Λακεδαιμόνιοι κατά το Β’ Μεσσηνιακό πόλεμο (640-620 π.Χ.) κατέφυγαν στο μαντείο των Δελφών, για να μάθουν τον τρόπο με τον οποίο θα σταματούσαν οι αποτυχίες των επιχειρήσεών τους. Ο χρησμός που πήραν τους συμβούλευε να ζητήσουν στρατηγό από τους Αθηναίους. Οι Αθηναίοι  έστειλαν τον χειρότερο, κατά τη γνώμη τους, τον ανάπηρο Τυρταίο, που καταγόταν από τις Αφίδνες της Αττικής.

Ο Τυρταίος κατάφερε να εμψυχώσει τους Σπαρτιάτες, να αναπτερώσει το ηθικό τους και να τους οδηγήσει στη νίκη. Μια άλλη εκδοχή θέλει τον Τυρταίο να κατάγεται από τη λακωνική πόλη Αφίδνες και όλα τα παραπάνω να επινοήθηκαν από τους Αθηναίους. Προς την εκδοχή αυτή συγκλίνουν και οι σύγχρονες απόψεις. Ο χαρακτήρας της ποίησής του, αλλά και το γεγονός ότι οι Σπαρτιάτες δε θα δέχονταν εύκολα προτροπές από έναν ξένο, ενισχύουν οπωσδήποτε την άποψη ότι ο Τυρταίος ήταν Λακεδαιμόνιος.

Ο Τυρταίος είναι ο μοναδικός Σπαρτιάτης που έγραψε κάτι για την Σπάρτη. Διαμόρφωσε το ηρωικό λακωνικό φρόνημα που διείπε την Σπάρτη και είναι αυτός που προσδιόρισε το περιεχόμενο της Σπαρτιατικής αγωγής, «ομαδική πειθαρχία εν πνευματι δικαιοσύνης και ατομική θυσία δια την ευημερία και την δόξα της Πόλεως» (μτφρ. Πανταζοπουλος). Από το σύνολο του έργου του, διασώθηκαν μόνο τρία ολοκληρωμένα ποιήματα μέσα από τα έργα του Στράβωνα, του Λυκούργου (ρήτορα) και του Στοβαίου.

Στις «Υποθήκες» – το μεγαλύτερο ποίημα που διασώθηκε – ο ποιητής κάνει συνεχή έκκληση για πολεμική αρετή και αναφέρεται στην τύχη που επιφυλάσσεται στους γενναίους αλλά και στους δειλούς. Η «Ευνομία», όπως αποδεικνύει και ο τίτλος της, αποτελεί εγκώμιο προς την πειθαρχία, την τάξη και την υπακοή στους νόμους, που τόσο κλονίστηκαν εξαιτίας του πολέμου. Εκτός από πολεμικές ελεγείες έγραψε και «μέλη πολεμιστήρια», πολεμικά άσματα  στη δωρική διάλεκτο και όχι στην ιωνική, όπως οι ελεγείες. Τα εμβατήριά του τα τραγουδούσαν οι Λακεδαιμόνιοι υπό τους ήχους αυλού, καθώς βάδιζαν εναντίον των εχθρών.

 

ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ

«Εμπρός της Σπάρτης τα παιδιά

της λεβεντογεννήτρας,

με την ασπίδα στα ζερβά,

μ’ ατρόμητο κοντάρι,

μην τη λυπάστε τη ζωή

σαν άξιοι γιοί της Σπάρτης.»

(Μετάφραση: Διον. Μπιτζελέκη)

%cf%81%cf%81%cf%81


ΥΠΟΘΗΚΕΣ

«Δε λογαριάζω ούδε ψηφώ κανένα των ανθρώπων

εγώ για τάχος των ποδιών ή δυναμοχεριά,

κι αν έχει την κορμοστασιά και τη γροθιά Κυκλώπων

μα κι αν νικάει στο τρέξιμο της Θράκης το Βοριά,

κι αν έχει από τον Τιθωνό πιότερα τούτος κάλλη,

κι από τον Μίδα τον πολύ πιο πλούσιος αν γενεί,

και αν ξεπερνάει τον Πέλοπα στην αρχοντιά την άλλη

και αν έχει την γλυκόλαλη τ’ Αδράστου τη φωνή,

και αν έχει πάσα χάρη του, χωρίς λεβεντιά να’χει!

γιατ’ άνδρας τούτος δεν είναι -του κάκου- αν δεν μπορεί

τους ματωμένους σκοτωμούς να βλέπει μες στη μάχη

και στον εχθρό όλο πιο κοντά να πάει και να βαρεί.

Νά, τούτη είν’ παληκαριά, τ’ ατίμητο στεφάνι,

π’ αξίζει πρώτα να φορεί στον κόσμο κάθε νιός

γιατί και της πατρίδας του και όλων καλό θα κάνει

σαν προσπερνά απο τες γραμμές και μπαίνει ομπρός ομπρός

και ντροπιασμένο τι θα πεί φευγιό μηδέ το ξέρει

και όλη του βάλει την ψυχήν εκεί και το θυμό

και δίνει του συντρόφου του θάρρος πολύ και χέρι

αυτός είναι στον πόλεμον ο άνδρας που τιμώ!

Των αντιμάχων γρήγορα τους λόχους θα σκορπίσει,

αυτός της μάχης σταματά το κύμα, την ορμή.

Και πάλι όποιος ανάμεσα στους πρώτους ξεψυχήσει,

καμάρι της πατρίδας του και των γονιών τιμή,

με κάμποσες λαβωματιές στα στήθη τα πανώρια

ή με πληγές στη μέση του μπροστά – μόνο μπροστά!

τούτον μαζί μοιρολογούν και γέροντες κι αγόρια

και το χωριό του αλάκερο τη θλίψη του βαστά

και ο τάφος του πασίγνωστος, καθώς και τα παιδιά του

και των παιδιών του τα παιδιά και όλη η γενιά μαζί

κι η δόξα δεν ξεγράφεται ποτές ή τ’ όνομά του

και μες στο χώμα γίνεται αθάνατος και ζεί

εκείνος που σαν πολεμά και μάχεται και στέκει,

για την πατρίδα, τα παιδιά σαν άνδρας σκοτωθεί!

Εί δε γλιτώσει το βαρύ του χάρου το πελέκι

και πάρει νίκης ζηλευτής τιμή με το σπαθί,

χαρά του! Όλοι τον ‘παινούν, ίδια και νιοί και γέροι

και με πολλά φθάνει καλά την ώρα της θανής.

Όσο γερνάει και πιο πολύ ο κόσμος τόνε ξέρει

κανένας δεν τον αδικεί, δεν τον φθονάει κανείς,

καθένας προσηκώνεται να του παραχωρήσει

την πρώτη θέση, ως κι οι πιο παλαιοί και διαλεχτοί.

Το λοιπόν τούτη την τιμή ν’ αξιωθεί ας πασχίσει

καθ’ άνδρας, κι από πόλεμο ποτέ μην τραβηχτεί.»

(Μετάφραση: Σιμ. Μενάρδος)


«Τί τιμή στο παλληκάρι, όταν πρώτο στη φωτιά

σκοτωθεί για την πατρίδα με τη σπάθα στη δεξιά.

Πόσο λυπηρό ν’ αφήσει την πατρίδα τη γλυκιά,

τα καλά του τα χωράφια και να ζεί με διακονιά.

Με γονιό να παραδέρνει, με γυναίκα ομορφονιά,

με γερόντισσα μητέρα και μ’ ανήλικα παιδιά.

Κι απ’ τη στέρηση και φτώχεια όπου πάει, όπου σταθεί,

να γνωρίζει ότι είναι σ’ όλους η ζωή του μισητή!

Να ντροπιάζει τη γωνιά του, να ντροπιάζεται κι αυτός,

και ποτέ να μην του λείπει απ’ τα χείλη ο στεναγμός.»

(Μετάφραση: Σπ. Τρικούπης)

Επιμέλεια Χ.Λ.