Johann Wolfgang Goethe – Γανυμήδης και Προμηθέας

Το ποίημα του Γκαίτε «Γανυμήδης» εκφράζει την τάση της ψυχής του ποιητή να αγκαλιάσει το θείο φώς. Τον εσωτερικό πυρήνα των όντων, το αιώνιο Εν μέσα στα πολλά που έρχονται και παρέρχονται. Τούτο θέλει να αγκαλιάσει και μ’ αυτό να αγκαλιασθεί η ψυχή του ποιητή με την πρώτη μυστική της τάση. Ο πανώριος έφηβος του ελληνικού μύθου, τον οποίο ο Ζεύς άρπαξε και ανέβασε στον Όλυμπο γίνεται τώρα το σύμβολο αυτής της μανίας της ψυχής του Γκαίτε. Η άνοιξη είναι ο καιρός, οπότε ανοίγει το εσωτερικό των όντων, ανοίγουν τα άνθη και ακούγονται οι φθόγγοι και οι ψίθυροι όλων των πλασμάτων. Αυτήν ακριβώς προσφωνεί ο Γανυμήδης, αυτό το αιώνιο έαρ της ζωής είναι που εκστασιάζει τη ψυχή του ποιητή, ο οποίος θα μιλήσει με το στόμα του μυθικού εφήβου, Γανυμήδη:

 

Πόσο, μέσα στη λάμψη της αυγής,
ολόγυρα με πυρώνεις,
έαρ, αγαπημένο!
Με μυριόμορφη ηδονή της αγάπης
αγγίζει την καρδιά μου
της αιώνιας Σου πυράδας
το άγιο αίσθημα,
άπειρον κάλλος!
Και θέλω να Σ΄αγκαλιάσω!

Αχ! Στην αγκαλιά Σου,
είμαι, λαχταρώ.
Και τ’ άνθη Σου, η χλόη Σου,
εισχωρούν στην καρδιά μου.
Εσύ δροσίζεις την καυστική
δίψα του στήθους μου,
Αγαπημένο αεράκι της αυγής!
Τ’ αηδόνι, όλο αγάπη,
με καλεί από την καταχνιασμένη κοιλάδα.
Έρχομαι, έρχομαι!
Που; αχ! Που;

Προς τα πάνω, προς τα πάνω.
Τα σύννεφα μετεωρίζονται προς τα κάτω,
νεύουν προς την αγάπη που τα λαχταρά.
Προς εμένα! Προς εμένα!
Μέσα στους κόλπους σας,
προς τα πάνω!
Ν’ αγκαλιάσω, ν’ αγκαλιασθώ!
Προς τα πάνω μέσα στους κόλπους Σου
πατέρα, που όλα τα κλείνεις μέσα στην
αγάπη Σου!

Johann Wolfagang von Goethe – Ganymed (1774)

Ganymede and the Eagle. Marble. Roman copy of the 2nd cent. CE after a Greek original from the Praxiteles school, 3rd century BCE. Inv. No. A 950. Saint-Petersburg, The State Hermitage Museum.
Ο Γανυμήδης και ο Αετός. Ρωμαϊκό αντίγραφο του 2ου μ.χ. αιώνα από το πρωτότυπο ελληνικό από την σχολή του Πραξιτέλη, 3ος π.χ. αιώνας. The State Hermitage Museum, Αγία Πετρούπολη.

Το άπειρο και αμέτρητο σύμπαν, το αιώνιο Εν, που υποδουλώνεται με τα άπειρα πολλά, τα οποία έρχονται και παρέρχονται, αυτό προσφωνεί εδώ ο Γανυμήδης ως αιώνιο Εσύ, ως πατέρας, ο οποίος με την αγάπη του ενώνει τα πάντα. Το Εγώ ζητάει λοιπόν εδώ να αναλυθεί, να αναχθεί στο αιώνιο Εσύ, στον πατέρα των πάντων. Όμως εδώ δεν έχουμε απόλυτη θυσία του Εγώ, όπως συμβαίνει στον ρομαντισμό και στον καθαρό μυστικισμό. Ο ποιητής, καθώς εισβάλλει μέσα στην καρδιά του η θεϊκή ευδαιμονία, η ηδονή της αγάπης, απαντά με ισχυρή βουλητική εκδήλωση: «Και θέλω να Σ’ αγκαλιάσω». Τα σύννεφα νεύουν προς τον έρωτα του, προς την λαχτάρα του. Μένει κάπως αόριστο, αν ο ουρανός έλκει τον Γανυμήδη προς τα πάνω ή αν ο Γανυμήδης έλκει τον ουρανό προς τα κάτω. Ο στίχος «Προς εμένα, προς εμένα» δείχνει ότι το Εγώ κατά την ένωση του με το Εσύ, διατηρεί το είναι του. Αλλά εντονότερα ακόμη φαίνεται αυτό από το στίχο «Ν’ αγκαλιάσω, ν’ αγκαλιασθώ», οπού ακριβώς το ενεργητικό και παθητικό ρήμα παρουσιάζουν και την αυτενέργεια του Εγώ και την αυτοθυσία του.



Προμηθέας

Σκέπασε τον ουρανό σου, Δία,
μ’ αντάρα, σύννεφα!
κ’ παίξε, σαν παιδί
που αποκεφαλίζει αγκάθια,
πάνω σε βελανιδιές και κορυφές βουνών.
Τη γη μου να την αφήσεις ήσυχη όμως
και την καλύβα μου, που δεν την έχτισες Εσύ
και την εστία μου, που για τη θράκα της
με φθονείς.

Δεν γνωρίζω τίποτα πιο φτωχό
κάτω απ΄ τον ήλιο από Εσάς, Θεοί!
Θρέφετε φτωχά
με θυσίες
και προσευχές
τη μεγαλειότητα σας.
Και θα λιμοκτονούσατε
δίχως ζητιάνους και παιδιά,
χωρίς ανόητους, μ’ ελπίδες φουσκωμένους.

Όταν ήμουν παιδί κ’ εγώ,
δεν ήξερα τι να κάνω.
Έστρεφα τα πλανεμένα μάτια μου
στον ήλιο, σα νάταν εκεί πάνω
ένα αυτί, ν’ ακούσει το παράπονο μου,
μια καρδιά σαν τη δική μου,
να ελεήσει τον καταπιεσμένο.

Ποιος με βοήθησε
ενάντια στων Τιτάνων την έπαρση;
Ποιος μ’ έσωσε απ’ το θάνατο
και τη σκλαβιά;
Εσύ δεν τ’ αποτέλειωσες μονάχη σου όλα,
άγια καρδιά μου πυρωμένη;
Πού ‘καιγες νέα και καλή,
απατημένη, ευχαριστώντας για τη σωτηρία σου
τον κοιμισμένο εκεί απάνω;

Να τιμήσω Εγώ Εσένα; Για ποιό πράγμα;
Καταπράυνες ποτέ τους πόνους
κανενός ταλαιπωρημένου;
Σταμάτησες ποτέ τα δάκρυα
κανενός πονεμένου;
Άντρα δεν με σφυρηλάτησε
ο παντοδύναμος Χρόνος;
Και το αιώνιο Πεπρωμένο δεν σφυρηλάτησε
τους κυρίους μου και τους δικούς σου;

Φαντάστηκες μήπως,
πως θα μισούσα τη ζωή
και θα ‘φευγα στις ερημιές,
γιατί δεν άνθισαν
όλα μου τα όνειρα;

Μένω εδώ και πλάθω ανθρώπους
κατ΄εικόνα μου.
Ένα Γένος ίδιο με μένα,
να υποφέρει και να κλαίει
ν΄απολαμβάνει και να να χαίρεται,
μα πάνω απ’ όλα, να σε περιφρονεί,
όπως Εγώ!

Johann Wolfagang von Goethe – Prometheus (1774)

prometheus
Προμηθέας Δεσμώτης, Nicolas-Sébastien Adam, 18ος αιώνας, Μουσείο του Λούβρου.

Την αντίθετη τάση της ψυχής του ποιητή την συναντάμε στο ποίημα του «Προμηθέας», οπού ο ήρωας δεν φαίνεται να έχει και πολύ σχέση με τον τιτάνα της ελληνικής μυθολογίας. Αυτός εδώ ο Προμηθέας έρχεται να χτυπήσει μόνος του την αυθάδεια των τιτάνων, ενώ ο Προμηθέας της μυθολογίας βοήθησε τον Δία να καταρρίψει τους Τιτάνες. Όταν όμως ο Δίας θέλησε να καταστρέψει και το γένος των ανθρώπων, τότε ο Προμηθέας αντιστάθηκε εναντίον του. Ο Προμηθέας του Γκαίτε είναι ένας καλλιτέχνης δημιουργός που μορφώνει ανθρώπους κατ’ εικόνα του. Αυτός εδώ αγωνίζεται να περιλάβει το πλήρωμα όλης της ζωής μέσα στην ψυχή και το πνεύμα του, μέσα στην πυρωμένη του καρδιά. Ο ποιητής εδώ θέλει ακριβώς με τη μορφή του Προμηθέα να τονίσει την προσωπικότητα του, και με την πλαστική της μορφή να αποχωριστεί έντονα από όλα τ’ άλλα. Ο ίδιος ο Γκαίτε μας βοηθάει με όσα λέει στο έργο του «Ποίηση και Αλήθεια» να καταλάβουμε τι κυρίως τον συγκινεί όταν γράφει τον Προμηθέα του. «Αισθάνομαι πολύ καλά, ότι κάτι αξιόλογο είναι δυνατόν να δημιουργηθεί μόνο όταν κανείς απομονωθεί. Τα έργα μου, που βρήκαν τόση επιδοκιμασία, ήταν τέκνα την απομονώσεως… και καθώς ήμουν υποχρεωμένος ν’ αποκρούσω τη βοήθεια των ανθρώπων, ναι, να την αποκλείσω, χωριζόμουν κατά τον τρόπο του Προμηθέα και από τους Θεούς, τόσο φυσικότερα, όσο με τον χαρακτήρα μου και τη νοοτροπία μου το ένα μου φρόνημα κατάπινε τα άλλα και τα απέκρουε. Ο μύθος του Προμηθέα ήταν μέσα μου ζωντανός». Εδώ λοιπόν έχουμε ισχυρό πείσμα του Εγώ του καλλιτέχνη, ο οποίος θέλει να μορφώσει ανθρώπους κατ΄ εικόνα του.

Τα δύο αυτά ποιήματα ή καλύτερα ύμνοι στον Γανυμήδη και τον Προμηθέα, συμβολίζουν τις δυο αντίρροπες καταστάσεις της ψυχής του ποιητή. Τη δε σύγκρουση των δυνάμεων αυτών, φανερώνει κατ’ εξοχήν ο Φάουστ.

 

Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος, Ο Φάουστ του Γκαίτε, 1960.