Αφιέρωμα: Ο οπλισμός της ΕΟΚΑ

«Όταν ο Κυπριακός λαός μάθη με ποια μέσα αγωνίζομαι και συγκρατώ τον Αγγλικόν στρατόν εν Κύπρω θα μείνη κατάπληκτος» Γεώργιος Γρίβας Διγενής

 

Αρχικά τα υλικά για τους Αγώνες της ΕΟΚΑ, πυρομαχικά και όπλα εστάλησαν από την Ελλάδα. Αργότερα, από τα χτυπήματα της σε αστυνομικούς σταθμούς και άλλους στόχους κατά των Άγγλων, εμπλούτισαν το οπλοστάσιό της.  Δυστυχώς, η Ελληνική Κυβέρνηση παρά τις υποσχέσεις της για άμεση αποστολή οπλισμού στις συνεχείς υποδείξεις του Γρίβα για την ενίσχυση του Αγώνα, από το 1956 και μετά καμία βοήθεια δεν έστειλε, επινοώντας συνεχώς «προβλήματα». Από τον Ελλαδικό χώρο αυτοί που βοήθησαν σημαντικά στη μεταφορά, συγκέντρωση και αποστολή οπλισμού ήταν οι εξής:

  • Ν. Σταμπόλης, Πλοίαρχος Λιμενικού & Δ/ντης Θαλάσσιων Κρατικών Μεταφορών του ΥΕΝ
  • Λ.Σ Ευαγγελάτος, Προϊστάμενος της Λιμενικής Αστυνομίας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ρόδου
  • Νικόλαος Καλογήρου, Υπηρετούσε στη διεύθυνση Θαλάσσιων Κρατικών Μεταφορών του ΥΕΝ
  • Γεώργιος Φάτσης
  • Θεόφιλος Ξανθόπουλος, Κυβερνήτης του αλιευτικού Π/Κ «ΣΕΙΡΗΝ», το οποίο είχε μεταφέρει κρυφά τον Διγενή στη Κύπρο
  • Βασίλειος Παπαθεοδώρου, Αρχ/στης Λιμενικού

Ο οπλισμός με τον οποίο ξεκίνησε ο Αγώνας αποτελούταν από: Δύο πολυβόλα Ιταλικά, τρία οπλοπολυβόλα Αγγλικά μπρεν, τρία οπλοπολυβόλα Ιταλικά μπρέντα, τέσσερα αυτόματα τόμιγκαν, 17 αυτόματα στεν και στάγερ, 47 τυφέκια διαφόρων τύπων, επτά περίστροφα, 8.100 φυσίγγια Αγγλικά, 3.650 φυσίγγια Ιταλικού πολυβόλου και οπλοπολυβόλου, 9.800 φυσίγγια Ιταλικού τυφεκίου, 10.400 φυσίγγια στεν, 200 φυσίγγια περιστρόφου, 290 χειροβομβίδας, 20 κιλά εκρηκτικών υλών και πυραγωγό σχοινίο. Τα παραπάνω, χρησιμοποιήθηκαν και για έναν χρόνο από την έναρξη του Αγώνα ώσπου ξεκίνησαν και οι παραλαβές υλικού από την Αθήνα. Σε αποστολές, έχει χρησιμοποιηθεί και εξοπλισμός της Οργανώσεως ‘‘Χ’’, ο οποίος είχε φυλαχτεί και αργότερα μεταφερθεί από την Αθήνα στη Κύπρο με καΐκια.

Η παραπάνω ποσότητα υλικού, φαντάζει πενιχρή για την διεξαγωγή του Αγώνα, όμως ο Αρχηγός δε προμηθεύτηκε περισσότερο οπλισμό γιατί,  α)  ο Αρχιεπίσκοπος και Κυβερνήτης της Κύπρου Μακάριος ήταν αντίθετος στην ανάληψη σοβαρού ένοπλου αγώνα και έτσι αναγκαστικά θα έπρεπε να αρκεστούν σε λίγα μέσα δολιοφθορών και β) δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα και η τότε Ελληνική Κυβέρνηση δεν ήταν διατεθειμένη να ενισχύσει τον Αγώνα. Άλλωστε, και ο Αρχηγός και οι Αγωνιστές ήταν οπλισμένοι με τόλμη, θάρρος, θέληση και επιθυμία για Ελευθερία και αυτά έφταναν για να υπερνικήσουν όλες τις δυσκολίες.

 

Στη πορεία του Αγώνα, δημιουργήθηκαν εργαστήρια κυρίως για τη κατασκευή βομβών. Αυτά φτιάχτηκαν υπό συνθήκες άκρας μυστικότητας κυρίως σε σπίτια Αγωνιστών.  Το απαραίτητο υλικό για τη κατασκευή τους συγκεντρώθηκε με ποικίλους τρόπους, όπως: κλοπές από μεταλλεία, ανάσυρση εκρηκτικών υλών από σκάφη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου που είχαν βυθιστεί, ακόμα και από ψαράδες που χρησιμοποιούσαν δυναμίτιδα λόγω επαγγέλματος.

Υπήρξαν Αγωνιστές που διέθεταν γνώσεις τεχνικές, οπότε και χρησιμοποιήθηκαν για τον σκοπό αυτό και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία. Οι πρώτες βόμβες που κατασκευάστηκαν λειτουργούσαν με βραδύκαυστο φιτίλι που έπρεπε να ανάψει τη στιγμή της χρήσης. Βέβαια στη πορεία, κατασκευάστηκαν βόμβες οι οποίες είχαν τη δυνατότητα αυτόματης πυροδότησης και βελτιωμένοι τύποι εκρηκτικών και εμπρηστικών μειγμάτων, ήρθαν για να αντικαταστήσουν τις νάρκες πιέσεως και τις πυροδοτούμενες κατά βούληση. Με επιτυχία κατασκευάστηκαν νάρκες πιέσεως με μεγάλη εκρηκτική ισχύ, οι οποίες ήταν χρήσιμες για τη καταστροφή βαρέων στρατιωτικών οχημάτων.

Μετά από επιθετικές ενέργειες των Αγωνιστών, η βρετανική διοίκηση παρενέβη και θέτει υπό έλεγχο τη διακίνηση εκρηκτικών υλικών, όμως η ΕΟΚΑ έχει ήδη φροντίσει την επάρκεια πρώτων υλών, για τουλάχιστον δύο χρόνια.

 

Με τον καιρό πια, η οργάνωση ήταν σε θέση να κατασκευάζει βόμβες εμπρηστικές και ωρολογιακές, αυτόματες χειροβομβίδες, εκρηκτικά και εμπρηστικά μείγματα κ.α. Η ομάδα που ήταν υπεύθυνη για τη προμήθεια των υλικών και τη κατασκευή των εκρηκτικών μηχανισμών, αποτελούταν από επίλεκτους αγωνιστές και πατριώτες: τον τότε υποδιευθυντή του Παγκύπριου Γυμνασίου, έναν χημικό, έναν ραδιοηλεκτρολόγο, φαρμακοποιό, έναν κατασκευαστή βροντώδους υδραργύρου κ.α. Υπήρχε τέτοια επιμέλεια, που ήταν δυνατή μέχρι και η συνδρομή ιατρού χειρούργου σε περίπτωση τραυματισμού κατά τη διάρκεια κατασκευής βομβών. Δυστυχώς, πολύ Αγωνιστές έχασαν τη ζωή τους ή ακρωτηριάστηκαν στη προσπάθειά τους να κατασκευάσουν αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς.  Παράδειγμα αποτελεί ο Αγωνιστής Τουμάζος Τουμάζου που σκοτώθηκε ακαριαία όταν σημειώθηκε έκρηξη κατά τη κατασκευή ενός νέου είδους εκρηκτικής ύλης τον Αύγουστο του 1956 όπως και ο Συναγωνιστής του Αρτέμης Φραντζέσκου που είχε σκοτωθεί παρασκευάζοντας πυρίτιδα λίγες μέρες πριν.

Οι εκρηκτικοί μηχανισμοί, αποτέλεσαν το αποτελεσματικότερο όπλο κατά τη διάρκεια του Αγώνα, ενώ με τον καιρό οι εκρήξεις ήταν φαινόμενο καθημερινό προξενώντας τρομερές απώλειες στον εχθρό.

Πρόβλημα αποτελούσε ο οπλισμός των μαχητών, λόγω ελλιπής ποσότητας. Στις αρχές του 1956 οι Τομεάρχες με εντολή του Αρχηγού, συγκέντρωσαν μέσα σε μια νύχτα εκατοντάδες κυνηγετικά όπλα από τους κατοίκους των εκάστοτε περιοχών και μάλιστα εις γνώση της Αστυνομίας. Συγκεντρώθηκαν περίπου 800 κυνηγετικά όπλα, αποτέλεσμα που θα συνέβαλλε στην εντατικοποίηση του Αγώνα.

 

Αργότερα, οργανώθηκαν υπό την καθοδήγηση του Αρχηγού και οι ομάδες ΟΚΤ (Ομάδες Καταδρομών Τυφεκιοφόρων), οι οποίες εφοδιάστηκαν με τα κυνηγετικά όπλα που προαναφέραμε και οι οποίες δρούσαν με συγκεκριμένο αντικείμενο και πεδίο δράσης. Η δράση τους δηλαδή, θα λάβαινε χώρα κυρίως τη νύχτα κατά στρατιωτικών και αστυνομικών περιπόλων, προκειμένου να γίνεται ασφαλέστερη οποιαδήποτε διαφυγή ομάδων της ΕΟΚΑ, καθώς θα αναλάμβανε και την εκτέλεση προδοτών και πρακτόρων. Αντί για τα κλασικά σκάγια χρησιμοποιούσαν σφαιρικά βλήματα από μόλυβδο, τα οποία κατασκεύαζαν στα μυστικά εργαστήρια.

Αναφορά αξίζει να γίνει και στα κρησφύγετα που χρησιμοποιούσαν οι Αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Ήταν μυστικά ορμητήρια, που μόνοι τους επινοούσαν και κατασκεύαζαν, είτε σε πλαγιές βουνών, είτε σε υπόγεια κατοικιών, είτε σε ερημικές ορεινές περιοχές. Είχαν τέτοια ευρηματικότητα, που συχνά ακόμα και οι ανιχνευτικοί σκύλοι των Άγγλων στρατιωτών, δεν τους εντόπιζαν. Η είσοδος των κρησφύγετων μπορούσε να είναι, πίσω από κάποια ντουλάπα, κάτω από κάποιο έπιπλο ή ακόμα και κάτω από κάποιο αναμμένο τζάκι! Βρίσκονταν πάντα κοντά στον εχθρό ή ακόμα και δίπλα. Για παράδειγμα, στο Παλαιχώρι υπήρχε κρησφύγετο ακριβώς δίπλα από τον αστυνομικό σταθμού του χωριού, που πολύ συχνά Βρετανοί στρατιώτες στάθμευαν εκεί. Από τα πιο γνωστά είναι εκείνο του Γρηγόρη Αυξεντίου κοντά στη Μονή Μαχαιρά όπου έπεσε και ηρωικά τον Μάρτιο του 1957.

Ο Διγενής και τα «λιοντάρια» του υπερνίκησαν όλα τα εμπόδια, είδαν πέρα από το πρίσμα της ρεαλιστικής εκτίμησης  την οποία ενίσχυσε η τόλμη και η αποφασιστικότητα και παρά τις δυσκολίες και τα λίγα μέσα που διέθεταν, πολέμησαν μέχρις εσχάτων θυσιάζοντας τη ζωή τους στο Βωμό της Πατρίδας.

 

«Υπελόγισα επί του ηθικού του στρατού μου, του οποίου η αξία ισοστάθμιζε το ήμισυ της εχθρική δυνάμεως. Έλαβα υπ’ όψιν επίσης, την ΘΕΛΗΣΙΝ μου και την προσωπικήν μου αξίαν, η οποία ισοστάθμιζε πλέον του ημίσεος της εχθρικής δυνάμεως. Έτσι ήμουν ισχυρότερος του αντίπαλου και διέταξα  «ΕΜΠΡΟΣ».» Γεώργιος Γρίβας Διγενής

 

Σ.Μ.