O Μύθος της 3ης Σεπτεμβρίου

Επειδή η 3η Σεπτεμβρίου θεωρείται η γενέθλια μέρα της ελληνικής Αστικής Δημοκρατίας και επειδή ένα από τα πρώην «μεγάλα» κόμματα την μυθοποίησε ταυτίζοντας την με την δική του ιδρυτική διακήρυξη, είναι καλό να πούμε δυο λόγια για τον μύθο της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, αυτής της ημέρας ορόσημο, όχι μόνο των Πασοκτζήδων αλλά όλων των «δημοκρατών», ημέρας κατά την οποία υποτίθεται ότι καθιερώθηκε το Σύνταγμα και το πολίτευμα της Ελλάδος έγινε Συνταγματική Μοναρχία.

 

Τι ήταν λοιπόν η 3η Σεπτέμβρη; Ήταν ουσιαστικά η προσπάθεια των «Προστάτιδων Δυνάμεων» και κυρίως της Αγγλίας να ελέγξουν τον Όθωνα ο οποίος είχε διαπράξει δυο «λάθη»: α) είχε, μετά την ενηλικίωση του, πάρει σοβαρά τον ρόλο του και αυτό προβλημάτιζε την Αγγλία και β) δεν τα πήγαινε καθόλου καλά με την ολιγαρχία. Οι Άγγλοι συμπράττοντες με τους κοτζαμπάσηδες αποφάσισαν να περάσουν χαλινάρι στον Όθωνα. Λόντος, Μακρυγιάννης και άλλες προσωπικότητες του αγγλικού κόμματος της εποχής, από την αρχή προσχώρησαν στην συνωμοσία εναντίον του Όθωνος. Ωστόσο εμπόδιο στα σχέδια τους ήταν η αγάπη του λαού και κυρίως το φιλορωσικό κόμμα που, υπό την ηγεσία του Ανδρέα Μεταξά, συνέχιζε την παραδοσιακή λαϊκή και φιλορωσική πολιτική των Καποδίστρια και Κολοκοτρώνη.

 

Βρέθηκε, όμως, ο τρόπος να συμπράξει και το ρωσικό κόμμα στην συνωμοσία και αφορμή στάθηκε η προσπάθεια του Όθωνος να απεμπλέξει την Εκκλησία από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, στο οποίο υπαγόταν, ιδρύοντας αυτοκέφαλη ελληνική Εκκλησία. Τούτο εκμεταλλεύτηκαν οι του Αγγλικού κόμματος διαβάλλοντας τον Όθωνα στον λαό. Ήταν εύκολος στόχος άλλωστε καθότι παρέμενε πιστός στο Ρωμαιοκαθολικό δόγμα. Κυρίως όμως η σκέψη του να ιδρύσει αυτοκέφαλη Εκκλησία δυσαρέστησε την Ρωσία η οποία έβλεπε ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα έχανε την διαχρονική της επιρροή –  μέσω του πατριαρχείου –  στους Έλληνες ορθοδόξους χριστιανούς.

 

Έτσι με την σύμπραξη και του Ρωσικού κόμματος η επανάσταση ήταν έτοιμη. Ο συνταγματάρχης Καλλέργης – ο οποίος είχε στο μεταξύ χριστεί από τους συνωμότες αρχηγός – διέσχισε έφιππος την Αθήνα και στρατοπέδευσε με την μονάδα του μπροστά στα ανάκτορα. Στο μεταξύ άρχισε να συρρέει κόσμος, περισσότερο από περιέργεια, για να δει τι γινόταν και τι ήταν όλη αυτή η φασαρία. Ο Στρατός φώναζε «Ζήτω το Σύνταγμα» και ο κοσμάκης ρωτούσε «Ποιός είναι αυτός ο Σύνταγμας;». Η βραδιά της φαρσοκωμωδίας τελείωσε με τον Όθωνα να υποκύπτει, αιχμάλωτος, σε έναν άθλιο εκβιασμό. Τελικά υπέγραψε τα διατάγματα που απαιτούσε η επαναστατική επιτροπή. Οι «επαναστάτες» πήραν όσα ήθελαν – αργότερα ο Όθων είπε ότι σκέφθηκε να παραιτηθεί, αλλά η Ελλάς θα έπεφτε σε κατάσταση απόλυτης αναρχίας – και αποχώρησαν αφού πρώτα παρήλασαν φωνάζοντας «ζήτω ο συνταγματικός Βασιλιάς Όθωνας Α».

 

3-%cf%83%ce%b5%cf%80%cf%84%ce%b5%ce%bc%ce%b2%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%85-2

 

Με την συνωμοσία λοιπόν των «Προστάτιδων Δυνάμεων» και του Κοτζαμπασισμού, εγκαθιδρύθηκε η Κοινοβουλευτική Δημοκρατία στην Ελλάδα. Όλο αυτό το πανηγύρι δεν είχε τίποτα να κάνει με τον λαό που στην καλλίτερη περίπτωση ήταν αμέτοχος. Το τελικό συμπέρασμα, αυτό που αφορά και εμάς σήμερα – γιατί πρέπει να ξέρεις από την αρχή πώς ξεκίνησε η Δημοκρατία στην Ελλάδα για να καταλάβεις την σημερινή κατάσταση –  είναι ότι η Κοινοβουλευτική Δημοκρατία είναι ένα ξενόφερτο, αγγλοσαξονικό, πολίτευμα που μας επιβλήθηκε από την Αγγλία και τον κοτζαμπασισμό. Τα κόμματα και ο πολιτικός αγώνας απαιτούν λεφτά και τα λεφτά τα είχαν οι τραπεζίτες του Σίτι. Η Αγγλία βρήκε μ’ αυτό το σύστημα τον τρόπο να επηρεάζει, «δημοκρατικά» πάντα, τα πράγματα στην χώρα μας κατευθύνοντας τα προς το δικό της συμφέρον. Η ντόπια ολιγαρχία ήταν και είναι ξενόδουλη, δεν έχει καμία σχέση με τον λαό και θα συνεργαζόταν με τον οποιονδήποτε ξένο, αρκεί να προωθούσε αυτός τα συμφέροντά της.

Ο ελληνικός λαός, για να βγει από την κρίση – την οικονομική και ηθική κρίση στην οποία έχει περιέλθει – πρέπει να αναζητήσει τις ρίζες του και να νιώσει μέσα στο αίμα του τι είναι ικανός να κάνει. Μόνο όταν πάψει να τρέφει ψεύτικες ελπίδες για ξένους σωτήρες και αντιληφθεί ότι μόνος του πρέπει να σπάσει τα δεσμά της σκλαβιάς του και να σταθεί στα πόδια του, περήφανα όπως άλλοτε, μόνο τότε θα το κάνει και πράξη. Ως τότε, χρέος όλων μας είναι ο διαρκής αγώνας για πνευματική αφύπνιση και πάνω απ’ όλα οι συνεχείς δράσεις που σταδιακά θα αναζωπυρώσουν τη φλόγα του εθνικισμού και οι Έλληνες θα βγουν και πάλι στο δρόμο για να πάρουν πίσω την πατρίδα τους.

 

Ο.Λ.