Ξενοφώντος, Λακεδαιμονίων Πολιτεία

 

«Όταν κάποτε σκέφτηκα ότι η Σπάρτη, που ήταν μια από τις πιο ολιγάνθρωπες πόλεις, έχει αναδειχθεί η πιο ισχυρή και η πιο ονομαστή πόλη στην Ελλάδα, απόρησα πως τάχα έγινε αυτό· όταν όμως γνώρισα καλά τη ζωή των Σπαρτιατών, έπαψα να απορώ». Ξενοφών.

 

 

 Ακολουθούν αποσπάσματα απο το έργο του Ξενοφώντα, Λακεδαιμονίων Πολιτεία.

 

Αγωγή και εκπαίδευση των παίδων

Σκοπός του Ξενοφώντα με τη συγγραφή του έργου αυτού ήταν να καταδείξει το μεγαλείο της νομοθεσίας του Λυκούργου, στην οποία απέδιδε τη μεγάλη ισχύ και ευδαιμονία του σπαρτιατικού κράτους. Αρχικά αναφέρθηκε στους νόμους του Σπαρτιάτη νομοθέτη για την τεκνοποίηση.

 

ΞΕΝ, ΛακΠολ 2.1–2.5

«Εγώ, λοιπόν, αφού έγραψα σχετικά με την τεκνογονία, θέλω να αναφερθώ και στην παιδεία που παρέχεται σε κάθε μια από τις δύο πόλεις–κράτη. Όσοι λοιπόν από τους άλλους Έλληνες υποστηρίζουν ότι μορφώνουν τα παιδιά τους με τον καλύτερο τρόπο, μόλις τα παιδιά αρχίσουν να καταλαβαίνουν όσα τους λένε, αμέσως προσλαμβάνουν γι’ αυτούς παιδαγωγούς υπηρέτες κι αμέσως τα στέλνουν σε δασκάλους για να μάθουν γραφή, μουσική και να ασκηθούν στη γυμναστική. Επιπλέον κάνουν τα πόδια των παιδιών τρυφερά, φορώντας τους παπούτσια, και αποχαυνώνουν το σώμα τους, αλλάζοντας τους συνέχεια ρούχα· όσο για το φαγητό θεωρούν μέτρο το στομάχι τους.

Ο Λυκούργος όμως αντί να έχει ο κάθε νέος από ένα δούλο παιδαγωγό χωριστά στο σπίτι του, καθόρισε για όλους μαζί να επιβλέπει την αγωγή τους ένας άνδρας, από κείνους που ασκείται η ουσιαστικότερη εξουσία, που ονομάζεται παιδονόμος, και αυτόν τον κατέστησε υπεύθυνο και να συγκεντρώνει τα παιδιά και να φροντίζει, αν κάποιο απ’ αυτά είναι πονηρό ή ατίθασο, να τα τιμωρεί αυστηρά. Του έδωσε επίσης και μαστιγοφόρους για τους έφηβους, για να τους χτυπούν όποτε χρειαζόταν, με αποτέλεσμα να υπάρχει στην αγωγή μεγάλος σεβασμός και αυστηρή πειθαρχία.

Αντί πάλι να ανακουφίζει τα πόδια τους με σανδάλια, καθόρισε να σκληραγωγούνται με ανυποδησία, με τη σκέψη ότι, αν εξασκούνταν έτσι, πολύ πιο εύκολα θα ανέβαιναν στις ανηφόρες και πολύ ασφαλέστερα θα κατέβαιναν στις κατηφόρες και ότι ένας ξυπόλυτος πολύ πιο άνετα θα πηδούσε και θα σηκωνόταν και θα έτρεχε, αν είχε συνηθίσει στη σκληραγωγία τα πόδια του, παρά αν φορούσε σανδάλια. Κι αντί να καμαρώνουν με συχνές αλλαγές ρούχων, έκρινε ότι πρέπει να συνηθίζουν με ένα είδος ρούχων όλο το έτος, πιστεύοντας ότι έτσι θα αντιμετώπιζαν ευκολότερα και το κρύο και τη ζέστη. Όσο για το φαγητό, καθόρισε έτσι να σιτίζεται ο κάθε έφηβος, ώστε ποτέ να μην αισθάνονται βαρυστομαχιά από την πολυφαγία, και να είναι έτοιμοι να αντέξουν στην πείνα, πιστεύοντας ότι όσοι εκπαιδεύονται έτσι θα μπορούσαν πολύ πιο εύκολα, αν χρειαζόταν, να αντιμετωπίσουν την έλλειψη τροφής, και πολύ περισσότερο, αν δινόταν διαταγή, με την ίδια ποσότητα (μερίδα) φαγητού θα περνούσαν περισσότερες μέρες, και λιγότερο θα αισθάνονταν την έλλειψη μαγειρεμένου φαγητού και θα έτρωγαν οτιδήποτε και θα ζούσαν και πιο υγιεινά· έκρινε εξάλλου ότι προσθέτει ύψος η διατροφή που κάνει τα σώματα λυγερά περισσότερο παρά αυτή που παχαίνει με το πολύ φαγητό». Μτφρ. Π. Βλαχάκος & Γ.Α. Ράπτης.

 

 

Η απαγόρευση του πλουτισμού

Αφού ολοκλήρωσε την εξέταση της αγωγής και των ασχολιών των παιδιών και των εφήβων και περιέγραψε τον τρόπο ζωής που επέβαλε ο Λυκούργος με τα συσσίτια και την κοινοκτημοσύνη των αγαθών και των παιδιών, ο Ξενοφώντας αναφέρεται στην απαγόρευση της συσσώρευσης πλούτου.

 

ΞΕΝ, ΛακΠολ 7.1–7.6

«Επιπλέον ο Λυκούργος, αντίθετα με τους άλλους Έλληνες, καθιέρωσε στη Σπάρτη ως νόμιμα και τα εξής: στις άλλες δηλαδή πόλεις ως γνωστόν όλοι αγωνίζονται να συσσωρεύσουν πλούτο όσο το δυνατόν περισσότερο. Άλλος έχει χωράφια, άλλος καράβια, άλλος γίνεται έμπορος κι άλλοι ζουν ασκώντας κάποια τέχνη. Αντίθετα, στη Σπάρτη ο Λυκούργος απαγόρευσε στους ελεύθερους πολίτες να ασκούν δραστηριότητες που σωρεύουν πλούτη και καθόρισε ως αποκλειστικές τους δράσεις όσες εξασφαλίζουν στις πόλεις την ελευθερία. Πράγματι, γιατί πρέπει να φροντίζει κανείς για τα πλούτη εκεί όπου, θεσπίζοντας (ο Λυκούργος) την ισότητα στη διατροφή και στον τρόπο ζωής γενικότερα, πέρασε την αντίληψη να μην κυριεύονται από την επιθυμία για πλούτη με στόχο την καλοπέραση; Ούτε πάλι θα έπρεπε να μαζεύουν χρήματα για να αγοράζουν (ακριβά) ρούχα· γιατί δεν καμαρώνουν για τα πολυτελή τους ρούχα αλλά για την ευεξία του σώματός τους. Ούτε πάλι ήταν ανάγκη να αποταμιεύουν χρήματα για να μπορούν να τα ξοδεύουν με τους συγκάτοικους της σκηνής τους, γιατί έκανε πεποίθηση στο λαό την αντίληψη ότι είναι πιο τιμητικό να συμπαραστέκεται κανείς στους φίλους του με σωματικούς κόπους παρά με το να ξοδεύει (για χάρη τους) χρήματα, αποδεικνύοντας ότι το ένα είναι κατάθεση ψυχής ενώ το άλλο απότοκο του πλούτου. Ασφαλώς, όρθωσε φραγμούς και στη συγκέντρωση πλούτου από αδικοπραγίες. Πρώτα πρώτα θέσπισε τέτοιο νόμισμα, το οποίο ποτέ δε θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο από αφέντες και δούλους μπαίνοντας στο σπίτι, ακόμη κι αν ήταν της (ευτελούς) αξίας δέκα μνων∙ γιατί, θα χρειαζόταν μεγάλο χώρο (να διαφυλαχθεί) και (ολόκληρη) άμαξα να μεταφερθεί. Ακόμη, γίνονται έρευνες στα σπίτια για τυχόν απόκρυψη χρυσού ή ασημιού, κι αν κάπου ανακαλυφθεί, ο κάτοχος τιμωρείται. Για ποιο λόγο λοιπόν θα έδειχνε κανείς ζήλο για πλουτισμό εκεί όπου η απόκτηση πλούτου προξενεί περισσότερες λύπες απ’ όσες ευχαριστήσεις παρέχει η χρήση του;» Μτφρ. Π. Βλαχάκος & Γ.Α. Ράπτης.

 

 

Ο Θεσμός των Εφόρων: Η εξασφάλιση της Πειθαρχίας των πολιτών

Μετά την εξέταση των νόμων του Λυκούργου που καθόριζαν την αγωγή και τον τρόπο ζωής των Σπαρτιατών, ο Ξενοφώντας αναφέρεται στο θεσμό των πέντε Εφόρων.

 

ΞΕΝ, ΛακΠολ 8.1–8.5

«Όλοι ασφαλώς γνωρίζουμε ότι στη Σπάρτη (οι πολίτες) είναι εξαιρετικά υπάκουοι στις αρχές και στους νόμους. Εγώ βέβαια πιστεύω ότι δε θα επιχειρούσε να επιβάλει ο Λυκούργος αυτή την ευταξία νωρίτερα παρά αφού εξασφάλισε τη συγκατάθεση των πιο ισχυρών παραγόντων της πόλης. Αυτά τα συμπεραίνω, διότι στις άλλες πόλεις οι ισχυρότεροι ούτε καν θέλουν να φαίνονται ότι φοβούνται την εξουσία, αλλά αυτό το θεωρούν ανελεύθερο· στη Σπάρτη όμως η ανώτερη τάξη και υπακούει στους άρχοντες και καμαρώνει με το ότι είναι ταπεινή και με το ότι όταν προσκαλείται, υπακούει τροχάδην και όχι βάδην, πιστεύοντας ότι αν αυτοί, κάνουν την αρχή να υπακούουν τυφλά, ασφαλώς θα ακολουθήσουν και οι άλλοι· πράγμα που ήδη έχει γίνει. Εύλογα λοιπόν αυτοί οι ίδιοι περιέβαλαν με δύναμη το θεσμό των εφόρων, γιατί ακριβώς πίστεψαν ότι η πειθαρχία είναι το μεγαλύτερο αγαθό και στην πόλη και στο στρατό και στο σπίτι· γιατί, με όσο μεγαλύτερη δύναμη περιβάλλεται η εξουσία, τόσο περισσότερο έκριναν ότι θα μπορούσε αυτή να εξαναγκάσει τους πολίτες να πειθαρχήσουν. Γιατί, οι έφοροι έχουν το δικαίωμα να επιβάλουν χρηματικό πρόστιμο σ’ όποιον θελήσουν και έχουν τον τρόπο να το εισπράττουν άμεσα και είναι περιβεβλημένοι με την εξουσία να καθαιρούν και να φυλακίζουν τους άρχοντες, ακόμα και να τους εισάγουν σε δίκη που επισύρει την ποινή του θανάτου. Έχοντας λοιπόν τόσο μεγάλη εξουσία (οι έφοροι), δεν αφήνουν στους εκλεγμένους άρχοντες να ασκούν όλη τη χρονιά την εξουσία όπως τυχόν θελήσουν, όπως γίνεται στις άλλες πόλεις, αλλά όπως ακριβώς οι τύραννοι και οι επόπτες των αθλητικών αγώνων, αν αντιληφθούν ότι κάποιος παρανομεί σε κάτι, τον τιμωρούν στη στιγμή κι αμέσως. Ανάμεσα στα πολλά άλλα καλά επινοήματα του Λυκούργου για να θέλουν οι πολίτες να πεισθούν στους νόμους το καλύτερο μου φαίνεται πως είναι το εξής, ότι δηλαδή δεν έθεσε σε εφαρμογή νωρίτερα τους νόμους για τους πολίτες, παρά αφού επισκέφτηκε με τους πιο έγκριτους συμπολίτες του τους Δελφούς και ρώτησε το θεό (Απόλλωνα) αν ήταν καλύτερο και συμφερότερο για τη Σπάρτη να διάγει πειθαρχική στους νόμους που θέσπισε ο ίδιος. Κι όταν (ο θεός) απάντησε ότι είναι το καλύτερο από κάθε άποψη, τότε μόνο τους έβαλε σε ισχύ, θεσπίζοντας συνάμα ότι δεν είναι μόνο παράνομο αλλά και ανίερο να μην πείθεται κανείς στους νόμους που έχουν και την έγκριση της Πυθίας για την ωφελιμότητά τους». Μτφρ. Π. Βλαχάκος & Γ.Α. Ράπτης.

 

 

Άσκηση στις Αρετές του δημόσιου βίου

Ο Ξενοφώντας εξέθεσε τον αξιοθαύμαστο τρόπο με τον οποίο ο Λυκούργος πέτυχε να θεωρούν οι πολίτες προτιμότερο τον ένδοξο θάνατο από την επονείδιστη ζωή και εξασφάλισε την άσκηση των πολιτών στην αρετή μέχρι τη γεροντική ηλικία. Παρακάτω παρατίθεται απόσπασμα από το κεφάλαιο που αφορά την άσκηση των Σπαρτιατών στις αρετές του δημόσιου βίου και ιδίως στην καλοκαγαθία.

 

ΞΕΝ, ΛακΠολ 10.4–10.6

«Πώς δε να μη θαυμάσει κανείς και σε αυτό πολύ τον Λυκούργο, ο οποίος, επειδή παρατήρησε ότι όσοι θέλουν να γυμνασθούν στην αρετή δεν είναι ικανοί να εργασθούν και για το μεγαλείο της πατρίδος τους, ανάγκασε όλους στη Σπάρτη σε όλες να γυμνάζονται τις αρετές; Όπως λοιπόν οι γυμναζόμενοι ιδιώτες διαφέρουν κατά την ανδρεία από τους μη γυμναζομένους, ομοίως και η Σπάρτη φυσικά όλων των πόλεων κατά την αρετή διαφέρει, επειδή μόνη αυτή έχει την καλοκαγαθία δημόσιο γύμνασμα. Δεν είναι πράγματι και αυτό καλό μέτρο, το ότι δηλαδή, ενώ οι άλλες πόλεις τιμωρούν, αν κάποιος αδικεί συνάνθρωπο του, εκείνος θέσπισε μεγαλύτερες ποινές για όποιον προκλητικά αμελεί να είναι ο πιο ενάρετος; Γιατί πίστευε, όπως φαίνεται, ότι απ’ αυτούς που εξανδραποδίζουν κάποιους ή αφαιρούν ή κλέβουν υφίσταται την αδικία μόνο αυτός που βλάπτεται, ενώ από τους δειλούς και τους άνανδρους προδίδονται ολόκληρες πόλεις. Ώστε εύλογα κατά την άποψή μου πρόβλεψε γι’ αυτούς επιβολή των μεγαλύτερων ποινών». Μτφρ. Α.Ν. Διαμαντόπουλος/Π. Βλαχάκος & Γ.Α. Ράπτης.

 

 

Παλαιότερη και σύγχρονη Σπάρτη: Αξίες και Νόμοι που εγκαταλείπονται και παραβιάζονται

Αφού ολοκλήρωσε την περιγραφή της νομοθεσίας του Λυκούργου, αναφερόμενος στον περίφημο σπαρτιατικό στρατό και συγκεκριμένα στον τρόπο προετοιμασίας και οργάνωσής του, στη στρατιωτική του τακτική, καθώς και στον ρόλο του βασιλιά κατά τις εκστρατείες, ο Ξενοφώντας εξετάζει κατά πόσο εφαρμόζονταν οι επιταγές και οι διατάξεις της στις ημέρες του (μέσα 4 π.χ. αιώνα):

 

ΞΕΝ, ΛακΠολ 14.1–14.7

«Αν τώρα κάποιος με ρωτούσε αν και στις μέρες μας ισχύουν απαράβατοι οι νόμοι του Λυκούργου, αυτό βέβαια, μα το Δία, δε θα το επιβεβαίωνα με σιγουριά. Γιατί, γνωρίζω ότι στο παρελθόν οι Λακεδαιμόνιοι προτιμούσαν να ζουν στην πατρίδα τους αρκούμενοι σε λίγα παρά να αλλοτριώνονται στις άλλες πόλεις ως διοικητές τους ή ως θύματα κολακείας. Και παλαιότερα γνωρίζω ότι αυτοί φοβούνταν να φαίνονται ότι κατέχουν πλούτο· τώρα βλέπω πολλούς και να περηφανεύονται ακόμη για τα πλούτη τους. Ξέρω καλά ακόμη ότι στο παρελθόν έδιωχναν τους ξένους από την πόλη και δεν επέτρεπαν να ταξιδεύουν (οι Σπαρτιάτες) έξω από την πόλη τους, για να μη δηλητηριαστούν με πονηριά οι πολίτες τους επηρεασμένοι από τους ξένους· τώρα όμως γνωρίζω καλά ότι αυτοί που θεωρούνται ότι είναι πρώτοι κατασκοτώνονται να μη χάσουν τη θέση του αρμοστή (διοικητή) σε ξένη πόλη. Κάποτε φρόντιζαν πώς θα γίνουν άξιοι ηγέτες· τώρα όμως μεθοδεύουν πώς θα γίνουν άρχοντες παρά πώς θα είναι αντάξιοι του αξιώματός τους. Κι ακόμα, ως γνωστόν, παλαιότερα οι Έλληνες πήγαιναν στη Σπάρτη και παρακαλούσαν να μπουν ηγέτες εναντίον αυτών που θεωρούνταν ότι αδικούν. Σήμερα, πολλοί συνεννοούνται μεταξύ τους να εμποδίσουν αυτούς να αναλάβουν την εξουσία. Καθόλου, λοιπόν, δεν πρέπει να απορεί κανείς με αυτές τις κατηγορίες που τους καταλογίζονται, γιατί εμφανέστατα ούτε στους θεούς υπακούουν ούτε στους νόμους του Λυκούργου». Μτφρ. Π. Βλαχάκος & Γ.Α. Ράπτης.

 

 

Ολόκληρο το έργο του Ξενοφώντα, Λακεδαιμονίων Πολιτεία, μπορείτε να το διαβάσετε εδώ: https://www.scribd.com/document/329944451/%CE%9E%CE%95%CE%9D%CE%9F%CE%A6%CE%A9%CE%9D-%CE%91%CE%A0%CE%91%CE%9D%CE%A4%CE%91-14

 

Κι ένα πολύ ωραίο βίντεο από έναν καλό συναγωνιστή.