Το χρονικό της Ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα και ο ρόλος της Αλβανίας!

 

12 Οκτωβρίου 1940.
«Ο Ντούτσε είναι αγανακτισμένος με την Γερμανική κατάληψη της Ρουμανίας. Λέει ότι το γεγονός αυτό έχει επηρεάσει αρνητικά την ιταλική κοινή γνώμη, διότι κανείς δεν το περίμενε μετά από τις συζητήσεις στη Βιέννη. Είπε: «Ο Χίτλερ με φέρνει πάντα προ τετελεσμένων γεγονότων. Αυτή τη φορά θα τον πληρώσω με το ίδιο νόμισμα. Θα πληροφορηθεί ότι κατέλαβα την Ελλάδα από τις εφημερίδες. Έτσι, θα αποκατασταθεί η ισορροπία». Τον ρώτησα αν έχει συμφωνήσει με τον Μπαντόλιο. «Όχι ακόμη», απάντησε. «Αλλά θα στείλω την παραίτηση μου ως Ιταλός αν οποιοσδήποτε προβάλει ένσταση στην απόφαση για πόλεμο με τους Έλληνες». Τώρα πια ο Ντούτσε φαίνεται αποφασισμένος να δράσει. Εγώ πιστεύω ότι η επιχείρηση είναι χρήσιμη και εύκολη.»
Ημερολόγιο, Γ. Τσιάνο.

 

17 Οκτωβρίου 1940.
«Με επισκέπτεται ο Στρατάρχης Μπαντόλιο και μιλάει πολύ σοβαρά για την εισβολή μας στην Ελλάδα. Οι τρις επικεφαλείς του Γενικού Επιτελείου εξέφρασαν ομόφωνα την αντίθεση τους. Οι παρούσες δυνάμεις είναι ανεπαρκής και το ναυτικό δεν νιώθει ότι μπορεί να διεξάγει απόβαση στην Πρέβεζα επειδή τα νερά είναι πολύ ρηχά. Ολόκληρη η ομιλία του Μπαντόλιο έχει μια απαισιόδοξη χροιά. Προβλέπει την παράταση του πολέμου, με άμεση συνέπεια την εξάντληση των ήδη ελάχιστων πόρων μας. Τον ακούω, αλλά δεν συμφωνώ. Επιμένω ότι, από πολιτικής σκοπιάς, η στιγμή είναι καλή.» Ημερολόγιο, Γ. Τσιάνο.

 

18 Οκτωβρίου 1940.
«Πηγαίνω νωρίς το πρωί να συναντήσω τον Ντούτσε. Μίλησε με τον Μπαντόλιο, ο οποίος δήλωσε ότι αν κινηθούμε εναντίον της Ελλάδας θα παραιτηθεί. Είχε ένα βίαιο ξέσπασμα οργής και είπε ότι θα πάει ο ίδιος προσωπικά στην Ελλάδα «για να δει την απίστευτη ντροπή των Ιταλών που φοβούνται τους Έλληνες.» Σχεδιάζει να επιτεθεί με κάθε κόστος και αν ο Μπαντόλιο υποβάλει την παραίτηση του, θα γίνει αμέσως δεκτή. Αλλά ο Μπαντόλιο, όχι μόνο δεν την υποβάλει, αλλά ούτε καν επαναλαμβάνει αυτά που είχε πει χθες στον Μουσολίνι.» Ημερολόγιο, Γ. Τσιάνο.

 

20 Οκτωβρίου 1940.
Ο Έλληνας Πρέσβης στη Ρώμη ενημερώνει με επείγον μήνυμά του την ελληνική κυβέρνηση ότι ο Μουσολίνι έχει ήδη αποφασίσει την κήρυξη του πολέμου εναντίον της Ελλάδας. Συγκεκριμένα, τον πληροφορεί για τις λεπτομέρειες της στρατιωτικής σύσκεψης που είχε πραγματοποιηθεί στις 15 Οκτωβρίου στο Palazzo Venezia. Στη σύσκεψη ο Μουσολίνι είχε αναγγείλει την απόφασή του, που είχε λάβει χωρίς να το γνωρίζει ο Χίτλερ, για εισβολή στο ελληνικό έδαφος από την Αλβανία. Στην ίδια σύσκεψη αποφασίζονται οι λεπτομέρειες για την επίθεση με τον Μουσολίνι να καταλήγει: «Ανακεφαλαίωσις. Επίθεσις εις Ήπειρον, Πίεσις προς Θεσσαλονίκην και εις δεύτερον χρόνον προέλασις προς Αθήνας.»

Ο Ντούτσε ήθελε να ισχυροποιήσει τα συμφέροντα της Ιταλίας στα Βαλκάνια. Συγχρόνως ήθελε και αυτός να πετύχει επιτέλους μια μεγάλη νίκη. Να κατακτήσει μια χώρα και να οργανώσει ένα ρωμαϊκό θρίαμβο στην πρωτεύουσά της. Η Ελλάδα του φάνταζε ιδανική περίπτωση.

Ο πρέσβης ανέφερε στο μήνυμά του προς τον Μεταξά ότι η επίθεση ενδεχομένως να γίνει στο διάστημα ανάμεσα στις 25 και 28 Οκτωβρίου και ότι ο Μουσολίνι ζήτησε από τους στρατηγούς του την άμεση μεταφορά στην Αλβανία άλλων 10 Μεραρχιών, προς ενίσχυση των δυνάμεων του μετώπου. Μάλιστα, ο Μουσολίνι θέλοντας να αιφνιδιάσει τον Χίτλερ όρισε συνάντηση μαζί του στη Φλωρεντία στις 28 Οκτωβρίου. Εκεί ήθελε να ενημερώσει τον Φύρερ για την εισβολή στην Ελλάδα, αφού θα είχε γίνει, νομίζοντας ότι η κίνηση του αυτή θα τον χαροποιούσε. Ήταν πολύ ενθουσιασμένος που θα τον αιφνιδίαζε, μιας και ο Χίτλερ δεν τον υπολόγιζε καθόλου στα επιθετικά του σχέδια και είχε καταλάβει σχεδόν όλη την Ευρώπη, χωρίς την ιταλική βοήθεια.

Το μήνυμα του Έλληνα πρέσβη έφτασε στον Μεταξά σε μία περίοδο που οι ιταλικές προκλήσεις είχαν σταματήσει μετά από πολλά επεισόδια και άνανδρες επιθέσεις όπως ο τορπιλισμός της Έλλης. Στην Ελλάδα φαινομενικά επικρατούσε ηρεμία την ώρα που η Ευρώπη βρισκόταν στη δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο, ο Μεταξάς δεν αιφνιδιάστηκε από το μήνυμα. Γνώριζε ότι η είσοδος της Ελλάδας στον πόλεμο ήταν αναπόφευκτη αλλά δεν ήξερε την ακριβή ημερομηνία. Σε οκτώ μέρες θα το μάθαινε.

 

21 Οκτωβρίου 1940.
Ο υποπρόξενος της Ελλάδας στους Αγίους Σαράντα, Τριανταφυλλάκος, τηλεγραφεί στο Υπουργείο Εξωτερικών. Ενημερώνει ότι οι ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις της περιφέρειάς του προωθήθηκαν προς τα σύνορα. Την ίδια ημέρα, ο τοποτηρητής στην Αλβανία Τζακομόνι γράφει στον υπουργό Αλβανικών Υποθέσεων Μπενίνι ότι όσο θα διαρκούν οι εχθροπραξίες, θα μπορούσε να αποσπαστεί το Τάγμα της Βασιλικής Αλβανικής Φρουράς.

Οι Αλβανοί είχαν πάρει την υπόσχεση από τον Μουσολίνι ότι θα τους δώσει τη Θεσπρωτία την οποία αποκαλούσαν Τσαμουριά. Την ήθελαν διακαώς για να κάνουν πράξη το όνειρό τους, δηλαδή τη δημιουργία της Μεγάλης Αλβανίας. Επίσης, η Αλβανία τελούσε από το 1939 σε ένα ιδιότυπο διοικητικό καθεστώς, αυτό της προσωπικής ένωσης με το ιταλικό κράτος, διατηρώντας την κυριαρχία της και την ανεξαρτησία της, αποδεχόμενη όμως ως ανώτατο πολιτειακό άρχοντα τον Ιταλό βασιλιά.

 

flag_of_albania_1939-1943-svg

Η σημαία της Αλβανίας μεταξύ 1939-1943.

 

Με κυβερνητικό διάταγμα (Β.Δ. 194/ΦΕΚ 93/10-6-1940) η Αλβανία δεσμευόταν να κηρύξει τον πόλεμο σε όσα κράτη θα ήταν αντιμέτωπα με την Ιταλία, δέσμευση που επικυρώθηκε κατά την εισβολή στην Ελλάδα. Γι’ αυτό η Ελλάδα με το Βασιλικό Διάταγμα της 10ης Νοεμβρίου 1940, το οποίο εκδόθηκε σε εφαρμογή του Αναγκαστικού Νόμου 2636/1940 “Περί δικαιοπραξιών εχθρών και μεσεγγυήσεως εχθρικών περιουσιών”, όρισε ως εχθρικά κράτη “την Ιταλία μαζί με τις κτήσεις, τα αυτοκρατορικά της εδάφη και τις αποικίες, καθώς και την Αλβανία”, χαρακτηρισμός που ήρθη μόλις το 1988 (για την Αλβανία).

Σε μυστικό υπόμνημά του ο Τζακομόνι γράφει στον Μπενίνι: «προετοιμάζω αλβανικά στοιχεία, εξακριβωμένα θαρραλέα, ειδικά Τσαμουριώτες, τα οποία θα έχουν ως αποστολή να εισέλθουν κρυφά στο ελληνικό έδαφος και εκεί, την ώρα που θα επιτεθεί ο στρατός μας, θα διαπράξουν με τη βοήθεια των πέρα από τα σύνορα φίλων τους τις παρακάτω πράξεις: καταστροφή τηλεγραφικών και τηλεφωνικών συρμάτων, εξάλειψη των φυλακίων και των παρατηρητηρίων κατά μήκος των συνοριακών γραμμών.»

Ο Ιταλός Στρατηγός Βισκόντι Πράσκα είχε ήδη αναθέσει σε ειδικούς αξιωματικούς, συνοδευόμενους από αλβανούς οδηγούς, να εκτελούν αναγνωρίσεις στα σύνορα. Σύμφωνα με τη διαταγή, έπρεπε να οργανωθούν ειδικά τμήματα αποτελούμενα κυρίως από Αλβανούς που θα συνοδεύονταν μόνο από Ιταλούς.

Τα τμήματα θα ήταν επιφορτισμένα με την εξουδετέρωση των μεμονωμένων ελλήνων σκοπών και με την καταστροφή των τηλεφωνικών γραμμών. Οι κινήσεις δεν πέρασαν απαρατήρητες. Το ελληνικό καθεστώς γνώριζε καλά αυτά τα σχέδια. Αν όχι με ακρίβεια σίγουρα σε γενικές γραμμές. Τα τύμπανα του πολέμου ηχούσαν ασταμάτητα από κάθε κατεύθυνση. Οι Ιταλοί, αν και προετοιμάζονταν πυρετωδώς, τηρούσαν σιγήν ιχθύος. Επτά ημέρες πριν από την επίθεση σταμάτησαν κάθε πρόκληση και παρίσταναν τους φιλήσυχους γείτονες που απλά είχαν καταλάβει τη χώρα που συνόρευε με την Ελλάδα και της είχαν υποσχεθεί ελληνικά εδάφη!

Σιωπητήριο επικρατούσε και στις ελληνικές εφημερίδες. Ο Μεταξάς είχε δώσει εντολή να μην δημοσιεύεται καμία πληροφορία στον ελληνικό Τύπο για να μην μάθουν οι Ιταλοί ότι προετοιμαζόταν σιωπηλά για την επίθεση που θα δεχόταν η Ελλάδα επτά ημέρες αργότερα. Η επιστράτευση έγινε με άκρα μυστικότητα και ατομικές ειδοποιήσεις στα σπίτια των έφεδρων. Σταδιακά έφθαναν στα σύνορα και εκπαιδεύονταν για τον πόλεμο, ενώ οι Ιταλοί πίστευαν ότι θα πιάσουν την Ελλάδα στον ύπνο. Ο Μουσολίνι που ήταν απόλυτα σίγουρος για την επερχόμενη νίκη του, ετοίμαζε τις λεπτομέρειες για την παρέλαση στην Αθήνα, μετά την κατάληψη της χώρας.

 
22 Οκτωβρίου 1940.
Οι Ιταλοί ετοιμάζονται πυρετωδώς για την επίθεση στην Ελλάδα. Τα ιταλικά στρατεύματα συγκεντρώνονται στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Ο υπουργός Εξωτερικών Τσιάνο ανακοινώνει στον ιταλό τοποτηρητή στην Αλβανία, Φραντσέσκο Τζιακομόνι, την ημερομηνία επίθεσης. «Ημερομηνία ωρίσθη η 28η Οκτωβρίου». Ο Τζιακομόνι με τη σειρά του ανακοινώσει στον υφυπουργό Αλβανικών Υποθέσεων Μπενίνι το σχέδιο. Είχαν κανονίσει ώστε το απόγευμα της 25ης Οκτωβρίου να εκραγεί βόμβα στο λιμάνι του Αυλώνα, δήθεν ότι την έβαλαν οι Έλληνες. Το πρωί της 26ης Οκτωβρίου θα γινόταν προβοκατόρικη επίθεση εναντίον ιταλικού συνοριακού φυλακίου στην Κορυτσά. Πάλι θα κατηγορούσαν τους Έλληνες. Τέλος το άλλο πρωί, της 27ης Οκτωβρίου, θα έριχναν προκηρύξεις σε αλβανικό έδαφος τις οποίες υποτίθεται θα τις είχαν ρίξει ελληνικά αεροπλάνα ή βρετανικά.

 
28 Οκτωβρίου 1940.
Η Ελλάδα δέχθηκε την επίθεση, από το έδαφος της Βορείου Ηπείρου, όχι μόνο της Ιταλίας, αλλά και της συνενωμένης κάτω από το ίδιο στέμμα Αλβανίας. Στο πλευρό του ιταλικού στρατού μαχόταν τόσο τακτικός αλβανικός στρατός συνολικής δύναμης 15 Ταγμάτων όσο και παραστρατιωτικές ομάδες, οι οποίες κατά την διάρκεια της κατοχής ανέλαβαν την τρομοκράτηση του ελληνικού πληθυσμού της Ηπείρου και την αλλοίωση των εθνολογικών δεδομένων.

Ο Αμερικανός καθηγητής του πανεπιστημίου Χάρτφοντ, Μπ.Φίσερ, σε ανακοίνωση του τον Οκτώβριο του 1990, ανέφερε σχετικά τα εξής: «Ο Μουσολίνι είχε δώσει διαταγές να υπάρχουν δύο αλβανικά Τάγματα σε κάθε ιταλική Μεραρχία, που χρησιμοποιήθηκαν για την εισβολή στην Ελλάδα, και επί πλέον είχαν σχηματιστεί 3 Τάγματα Αλβανών μελανοχιτώνων, που είχαν το σύνθημα: “Πεθαίνουμε όλοι για τον Ντούτσε”.»

Ο πρωθυπουργός της Αλβανίας Σιεβκέτ Βερλάτσι (Shefqet bej Vërlaci) πραγματοποίησε το πρωί της 28ης Οκτωβρίου διάγγελμα προς τον αλβανικό πληθυσμό από τον ραδιοφωνικό σταθμό των Τιράνων, το οποίο δημοσιεύτηκε την επόμενη ημέρα στις αλβανικές εφημερίδες, στην αλβανική και στην ιταλική γλώσσα, μαζί με το διάγγελμα του αντι-βασιλέα. Στο διάγγελμα του ο Αλβανός πρωθυπουργός αναφερόταν στις αλβανικές επεκτατικές διεκδικήσεις στη νότια Ήπειρο, την λεγόμενη Τσαμουριά, ενώ ανέμενε ότι, «ο ιταλικός στρατός, ενωμένος με τους Αλβανούς στρατιώτες, θα κατατροπώσει τα ελληνικά σύμβολα», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε.

 

royal_albanian_gendarmerie

Αλβανοί στρατιώτες χαιρετούν φασιστικά.

Επιμέλεια Α.Τ.