Αίμα και Γη: Η Οικολογία στο Τρίτο Ράιχ (Μέρος 2ο)

Οι κυρίαρχες φυσιογνωμίες που παγιώνουν αυτές τις αντιλήψεις στη Γερμανία του Γ’ Ράιχ είναι ο Dr. Fritz Todt (1891-1942), μαζί με τον σύμβουλο και βοηθό του Dr. Alwin Seifert (1890-1972), έναν εξαιρετικό σχεδιαστή και μηχανικό. Σύμφωνα με όλες τις πηγές, ο Todt, όπως και ο Darré, θεωρείται από τους πλέον ισχυρούς παράγοντες του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, καθώς έως τον θάνατό του το 1942 κατέχει τρία ζωτικά υπουργικά χαρτοφυλάκια (Εξοπλισμών, Δημοσίων Έργων και Αυτοκινητοδρόμων), ενώ επιπλέον ηγείται της τεράστιας ημιεπίσημης οργάνωσης που φέρει το όνομά του “Organisation Todt”, συγκεντρώνοντας υπό τον έλεγχό του όλα τα σημαντικά τεχνικά έργα που εκτελούνται ή προγραμματίζονται στη χώρα. Ο διάδοχός του Albert Speer, τον χαρακτηρίζει ανεπιφύλακτα οικολόγο, λόγω του ότι όλα τα τεχνικά έργα και κυρίως η κατασκευή των αυτοκινητοδρόμων (Autobahn – μία από τις μεγαλύτερες τεχνικές προκλήσεις του 20ου αιώνα) υπακούουν σε μία ανυπέρβλητη περιβαλλοντολογική ευαισθησία. Ο Todt απαιτεί την εφαρμογή της τεχνολογίας σε αρμονία με το περιβάλλον και τη φύση, υπερκαλύπτοντας ακόμη και τα πλέον σύγχρονα οικολογικά κριτήρια για μεγάλης κλίμακας κατασκευές, όπως επίσης και μία σειρά αρχών που ο ίδιος αποκαλεί οργανολογικές και πηγάζουν από τις ιδέες των Λαϊκών (völkisch) κινήσεων.

Το κίνητρο των οικολογικών πλευρών αυτής της προσέγγισης στα τεχνικά έργα πηγάζει από την ανάγκη της έμφασης στην αρμονική προσαρμογή στον περιβάλλοντα χώρο για λόγους αισθητικής, καθώς και από κριτήρια για την προστασία των υδροβιότοπων, των δασικών εκτάσεων και των οικολογικά ευαίσθητων περιοχών. Η παράδοση του σχεδιασμού εξωτερικών χώρων, ειδικά στους μεγάλους κήπους, σε συνδυασμό με το κίνημα Heimatschutz των αρχών του 20ου αιώνα, διαμορφώνουν μια αισθητική τάση στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος που λειτουργεί ως ισορροπιστικό αντίβαρο στην ακραία ορθολογική διαχείριση γης.

Ο Dr. Alwin Seifert, ο ηγέτης αυτής της ομάδας σχεδιαστών, εφαρμόζει ακριβώς αυτήν την αισθητική στους αυτοκινητοδρόμους, συχνά παρακάμπτοντας το ύφος της τοπικής χλωρίδας για να υιοθετήσει μία οικολογική λογική που βασίζεται σε πρότυπα μεγάλης κλίμακας. Αυτή η σχεδίαση εμφανίζει πολλές ιδιαίτερες γερμανικές επιρροές και ενισχύει την πολιτική ρητορεία του Εθνικοσοσιαλισμού και αναμφίβολα συνιστά μια απάντηση στα ευρύτερα προβλήματα της βιομηχανικής κοινωνίας, μετατρέποντας ένα θέμα αισθητικής, που πηγάζει από ριζοσπαστικά κριτήρια, σε μια σοβαρή πολιτισμική λειτουργία, που αντιμετωπίζει δραστικά την εξοντωτικά ολοκληρωτική οικονομική αξιολόγηση και αποτίμηση των παρεμβάσεων στο περιβάλλον.

Ο Rudolf Hess, ο Darré, ο Todt και ο  Seifert αποτελούν την κορυφή μιας ομάδας ανθρώπων, που – παρά τη βιομηχανική έκρηξη της δεκαετίας του ’30 – εξακολουθούν να πραγματώνουν την οικολογική πολιτική της ιδεολογίας του Εθνικοσοσιαλισμού και ήδη από το 1934 εργάζονται δυναμικά για τη διαμόρφωση ενός πολυνομοσχεδίου για την προστασία της φύσης ενσωματώνοντας αυστηρότατα μέτρα ώστε να αποτρέψουν την καταστροφή της αναντικατάστατης βάσης για τη ζωή, αποσπώντας μάλιστα και τη συναίνεση όλων των υπουργείων με μόνη εξαίρεση το υπουργείο Οικονομικών. Σε όλες τους τις ενέργειες έχουν την αμέριστη υποστήριξη του Rudolf Hess, που παρέχει στην Πράσινη Πτέρυγα το ασφαλέστερο αγκυροβόλιο στους κόλπους του Κόμματος. Με τη σταθερή και δυναμική υποστήριξη του Hess, η Πράσινη Πτέρυγα έχει να επιδείξει εντυπωσιακές επιτυχίες και, ήδη από τον Μάρτιο του 1933, εγκαινιάζει την προώθηση μιας πλειάδας διαταγμάτων για το περιβάλλον, που εφαρμόζονται σε ομοσπονδιακό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, ανάλογα με τις κατά περίπτωση προκύπτουσες ιδιαιτερότητες.

Τα νέα μέτρα περιλαμβάνουν προγράμματα αναδασώσεων, προστατευτικές διατάξεις για φυτά και ζώα υπό εξαφάνιση (με πρώτο είδος το λύκο που απειλείται ιδιαίτερα), διατάγματα προστασίας των φυσικών χώρων και τοπίων, που απαγορεύουν την εγκατάσταση βιομηχανικών μονάδων σε ευαίσθητες οικολογικά περιοχές αποτελώντας αναμφίβολα τα προοδευτικότερα και πλέον πρωτοποριακά της εποχής τους. Σχεδιάζονται επίσης ειδικά νομοθετικά μέτρα για την προστασία βιοτόπων άγριας φύσης, στο πλαίσιο του σεβασμού της ιερότητας του γερμανικού δάσους, και ιδρύονται τα πρώτα παγκοσμίως εθνικά πάρκα, οριοθετώντας τις προστατευόμενες περιοχές. Και όλα αυτά στην υπερβιομηχανική Γερμανία του μεσοπολέμου!

Η μεγαλύτερη ίσως επιτυχία του Hess και της Πράσινης Πτέρυγας είναι το πολυνομοσχέδιο Reichsnaturschutzgesetz (Νόμος Προστασίας της Φύσης), που ψηφίζεται την 1η Ιουλίου του 1935 και παραμένει σε ισχύ ως το 1976, οπότε και αντικαθίσταται από ελαστικότερο από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γερμανίας. Το πρωτοφανές για την εποχή του θεσμικό και νομικό πλαίσιο καθιερώνει τα κριτήρια για την προστασία της χλωρίδας, της πανίδας και των φυσικών μνημείων. Αλλά κυρίως περιορίζει δραστικά την εμπορική αξιοποίηση των τελευταίων περιοχών με άγρια φύση στη χώρα, ενώ απαιτεί από κάθε αξιωματούχο σε ομοσπονδιακό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο να ενημερώνει έγκαιρα τις υπεύθυνες για την εφαρμογή του αρχές πριν προχωρήσει σε οποιαδήποτε ενέργεια παρέμβασης στο περιβάλλον.

Ο Επίτροπος για την Προστασία της Φύσης, Walter Schönichen, το ανακηρύσσει σε κορωνίδα των προσδοκιών των λαϊκών (völkisch) κινήσεων, ενώ ο διάδοχός του, Hans Klose, το χαρακτηρίζει το αποκορύφωμα για την Προστασία της Φύσης της Γερμανίας και αναμφίβολα ευθυγραμμίζει το κόμμα με την οικολογική διανόηση στη χώρα, ενσωματώνοντας στον Εθνικοσοσιαλισμό την περιβαλλοντική συνείδηση. Μια από τις εντυπωσιακότερες ενέργειες αυτού του δυναμικού οικολογικού ρεύματος εστιάζεται στα αλλεπάλληλα μέτρα για την προστασία των ζώων. Το 1932 ήδη, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος προτείνει στο Reichstag νομοσχέδιο για την απαγόρευση της ζωοτομίας, δηλαδή των τομών σε ζώντα ζώα για τελετουργικούς ή πειραματικούς σκοπούς, ενώ στις 21 Απριλίου του 1933 σχεδόν αμέσως μετά την άνοδο του κόμματος στην εξουσία, ψηφίζεται το πρώτο σχετικό νομοσχέδιο που αφορά τη λειτουργία των σφαγείων, απαγορεύοντας τη σφαγή ζώων σε αδιευκρίνιστες ή αμφιλεγόμενες συνθήκες που δεν ελέγχονται από τις αρμόδιες αρχές.

Τη σκυτάλη παραλαμβάνει το υπουργείο Εσωτερικών του ομόσπονδου κρατιδίου της Πρωσίας, που τρεις ημέρες αργότερα, στις 24 Απριλίου, ενεργοποιεί διάταγμα απαγόρευσης της σφαγής ποικιλόθερμων (κυρίως ερπετών), που ακολουθείται από το διάταγμα απαγόρευσης της ζωοτομίας στις 16 Αυγούστου. Στις 24 Νοεμβρίου του 1933 ψηφίζεται, σε ομοσπονδιακό πλέον επίπεδο, το νομοσχέδιο Reichstierschutzgesetz (Νόμος Προστασίας των Ζώων) που, μεταξύ άλλων, απαγορεύει την κακομεταχείριση των ζώων, τη χρήση τους σε κινηματογραφικές παραγωγές ή άλλα δημόσια θεάματα που ενδεχομένως προκαλούν πόνο και προβλήματα στην υγεία τους και καταργεί τη διάκριση μεταξύ οικόσιτων και αγρίων ζώων. Οι δύο υπεύθυνοι της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του υπουργείου Εσωτερικών, Clemens Giese και Waldemar Kahler, που σχεδιάζουν και καταθέτουν το νομοσχέδιο, εξηγούν το νομικό σκέλος του σκεπτικού τους, τονίζοντας ότι στόχος του νομοσχεδίου είναι να προστατευθεί το ζώο για χάρη του εαυτού του (και όχι για χάρη του ανθρώπινου συμφέροντος απ’ αυτό), μετατρεπόμενο σε υποκείμενο προστασίας πέραν όλων των ορίων των υπαρχουσών διατάξεων. Διευκρινίζεται πως νομικά υποκείμενα, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις του νομοσχεδίου, είναι όλα τα έμβια όντα με τη γενική έννοια του όρου και όσα βιολογικά χαρακτηρίζονται ζώα, χωρίς διάκριση οικόσιτου, κατοικίδιου ή αγρίου, χωρίς οριοθέτηση ανώτερου και κατώτερου, χρησίμου ή επικινδύνου για τον άνθρωπο. Στις 23 Φεβρουαρίου του 1934, το υπουργείο Εμπορίου και Απασχόλησης της Πρωσίας εισάγει με διάταγμα την υποχρεωτική αγωγή των νόμων περί προστασίας στην πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ακολουθεί, στις 3 Ιουλίου, το διάταγμα περιορισμού της δράσης των κυνηγών, ενώ μετά τη διεθνή διάσκεψη για την προστασία των ζώων στο Βερολίνο το 1934, εισάγονται σε ομοσπονδιακό επίπεδο, τα διατάγματα απαγόρευσης σφαγής ποικιλοθέρμων και υποχρεωτικής αγωγής των νόμων για την προστασία των ζώων, με την εισαγωγή και της οριοθέτησης προστατευόμενων περιοχών για την προστασία των υπό εξαφάνιση ειδών.

Σήμερα οι αμφισβητήσεις και οι διαστρεβλώσεις του συστημικού φιλοσημιτικού πολιτικού φερέφωνου  , συνοψίζονται στα εξής: Η ζωοφιλική πολιτική του Γ’ Ράιχ, κατά αυτούς, είχε ως στόχο να δημιουργήσει ένα συμβολικό σύστημα που στην ουσία στόχευε τους Εβραίους. Ελπίζω να σας άρεσε το ανέκδοτο της αντιναζιστικής επιχειρηματολογίας. Στην πραγματικότητα αυτό το επιχείρημα δείχνει ακριβώς την γύμνια τους και την εμπάθεια τους απέναντι σε αυτό το ζήτημα και γενικότερα στον σχολιασμό του Γ’ Ράιχ, καθιστώντας τους αναξιόπιστους και γελοίους. Όλοι αυτοί λοιπόν προωθούν σήμερα «πρωτοποριακά» και «προοδευτικά» πρότυπα οικολογικής συνείδησης προς εφαρμογή. Σύμφωνα με οδηγία της Ε.Ε προβλέπονται τα ακόλουθα:

1. Επιτρέπεται η χρήση ζώων σε πειράματα ακόμη και αν αυτό δεν κρίνεται απαραίτητο. Αρκεί η δικαιολογία πως τα πειράματα γίνονται για φαρμακευτικά σκευάσματα.

2. Επιτρέπει τη χρήση αδέσποτων σε πειράματα. Τα αδέσποτα θα καταλήγουν στο εξής στα εργαστήρια.

3. Θα είναι δυνατή η επαναχρησιμοποίηση ζώων που έχουν χρησιμοποιηθεί ήδη σε πειράματα και έχουν υποστεί «μόνο μέτριου μεγέθους πόνο και στρες». Πρακτικά αυτό σημαίνει πως ένα ζώο μονάχα νεκρό θα σταματήσει να υφίσταται τα πειράματα!

4. Τα πειράματα μπορούν να γίνονται χωρίς αναισθησία

5. Νομιμοποιούνται τα ηλεκτροσόκ, με στόχο να είναι τα ζώα αβοήθητα και να μην «αντιστέκονται» στα πειράματα…

6. Τα ζώα θα μπορούν να απομονώνονται από τα υπόλοιπα και να έρχονται σε επαφή μονάχα με ανθρώπους.

7. Χωρίς αναισθησία θα γίνονται και οι τομές στον θώρακα για «ερευνητικούς σκοπούς».
Πρόκειται για ανανέωση του περιεχομένου μιας οδηγίας του 1986 (Directive 86/609/EEC), που έγινε στις 8 Σεπτεμβρίου 2010 από τους «ηθικούς» Ευρωπαίους νομοθέτες… Το γεγονός αποσιωπήθηκε σκοπίμως από τα ΜΜΕ, μια και τέτοια γεγονότα δεν θεωρούνται αρκετά σημαντικά ώστε να τα γνωρίζουμε…

 

 

Βαγγέλης Ξ.