Αίμα και Γη: Η οικολογία στο Τρίτο Ράιχ (Μέρος 1ο)

Ήρθε η εποχή που όλα αστικοποιούνται και «λειαίνονται». Η εποχή που όλα γίνονται «επικίνδυνα», άχρωμα και άοσμα για να αντικατοπτρίσουν τους ανθρώπους που τα υιοθετούν, τους αστούς. Ο αστός είναι ένα αξιοπερίεργο ον όπου κλεισμένο μέσα στις φοβίες του μονίμως παραπονιέται για την κατάσταση που βιώνει, αντιδρά όμως σφόδρα στην οποιαδήποτε αλλαγή αυτής της κατάστασης. Οι συνήθειες του θεωρούνται «ιερές» όπως και οι αξίες του, μέχρι ο ίδιος να τις προδώσει προκειμένου να ντροπιάσει για ακόμα μια φορά την ίδια του την ύπαρξη. Τελευταία ο αστός απέκτησε «πατριωτική» και «οικολογική» συνείδηση μόνο που ο πατριωτισμός του είναι του καναπέ, μέσω του διαδικτύου, όπως και η οικολογία του αφού η μόνη του προσφορά σε αυτήν είναι το κλείσιμο του ηλεκτρικού ρεύματος για μια ώρα μια φορά τον χρόνο, κατά την οποία «κλαίει» για τον θάνατο του «πολιτισμού» του.

Στόχος μας στο παρόν άρθρο είναι να καταδείξουμε την φαυλότητα της ανθρωποκεντρικής ζωοφιλίας, όπως και την υποκρισία των «δημοκρατών» επικριτών μας όταν αυτοί καλούνται να σχολιάσουν την Εθνικοσοσιαλιστική ζωοφιλία και πολιτική. Ακολούθως θα παρουσιάσουμε την υγεία της πραγματικής φυσιολατρίας και ζωοφιλίας όπως αυτή πραγματώθηκε στην Εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία. Ο κίνδυνος που καταδεικνύεται σε κάθε έκφανση των αστικών ανησυχιών είναι ότι αυτές είναι άκρως υποκριτικές και εν τέλει επιζήμιες, αφού οι συνειδήσεις παραμένουν κοιμώμενες απέναντι στους κινδύνους και το «ξυπνητήρι» το καλύπτει ο ήχος του νανουρίσματος του αστικού «ακτιβισμού».

Το 1933, με την άνοδο του NSDAP στην εξουσία, έγινε πραγματικότητα αυτό που μέχρι σήμερα οι απανταχού ζωόφιλοι κυνηγάνε. Την απαγόρευση της ζωοτομίας. Οι ποινές για τον βασανισμό ή τον φόνο ενός ζώου φτάσανε στα επίπεδα που πάντα απαιτούσε η ζωοφιλική κοινότητα και ακόμα παραπάνω. Οι πολιτικές σχετικά με την συνύπαρξη των άγριων ζώων και του ανθρώπινου πολιτισμού, φτάσανε σε πρωτόγνωρα επίπεδα, μέχρι και την επίτευξη έργων οδοποιίας κατάλληλα για την διατήρηση της ομαλής διαβίωσης των ζώων του δάσους, χωρίς να γίνονται θύματα ατυχημάτων.

Ο τότε υπουργός Γεωργίας, από το 1933 ως το 1942, Richard Walter Darré είναι ο βασικός εμπνευστής των μεγάλων γερμανικών αυτοκινητοδρόμων (autobahn), των οποίων ο τελικός στόχος δεν περιοριζόταν στις μεταφορές. Το σύστημα των αυτοκινητοδρόμων έπρεπε (και πρέπει) να αποτελεί μία φυσική συνέχεια του περιβάλλοντος χώρου. Ο Darré, κινητοποιώντας περισσότερα από 100.000 άτομα της οργάνωσής του, κατασκεύασε με εξαιρετικά αυστηρές προδιαγραφές και πρέδωσε, από το 1934 ως το 1940, 3.736 χιλιόμετρα αυτοκινητοδρόμων, έχοντας υπό κατασκευή άλλα 6.000 χιλιόμετρα, που εγκαταλείφθηκαν το 1943, λόγω της πίεσης του πολέμου και των αρνητικών εξελίξεων για τη Γερμανία. Παρ’ όλο που χιλιάδες τόμοι βιβλίων αναφέρονται στην εθνικοσοσιαλιστική περίοδο της Γερμανίας (1933-1945), ελάχιστοι ασχολούνται με το οικολογικό σύστημα εκείνης της περιόδου, αν και διασώζονται εκτενή αρχεία και πληθώρα σχετικών πληροφοριών. Ακόμη και στη σύγχρονη Γερμανία, το θέμα της ύπαρξης και δράσης μιας «Πράσινης Πτέρυγας» στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, προσεγγίζεται περιστασιακά και εντελώς επιφανειακά. Δεν προσδιορίζεται ποτέ η προέλευση, ο σκοπός, αλλά κυρίως οι μεταπολεμικές συνέπειες της δραστηριοποίησής της.
Κατά κανόνα, οι επιχειρούμενες αναλύσεις εμφανίζουν μία αφελέστατα απλοϊκή άρνηση να εξετασθεί εξονυχιστικά η τάση της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας προς ένα ιδεολογικό ρεύμα προστασίας της φύσης, ασυνήθιστο και πρωτοποριακό για μια βιομηχανική κοινωνία εκείνης της περιόδου.

 

Η ενότητα του Αίματος και της Γης (BLUT UND BODEN) οφείλει να αποκατασταθεί, διακηρύσσει το 1930 ο Richard Walter Darré αποκρυσταλλώνοντας στη φράση αυτή το δεσμό μεταξύ Αίματος (που εννοεί την φυλή) και του χώματος (που εννοεί την γη).

Ο Darré εξελίσσει το σύνθημα αυτό σε προμετωπίδα ενός πολύ ισχυρού κινήματος, όπως και σε βασική κατευθυντήρια γραμμή της Εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας και πολιτικής. Με καταβολές που ανιχνεύονται για πρώτη φορά στον Arndt και τον Riehl (δύο σημαντικότατες φυσιογνωμίες του 19ου αιώνα, οι οποίοι εκφράζουν το λίκνο της πράσινης σκέψης για την ανάδειξη μιας σύνθεσης φυσιολατρίας και εθνικισμού) οραματίζεται την επιστροφή της Γερμανίας και ολόκληρης της Ευρώπης στις αξίες της αγροτικής ζωής, αναζωογονώντας την ύπαιθρο και διασφαλίζοντας οικολογική σταθερότητα. Ο άνθρωπος αυτός αποτελεί τον πόλο που προσελκύει εκατοντάδες ακαδημαϊκούς και πανεπιστημιακούς που, αν και δεν ανήκουν απαραίτητα στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα εκείνη την εποχή, υποστηρίζουν σθεναρά τις συγκεκριμένες απόψεις, ενώ παράλληλα συνιστά την προσωπικότητα που εγγυάται την αθρόα υποστήριξη των αγροτών προς τον Χίτλερ στις κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις των αρχών της δεκαετίας του 1930.

Από το 1933 ως το 1942, ο Darré ηγείται του Υπουργείου Γεωργίας και της Συνομοσπονδίας Γερμανών Αγροτών, κατέχοντας μία από τις πανίσχυρες πολιτικά θέσεις στη Γερμανία, καθώς το υπουργείο του διαθέτει τον τέταρτο κατά σειρά μεγέθους προϋπολογισμό στη χώρα, ακόμη και κατά την πρώτη περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου! Από τη θέση του αυτή, έχει τη δυνατότητα να υποστηρίζει διάφορες σημαντικές οικολογικές πρωτοβουλίες, αποτελώντας αναμφίβολα το πρόσωπο που οριστικοποιεί και παγιώνει μία συγκροτημένη οικολογική πολιτική, με βάση τις περιβαλλοντολογικές ευαισθησίες των οπαδών του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Η επίδρασή του στην διαμόρφωση της Εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας είναι κυρίαρχη, καθώς μάχεται κατά των νέων αστικών πολιτισμικών κινήσεων, αντιτίθεται στον οικονομικό φιλελευθερισμό, επικρίνει με δριμύτητα τις σύγχρονες του αχαλίνωτες κοινωνικές τάσεις, ενώ κατακεραυνώνει την αστυφιλία. Αξιοποιώντας ταυτόχρονα βιολογικές μεταφορές, εξηγεί πώς το σύνθημα «Αίμα και Γη» παρέχει το ηθικό δικαίωμα για διεκδίκηση εδαφών, στο βαθμό που αποκαθιστά την αρμονία στο σώμα του λαού και τον γεωπολιτικό του χώρο. Πέραν, όμως, της οικολογικής αιτιολόγησης της επαναδιεκδίκησης των ανατολικών εδαφών και της εδαφικής επέκτασης της Γερμανίας, ο Darré, με την πλήρη υποστήριξη του Hitler, φροντίζει να επιβάλλει αρχές περιβαλλοντολογικής ευαισθησίας, ώστε να αποτελέσουν το πλαίσιο για την ανάπτυξη της νέας αγροτικής πολιτικής. Ακόμη και όταν η λεγόμενη Μάχη της Παραγωγής (η προσπάθεια για την ανάκαμψη της αγροτικής παραγωγής με στόχο την αυτάρκεια του Έθνους σε βασικά αγαθά) εντείνεται δραστικά, οι αρχές αυτές είναι που παραμένουν σε ισχύ για την αντιμετώπιση της καθίζησης και της εξαθλίωσης που είχε προκαλέσει η τρομακτική οικονομική κρίση του 1929.

Στην προσπάθεια να ενισχύσει αυτή την εναλλακτική μορφή αξιοποίησης της γης, το γερμανικό κράτος εισάγει τον θεσμό της Πράσινης Εβδομάδας (Grüne Woche), που περιλαμβάνει εκθέσεις βιολογικών προϊόντων και παρουσιάσεις εναλλακτικών μορφών ήπιας αξιοποίησης της γης, ώστε να μεγιστοποιηθεί η προβολή των νέων μεθόδων σε πανεθνική κλίμακα. Η εκστρατεία διάδοσης της οργανικής καλλιέργειας, παράλληλα με την προπαγανδιστική εκστρατεία υπέρ της κατανάλωσης οικολογικών προϊόντων, επηρεάζει άμεσα θετικά χιλιάδες μικρές γεωργικές επιχειρήσεις και αγροκτήματα στη Γερμανία.

Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1933, ψηφίζεται το νομοσχέδιο Reichserbhofgesitz (Νόμος Κληρονομικής Έγγειας Ιδιοκτησίας) για την προστασία των μικρών αγροτών με κληρονομικές ιδιοκτησίες, ο οποίος απαγορεύει την υποθήκευση της γης ως εγγύηση δανεισμού καθώς και τη μεταπώλησή της σε νομικά ή φυσικά πρόσωπα εκτός του οικογενειακού κύκλου του κατόχου της! Το νομοσχέδιο προστατεύει ουσιαστικά τους μικρούς ιδιοκτήτες από τους κινδύνους του δανεισμού και αποτρέπει την εξαγορά των μικρών εκμεταλλεύσεων από μεγάλες εταιρείες ή μεγαλοκτηματίες.

Η απόλυτη κυριαρχία του επί, μία σχεδόν δεκαετία, στην διαμόρφωση της αγροτικής πολιτικής του Τρίτου Ράιχ επιτρέπει την απρόσκοπτη υποστήριξη των οικολογικών μεθόδων καλλιέργειας, ενώ ο σχεδιασμός της καθαρά αγρονομικής πολιτικής στην εποχή του δεν έχει προηγούμενο σε καμία άλλη χώρα! Ως το 1939, μέσα σε μόλις 6 χρόνια, η Γερμανία εξελίσσεται στην πρώτη δύναμη παραγωγής στα βασικά αγροτικά προϊόντα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, υπερέχοντας εντυπωσιακά σε απόδοση ανά καλλιεργούμενο εκτάριο έναντι των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών. Συγκεκριμένα, σε σχέση με τη δεύτερη στην κατάταξη (και πολύ πιο εύκρατου κλίματος) Γαλλία, υπερέχει κατά 40,1% σε παραγωγή σίτου, 35,8% σε παραγωγή κριθής και 41,9% σε παραγωγή πατάτας, σύμφωνα με την έκθεση των πεπραγμένων του τετραετούς προγράμματος (1934-1938) του υφυπουργού γεωργίας Herbert Backe.

 

Βαγγέλης Ξ.