Περί Δράσεως και Κενού

Το παρόν αποτελεί μια αναγκαία υποσημείωση στο: «Δράση ή Αδράνεια; Αγώνας για Ελευθερία ή Θάνατος;«. Στο άρθρο εκείνο είχαμε μιλήσει για την σημασία της Δράσης σε ένα πέλαγος Αδράνειας. Την αξία της ατομικής αντίδρασης και πρωτοβουλίας προ της γενικής επανάστασης. Είπαμε ότι μια μεμονωμένη δράση, μια μαχη, μπορεί να είναι πιο σημαντική και απ’ ολόκληρο τον πόλεμο καθώς θα διαμορφώσει συνθήκες και συνειδήσεις τόσο στην κοινωνία όσο και σε αυτούς τους ίδιους τους αγωνιστές. Καταλήξαμε, λοιπόν, έτσι πως: «το κάτι είναι καλύτερο από το τίποτα«.

Δυστυχώς, όμως, δεν φαντάστηκαμε ότι υπάρχουν τόσο νοσηροί και τυχοδιωκτικοί εγκέφαλοι που θα το μετέφραζαν ως: «οτιδήποτε είναι καλύτερο απ’ το τίποτα«! Θεωρούσαμε περιττό να αναλύσουμε εκτενώς κάτι τόσο πασιφανές και αυτονόητο. Είναι κάτι που μπορεί να αντιληφθεί ο καθένας ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε…

Ορμώμενοι από πολύ θλιβερές και προσβλητικές εικόνες, τόσο αισθητικά όσο και ιδεολογικά, εικόνες ντροπής που δεν θέλουμε επ’ ουδενί να αναπαράγουμε ούτε ως κακό παράδειγμα, πρέπει να κρούσουμε τον κώδωνα του κινδύνου προς κάθε έναν και κάθε μία που θεωρεί τον εθνικιστικό χώρο ένα άβουλο ποίμνιο πάνω στο οποίο μπορεί να ασελγήσει και να βιάσει με όποιο αρρωστημένο τρόπο σκαρφιστεί. Ο εθνικιστικός χώρος πρέπει να αντιδράσει! Πρέπει να αποκλείσει, πρέπει να δράσει πρώτα πάνω στο ίδιο του το σώμα ξεψωρίζοντας το. Αυτό είναι το πρώτο βήμα για να φτάσουμε στο μηδέν, στη βάση. Διότι για όσους δεν το έχουν ακόμα αντιληφθεί ο εθνικισμός στην Ελλάδα δεν είναι στον πάτο, αλλά στο απόπατο. Είναι στο μείον και συνεχίζει ακάθεκτος (περήφανα) την πορεία του στην άβυσσο της παρακμής.

 

Προσεγγίζοντας, λοιπόν, το μηδέν για να περάσουμε από το κενό της ανυπαρξίας στην υλική υπαρκτότητα πρέπει να εξαφανίσουμε κάθε τι τοξικό, δόλιο, ύποπτο, ύπουλο και τυχοδιωκτικό. Πρέπει να δούμε την χαοτική διαφορά και απόσταση που έχει το «κάτι» απ’ το «οτιδήποτε«.

Το «οτιδήποτε» είναι η βλακεία, είναι η μαλακία που δέρνει κάθε άχρηστη βιολογική ύπαρξη χωρίς σκοπούς, στόχους και ιδεολογία. Είναι όπως το ντύσιμο ένος γυφτο-ράπερ που φοράει ότι βρει μπροστά του… καδένες, καπέλα, γούνες, μπότες, μπέρτες και χρυσά δόντια… Ειναι όπως ο τρελός της γειτονιάς που κόβει βόλτες και φωνάζει στα σοκάκια και τα παιδιά του πετάνε ντομάτες. Είναι, τέλος, όπως μια πουτάνα με μότο: «ο καλός ο μύλος, όλα τα αλέθει«.

Το «κάτι» απ’ την άλλη έχει υπόσταση, δομή και ουσία. Είναι κάτι το μοναδικό, μετρήσιμο και απόλυτο. Μπορεί να είναι μια μονάδα και όχι μέρος ενός συνόλου, ομάδας, αλλά είναι εξίσου σημαντικό με αυτήν, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει δομημένο σύνολο.

Για να γίνεις «κάτι» θέλει προσπάθεια. Πρεπει να κοπιάσεις και να ματώσεις, πρέπει να σχεδιάσεις και να δράσεις ανάλογα, πρέπει να ξεπεράσεις τους φόβους σου, πρέπει ίσως και να θυσιαστείς ή να θυσιάσεις κομμάτια της ζωής σου. Το «κάτι» δεν είναι απερισκεψία, είναι συγκροτημένη σκέψη ακολουθούμενη από Δράση. Δεν είναι, δεν πρέπει να είναι, ματαιοδοξία ή καπρίτσιο, αλλά ηρωική αυταπάρνηση. Είναι η απόρριψη ευρύτερων σχεδίων ή πιθανών συμμάχων και ρίξιμο στη όποια μάχη είναι επιτακτικό να κερδηθεί.

Η Δράση, η μάχη όμως που υπονομεύει τον πόλεμο δεν είναι θεμιτή ακόμα κι αν τελικά κερδηθεί. Η δράση για τη δράση, αν δεν αποτελεί κύκνειο άσμα, θα πρέπει να γίνεται εντός πλαισίων και ορίων που δεν ματαιώνουν, δεν αμαυρώνουν και δεν απογοητεύουν τον υπόλοιπο χώρο, στρατό. Το τίποτα συνεπώς είναι πάντα 100 φορές καλύτερο από το οτιδήποτε.

Σκόρπιες, ανοργάνωτες και επιπόλαιες κινήσεις δεν πετυχαίνουν τίποτα περισσότερο απ’ το να επιβεβαιώνουν στον εχθρό την ανυπαρξία και το μηδέν απ’ το οποίο εκπηγάζουν. Είναι όπως οι τελευταίες σπασμωδικές κινήσεις μιας κατσαρίδας που κείτεται στην πλάτη της πριν τον βέβαιο θάνατο. Αν πρόκειται δε για οργανωμένο σχέδιο πρόκλησης εντυπώσεων ή ντόρου τότε μιλάμε απλά για υπερήφανη μαλακία, τόσο straight, όσο ο δρόμος απ’ το Μαρκομιχελάκειο στην Κασταλία…

 

«Τον έξυπνο και τεμπέλη τον κάνεις αρχηγό, τον έξυπνο και εργατικό τον κάνεις επιτελάρχη, τον βλάκα και τεμπέλη τον κάνεις στρατιώτη, τον βλάκα και εργατικό τον εκτελείς επί τόπου». Ναπολέων Βοναπάρτης

 

Αλέξανδρος Τζούλιος