Ινδοευρωπαϊκή θεωρία: Μία γλώσσα ανύπαρκτη, ένας πολιτισμός εφεύρημα, μία φυλή «φάντασμα»

Προτού αρχίσουμε να εκθέτουμε απόψεις, προσεγγίσεις και σκέψεις επί του συγκεκριμένου ζητήματος, οφείλουμε να καταστήσουμε σαφές και ξεκάθαρο το εξής: η Ινδοευρωπαϊκή θεωρία είναι αυτό που λέει και ο εν λόγω όρος. Είναι μία «θεωρία». Πρόκειται ουσιαστικά για ένα κίβδηλο και παρωχημένο μύθευμα του οποίου η αποδόμηση και τελεσίδικη κατάρριψη έχει συντελεστεί εδώ και δεκαετίες. Η εν λόγω διαπίστωση συνάγεται με βάση αμιγώς επιστημονικά δεδομένα απτόμενα πεδίων όπως η ιστορία, η αρχαιολογία, η ανθρωπολογία, η γενετική, και σε καμία περίπτωση ορμώμενοι από υποκριτικούς και ψευδεπίγραφους εθνικούς συναισθηματισμούς, όπως θα φανεί και παρακάτω.

Ο μόνος λόγος που επιχειρούμε να «φωτίσουμε» επαρκέστερα το εν λόγω μύθευμα είναι η εμμονική σφοδρότητα με την οποία υποστηρίζεται και εκπορεύεται από συγκεκριμένους κύκλους του συγκαιρινού ακαδημαϊκού εθνοφθόρου κατεστημένου. Παρά το ανυπόστατο – αλλά και ευτράπελο από ένα σημείο και ύστερα – της θεωρίας παρατηρούμε μέσω διαδικτυακών βολιδοσκοπήσεων ότι τείνει να υιοθετηθεί από ένα ποσοστό (ευκαταφρόνητο ευτυχώς) αγνών πλην πεπλανημένων εθνικιστών. Η παρανόηση αυτή έρχεται ως απόρροια της στοχευμένης και μεθοδευμένης προπαγάνδας που τελούν κάποιοι νεοεμφανιζόμενοι όψιμοι εθνικιστές αγνώστου πολιτικής προελεύσεως κεκαλυμμένοι υπό τον μανδύα των εθνικοσοσιαλιστικών ιδεών.

 

Το αφήγημα της θεωρίας

Πριν καταρριφθεί το μύθευμα είναι δέον και απαραίτητο να παρατεθεί ευσύνοπτα το περιεχόμενο του. Ξεκίνησε ως μία αμιγώς γλωσσολογική θεωρία από τον Βρετανό εισαγγελέα William Jones (1746 – 1794) που διατελούσε τις υπηρεσίες του στις βρετανικές αποικίες της Ινδίας προς το πέρας του 18ου αιώνα. Ο Jones διετύπωσε την πεποίθηση ότι οι ομοιότητες που παρατηρούνται ανάμεσα σε γλώσσες όπως η αρχαία ελληνική, η λατινική, η σανσκριτική, η χετττική κ.α, οφείλονται στην προΰπαρξη ενός κοινού «γλωσσικού προγόνου» (πρωτογλώσσα) που στον κλάδο της Συγκριτικής Γλωσσολογίας ονομάζεται συμβατικά «Πρωτοϊνδοευρωπαϊκή». Όταν άρχισαν οι διάφορες πληθυσμιακές μεταναστεύσεις η πρωτογλώσσα διασπάστηκε σε επιμέρους διαλέκτους – γλωσσικές υποδιαιρέσεις.

Αφορμώμενος από την ανωτέρω διαπίστωση, έρχεται ο Γερμανός Franz Bopp (ο ουσιαστικός θεμελιωτής της θεωρίας, 1791- 1867) και μετεξελίσσει την προαναφερθείσα διαπίστωση στην λεγόμενη Ινδογερμανική θεωρία βάσει της οποίας επιχείρησε να τεκμηριώσει φυλετικές συγγένειες βασιζόμενος σε γλωσσικές συνάφειες. Πιο συγκεκριμένα διετύπωσε την θεωρία ότι οι ευρωπαϊκοί λαοί είχαν κοινή καταγωγή αλλά και κοινή πολιτισμική κοιτίδα. Συμπεραίνει λοιπόν την ύπαρξη Ινδοευρωπαϊκής φυλής η οποία έζησε εντός ενός ενιαίου και εκτεταμένου γεωγραφικού πλαισίου. Το πλαίσιο αυτό οριοθετείται από την Ινδία μέχρι και την Γερμανία.

Οι εν Ελλάδι Ινδοευρωπαϊστές διατείνονται ότι οι Έλληνες που υπήρξαν γεννήτορες ενός περίλαμπρου πολιτισμού δεν ήταν γηγενείς αυτόχθονες αλλά επήλυδες (νορδικών φυλετικών χαρακτηριστικών στην πλειοψηφία τους) που κατήλθαν στον ελλαδικό χώρο από τα βορειοανατολικά γύρω στην 4η- 2η π.Χ. χιλιετία. Προβαίνουν έτσι στην διάκριση Προελλήνων και Ελλήνων πιστεύοντας ότι οι πρώτοι είτε κατασφαγιάστηκαν είτε αφομοιώθηκαν από τις ορδές των κατελθόντων. Τονίζουν λοιπόν ότι η γένεση του πολιτισμού υπήρξε το φυσικό επακόλουθο αυτής της εγκατάστασης. Ως προς την κοιτίδα τους, εικάζεται ότι βρισκόταν στις στέπες της Μαύρης Θάλασσας (θεωρία Κουργκάν).

 

Πολιτικές σκοπιμότητες του μυθεύματος

Όπως έχουμε επισημάνει και στις ραδιοφωνικές εκπομπές που αναρτώνται, για να γίνουν αντιληπτές οι σκοπιμότητες της θεωρίας θα πρέπει να την συνδέσουμε με το ιστορικό πλαίσιο επί του οποίου αναπτύχθηκε. Αναπτύχθηκε σε μία περίοδο που στα τότε ευρωπαϊκά κράτη είτε διαμορφωνόταν είτε αναθερμαινόταν το εθνικό αίσθημα και, ως εκ τούτου, η τόνωση του εθνικού φρονήματος αποτελούσε επιτακτική ανάγκη και απαραίτητο ιδεολογικό εφόδιο για τον μετασχηματισμό τους σε εθνικά κράτη. Οι Βρετανοί αποικιοκράτες επιθυμούσαν να καταστούν εμμέσως συγκοινωνοί ενός πολιτισμού που είχε λάβει πλέον οικουμενικές διαστάσεις και να προσδώσουν μία ηθική νομιμοποίηση εκπολιτισμού στις επεκτατικές πολιτικές που εφήρμοζαν. Ο Franz Bopp από την άλλη πλευρά έζησε και δραστηριοποιήθηκε σε μία περίοδο κατά την οποία η Πρωσία βίωνε την απόλυτη εθνική εξύψωση μετά την κατακρήμνιση των στρατευμάτων του Ναπολέοντος στην μάχη του Βατερλώ. Η τόνωση του εθνικού φρονήματος κρινόταν πιο αναγκαία από ποτέ και η εθνολογική οικειοποίηση της μήτρας του ευρωπαϊκού πολιτισμού έμελλε να αποτελέσει το τελειότερο μέσο.

Η θεωρία αυτή έγινε αντικείμενο προπαγάνδας και επικοινωνίας από ορισμένα σημαίνοντα στελέχη της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας στα πλαίσια του παγγερμανισμού αλλά και της κατάδειξης ανωτερότητας της Αρίας Φυλής. Ενδεικτικότατο παράδειγμα αποτελεί ο λόγος που εξεφώνησε ο στρατάρχης αεροπορίας του καθεστώτος Hermann Wilhelm Göring στην νεολαία του NSDAP αμέσως μετά την παράδοση της 6ης γερμανικής Στρατιάς στην μάχη του Στάλινγκραντ το 1943, κατά την οποία χαρακτήρισε τους αρχαίους Σπαρτιάτες, που έσωσαν την Ευρώπη από τις ορδές της περσικής αυτοκρατορίας, ως νορδικό φύλο.

 

Εκκωφαντική απουσία τεκμηρίων

Αυτό που θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να ξεκαθαριστεί είναι η παντελής έλλειψη ιστορικών – αρχαιολογικών αποδείξεων από οποιοδήποτε επιστημονικό πεδίο για την ομιλία ινδοευρωπαϊκής γλώσσας, την παραγωγή ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού και την ύπαρξη ινδοευρωπαϊκής φυλής. Απευθύνουμε δημόσιο κάλεσμα στον οποιοδήποτε υποστηρικτή της θεωρίας να μας παραθέσει κάποιο συγκεκριμένο τεκμήριο ή έστω κάποια αποχρώσα ένδειξη.

 

Εύλογα ερωτήματα

1) Αυτό που σε πρώτη φάση μπορεί εύλογα να διερωτηθεί κανείς είναι το πώς οι κατελθόντες πληθυσμοί κατόρθωσαν να καθυποτάξουν τους κατοικούντες στον ελλαδικό χώρο την περίοδο εκείνη. Ποιες ακριβώς ήταν οι πολεμικές τους περγαμηνές ώστε να υπερφαλαγγίσουν έναν λαό που αποδεδειγμένα παρήγαγε έναν αξιόλογο νεολιθικό πολιτισμό και με ποια μέσα μεταφέρθηκαν όλες αυτές οι πληθυσμιακές ορδές στην επίμαχη περιοχή που εξετάζουμε;

2) Είναι αντικειμενικά δυνατόν να αποτέλεσε κοιτίδα του αρίου πολιτισμού μία γεωγραφική έκταση, που την περίοδο εκείνη, σύμφωνα με τους γεωλόγους, ήταν καλυμμένη από πάγους; Είναι εφικτό να ευδοκιμήσει ένας τέτοιος πολιτισμός υπό τέτοιες αντίξοες συνθήκες; Τι δραστηριότητες θα μπορούσαν να τελούν οι Έλληνες; Να κάνουν πατινάζ, να παίζουν χόκεϊ ή να κατασκευάζουν ιγκλού ως πρώιμη ύπαρξη Εσκιμώων;

Με ακραιφνώς αντικειμενικά κριτήρια ο πολιτισμός θα μπορούσε να καρποφορήσει μόνο στο εύκρατο κλίμα της Μεσογείου. Οι Πελασγοί ως αέναοι ταξιδευτές ήταν οι μόνοι που θα μπορούσαν ιστορικά να μεταλαμπαδεύσουν τον πολιτισμό που παρήγαγαν. Είναι ευνόητο άλλωστε ότι οι διαμένοντες στο εύκρατο μεσογειακό κλίμα θα διατηρούσαν εκ των πραγμάτων το πολιτισμικό, υλικοτεχνικό και πολεμικό προβάδισμα έναντι του οποιουδήποτε επιδρομέα.

3) Εφόσον οι κατελθόντες εισβολείς επεκτάθηκαν σε όλο το εύρος της εύκρατης (και ευνοϊκής για την παραγωγή πολιτισμού) Μεσογείου γιατί δεν συστάθηκε μετέπειτα καμία μορφή οργανωμένης και πολιτισμικά ανάλογης κοινότητας, όπως συνέβη με τις αρχαίες πόλεις κράτη του ελλαδικού γεωγραφικού χώρου;

 

Ευρήματα που καταρρίπτουν την θεωρία

Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας αρχαιολογικά ευρήματα, η ακριβής επιστημονική χρονολόγηση των οποίων έρχεται να διαψεύσει οικτρά και κατηγορηματικά την θεωρία αυτή. Αν και πλέον έχουμε να κάνουμε με δεκάδες ευρήματα θα αρκεστούμε στην παράθεση των δύο αντιπροσωπευτικότερων.

 

Η επιγραφή των Γιούρων Αλοννήσου: Πρόκειται για όστρακο αγγείου από τις Βόρειες Σποράδες. Πάνω στο όστρακο αυτό διακρίνονται εγχάρακτα σύμβολα γραφής. Πιο συγκεκριμένα βλέπουμε τα γράμματα «ΑΥΔ» τα οποία κατά πάσα πιθανότητα σύμφωνα με τους ερευνητές αποτελούν τα αρχικά της ομηρικής λέξης ΑΥΔΗ (φωνή, στην νεοελληνική). Το όστρακο χρονολογείται με την μέθοδο της στρωματογραφίας γύρω στο 5000 – 4500 π.Χ. Το όστρακο αυτό εμφανίζει γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου που σύμφωνα με άλλους «έγκριτους» γλωσσολόγους εμφανίζονται το 800 π.Χ.! Η επιστημoνική χρονολόγηση της επιγραφής τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα της ερευνητικής κοινότητας, καθώς αναίρεσε εμφατικά το αφήγημα που μέχρι πριν δέσποζε. Ορισμένοι επιχείρησαν να συνδέσουν τα εγχάρακτα σύμβολα γραφής με σύμβολα διακόσμησης, αλλά μάλλον δεν κατάφεραν να γίνουν πειστικοί.

 

Η ξύλινη πινακίδα στο Δισπηλιό Καστοριάς: Η οριστική ταφόπλακα για τους υποστηρικτές της Ινδοευρωπαϊκής ομογλωσσίας έρχεται με ένα ακόμη νεολιθικό εύρημα στον χώρο του αιγιακού πολιτισμού που χρονολογείται μάλιστα ακόμα προγενέστερα (5300 π.Χ.) με τις μεθόδους του ραδιενεργού άνθρακα και της θερμοφωταύγειας. Ο καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας Γεώργιος Χουρμουζιάδης (σημαίνον στέλεχος του ΚΚΕ, άρα κάθε άλλο παρά έχων εθνοκεντρικές αντιλήψεις) ανακάλυψε ξύλινη πινακίδα με σήματα γραφής, που ερμηνεύεται ως μία πρώιμη προσπάθεια επικοινωνίας του νεολιθικού ανθρώπου.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειώσουμε ότι, μέχρι την εμφάνιση αυτών των ευρημάτων, η αρχαιότερη επιγραφή που είχε ανευρεθεί προερχόταν από την Σουμερία και χρονολογείτο γύρω στο 3200 π.Χ.

Τα προαναφερθέντα ευρήματα δεν αναιρούν βεβαίως τις γλωσσικές ομοιότητες που είναι τεκμηριωμένες και πασιφανείς. Αναιρούν όμως πλήρως την θεώρηση της Ινδοευρωπαϊκής ως πρωτογλώσσας. Καθίσταται σαφές λοιπόν ότι, αν μπορεί να γίνει λόγος για έναν κοινό γλωσσικό πρόγονο, αυτός δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από την ελληνική γλώσσα. Την ευρύτερη αλλά και αρχαιότερη όλων. Αν συνεκτιμηθεί μάλιστα ότι ο προφορικός λόγος προηγείται του γραπτού τότε η απαρχή της ελληνικής γλώσσας μας ταξιδεύει αρκετά χρόνια πριν από τις Γραμμικές Α και Β.

 

 

Η αβάσιμη επιχειρηματολογία των Ινδοευρωπαϊστών

Ο Άρης Πουλιανός και η Ανθρωπολογική Εταιρία Ελλάδος ύστερα από εμπεριστατωμένη μελέτη δεκαετιών απεφάνθησαν ότι το ευρεθέν κρανίο έχει ηλικία 700.000 ετών. Εντός του επίμαχου σπηλαίου βρέθηκαν άλλα δέκα ανθρώπινα οστά που χρονολογούνται λίγο μεταγενέστερα. Όπως επισημάνθηκε και σε συνέδριο της UNESCO, ο άνθρωπος αυτός έρχεται να σηματοδοτήσει την μετάβαση από τον hominem erectum στον hominem sapientem. O άνθρωπος αυτός, όπως πιστοποιείται από τα υπόλοιπα σκευάσματα, που ανακαλύφθηκαν εντός του σπηλαίου, μπορούσε να παράξει και να χρησιμοποιήσει φωτιά για την ικανοποίηση ζωτικών αναγκών αλλά και να μεταχειρίζεται με αξιοσημείωτη επιδεξιότητα λίθινα και οστέινα εργαλεία για τον ίδιο σκοπό. Πρόκειται αδιαμφισβήτητα για ένα τέλειο τεκμήριο παλαιολιθικού πολιτισμού.

Ο αρχάνθρωπος είχε ύψος περίπου 1,5 μέτρο. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν μειώνει την σπουδαιότητα του ευρήματος ούτε επίσης και οι φθορές που φέρει. Είναι ευνόητο ότι μέσα σε μία πορεία εκατοντάδων χιλιετιών η κνήμη δεν θα μπορούσε να βρίσκεται σε άριστη κατάσταση. Ο αρχάνθρωπος είναι μέχρι και σήμερα ο αρχαιότερος άνθρωπος της Ευρώπης, ενώ παράλληλα έρχεται να καταρρίψει την θεωρία ότι η ανθρώπινη ζωή ξεκίνησε από την Αφρική με το εύρημα της «Λούσυ». Συνάγεται επομένως πως στην Ελλάδα συντελέστηκαν οι βασικές διαδικασίες ανθρωπογένεσης και γέννησης της λευκής φυλής. Ακόμα και οι διεθνείς αμφισβητούντες ανθρωπολόγοι φέρουν διαφωνίες μόνο ως προς την ακριβή χρονολόγηση τοποθετώντας το κρανίο αιώνες αργότερα χωρίς να υποβαθμίζουν την σημαντικότητα του, όπως ορισμένοι ελληνόφωνοι…

Αξίζει να προσθέσουμε, στο σημείο αυτό, και ένα άλλο σημαντικό εύρημα, τα δόντια του Graecopithecus Freybergi που βρέθηκαν στο Ίλιον της Αττικής, τα οποία χρονολογούνται από το ύστερο Μειόκαινο (δηλαδή, τουλάχιστον 5,5 εκατομμύρια χρόνια πριν) και ανήκουν σε ανθρώπινο ον, που μοιράζεται την ίδια καταγωγή με τον Homo αλλά όχι με τους χιμπαντζήδες. Το εύρημα αυτό, είναι η οριστική ταφόπλακα στη θεωρία του “out of Africa” και φυσικά είναι άλλη μια απόδειξη ότι στην περιοχή μας παρατηρούνται τα παλαιότερα δείγματα ανθρώπινης ζωής.

«Ανθρωποειδές ο αρχάνθρωπος (1.5 μέτρου) των Πετραλώνων»

 

Προσπάθεια σύνδεσης αυτοχθονισμού με τον… Κομμουνισμό

Οι υποστηρικτές της ΙΕ θεωρίας, «πιανόμενοι» από την αριστερή πολιτική ταυτότητα ορισμένων ερευνητών, όπως ο Πουλιανός και ο Χουρμουζιάδης, επιχειρούν να συνδέσουν το διεθνιστικό κοινωνικοοικονομικό σύστημα που λέγεται κομμουνισμός με την εθνοκεντρική θεωρία του αυτοχθονισμού. Πιο συγκεκριμένα προφασίζονται ότι ο κομμουνισμός επιδιώκει την συσσώρευση πληθυσμιακών μονάδων εντός συγκεκριμένων και απαραβίαστων γεωγραφικών ορίων. Με τον τρόπο αυτό, όπως υποστηρίζουν, η δημιουργία του πολιτισμού συνδέεται με το έδαφος επί του οποίου παράγεται και όχι με την φυλή που τον παρασκεύασε.

Το γεγονός καταρχάς ότι οι ευνοϊκές κλιματικές συνθήκες συντελούν καθοριστικά στην παραγωγή ενός ολοκληρωμένου και αξιόλογου πολιτισμού, αποτελεί κοινή παραδοχή όλων των ερευνητών ανεξαρτήτως δογμάτων και ιδεολογιών. Επιπλέον πρέπει να λεχθεί ότι ο αυτοχθονισμός είναι άρρηκτα συνυφασμένος με τον εθνικοσοσιαλισμό. Θεμελιώδες σύνθημα του Εθνικοσοσιαλισμού ήταν το «Αίμα και Γη”. Αν θεωρήσουμε λοιπόν το έθνος ως ενσυνείδητη φυλή, τότε για να μετουσιωθεί η φυλή αυτή σε εθνικό κράτος πρέπει να καταστεί στενά και άρρηκτα συνδεδεμένη με ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό πλαίσιο διαβίωσης και ζωτικής δράσης.

 

Επίκληση στον Παπαρρηγόπουλο

Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στο βιβλίο του «Ἑγχειρίδιον: Ἱστορία τοῦ Ἐλληνικοῦ Ἒθνους (1853)» συμμερίζεται την άποψη ότι τα ελληνικά φύλα ήταν ΙΕ και δημιούργησαν τον ελληνικό πολιτισμό. Πρέπει όμως να κάνουμε εκ νέου την σύνδεση με το ιστορικό πλαίσιο της τότε εποχής. Η Ελλάδα βρισκόταν σε μία φάση πλήρους αποσυνθέσεως και προσπαθούσε να ανοικοδομηθεί. Δεν υπήρχε κάποια μορφή συγκροτημένου διεπιστημονικού φορέα που να ενασχολείται με τέτοιας υφής ζητήματα. Τα δεκάδες ευρήματα, όπως τα προαναφερθέντα, που έχουν κοινοποιηθεί ευρέως σήμερα, ήταν παντελώς άγνωστα την εποχή εκείνη καθώς δεν είχαν έρθει στην επιφάνεια. Ο Παπαρρηγόπουλος λειτούργησε με τα τότε επικρατούντα επιστημονικά δεδομένα χωρίς να διαθέτει την σύγχρονη βιβλιογραφική πληρότητα.

Σύμφωνα με την επικρατούσα θεωρία των εν Ελλάδι υποστηρικτών της θεωρίας, οι πληθυσμοί αυτοί που κατήλθαν είχαν ως κοιτίδα τον γεωγραφικό χώρο της σημερινής Ουκρανίας και ήταν κατά πλειοψηφία φορείς νορδικών φυλετικών χαρακτηριστικών. Τα φύλα αυτά εξουδετέρωσαν τους ποταπούς σημιτικούς Προέλληνες και δημιούργησαν τον περίλαμπρο πολιτισμό που όλοι γνωρίζουν σήμερα. Όσοι δεν βρήκαν ανηλεή θάνατο αφομοιώθηκαν.

Αναρωτιέται κανείς λοιπόν, πώς γίνεται οι νορδικοί εισβολείς να καθυπόταξαν τους Προέλληνες γηγενείς κατοίκους και να επιβάλλονται κοινοτικά αλλά και πολιτισμικά, όταν ο νορδικός τύπος ελάχιστα απαντά στην αρχαία Ελλάδα. Όπως επισημαίνει και ο Αμερικανός ανθρωπολόγος Coon αναφορικώς με την πληθυσμιακή σύνθεση της αρχαίας Ελλάδας: «οι Έλληνες είναι μια μίξη Αλπικών/Μεσογειακών, με ισχνή Νορδική συνιστώσα και είναι «αξιοσημείωτα όμοιοι” με τους αρχαίους προγόνους τους.» Παρόμοιες θέσεις εκφράζουν και άλλοι ανθρωπολόγοι όπως είναι ο Sergi, ο Ripley, ο Baker, ο Buxton κ.α. Ο τελευταίος μάλιστα τονίζει ότι οι συγκεκριμένοι φυλετικοί τύποι απαντούν από μία σχετικά πρώιμη εποχή απορρίπτοντας ουσιαστικά το δόγμα των νορδικιστών.

Η θεωρία αυτή πηγάζει από κάποιους κύκλους Ελλήνων εθνικοσοσιαλιστών που υιοθέτησαν άκριτα τα δόγματα ορισμένων στελεχών του Γ’ Ράιχ που προέβαλλαν την φυλετική ανωτερότητα του νορδικού φυλετικού τύπου που ήταν ο κυρίαρχος στην Γερμανία.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικά και τα φυλετικά κριτήρια που ετίθεντο από τον Χίμλερ για να ενταχθεί κανείς στο σώμα των SS. Δεκτοί γίνονταν μόνο οι νορδικοί, οι ατλαντοειδείς και οι μείξεις των νορδικών με τους φυλετικούς τύπους που συναντώνται σήμερα και στην χώρα μας. Το ζητούμενο είναι λοιπόν η προσαρμογή στην Ελλάδα του 2018. Ειδάλλως δεν είμαστε παρά ένα κακό αντίγραφο προγενέστερων προτύπων. Ο άκριτος μιμητισμός είναι δείγμα υποδεέστερου φυλετικού είδους και σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να χαρακτηρίζει τους συγκαιρινούς μας συναγωνιστές.

 

 

Η κάθοδος των Δωριέων

Σύμφωνα με την θεωρία, οι Δωριείς – που είναι και πρόγονοι των Μακεδόνων μεταξύ άλλων – κατήλθαν στον βόρειο ελλαδικό χώρο έχοντας ως αφετηρία τον γεωγραφικό χώρο της σημερινής Γερμανίας την δεύτερη χιλιετία π.Χ. και βαθμιαία εξαπλώθηκαν στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο. Πιο συγκεκριμένα μετανάστευσαν στην Ιστιαιώτιδα και ύστερα από αλλεπάλληλες μετακινήσεις κατέληξαν στην Πελοπόννησο. Αποτέλεσμα αυτής της μετακίνησης, που έμεινε γνωστή ως «κάθοδος των Δωριέων» ή «επάνοδος των Ηρακλειδών», υπήρξε η αποσάθρωση του μυκηναϊκού πολιτισμού και η μερική εξόντωση αρκετών εκ των υπολοίπων ελληνικών φύλων που κατοικούσαν τον ελλαδικό χώρο.

Προς τεκμηρίωση της θεωρίας, οι ιστορικοί που την υποστηρίζουν τονίζουν ότι η άφιξη των Δωριέων εισάγει για πρώτη φορά στον ελλαδικό κόσμο διάφορα στοιχεία όπως είναι η χρήση σιδήρου, η καύση νεκρών σωμάτων, η δωρική διάλεκτος κ.α. Σύμφωνα όμως με αρκετούς έγκριτους ερευνητές όπως είναι οι E. Vermeule, Μ. Ανδρόνικος, αλλά και η πρόεδρος Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Γεωργία Μεντεσίδη, όλα αυτά τα γνωρίσματα χρονολογούνται αρκετούς αιώνες νωρίτερα από την υποτιθέμενη κάθοδο. Όλοι αυτοί οι καθηγητές εκφράζουν την πεποίθηση ότι η κάθοδος των Δωριέων δεν συντελέστηκε ποτέ. Στο ίδιο συμπέρασμα θα καταλήξει και ο γνωστός Βρετανός ελληνιστής John Chadwick.

Η δωρική διάλεκτος σύμφωνα με τα ευρήματα ομιλείτο καθ’ όλη την διάρκεια της μυκηναϊκής περιόδου. Επειδή όμως ήταν υποδεέστερη, συναντάται εκτός των ανακτόρων στερούμενη οποιασδήποτε κοινωνικής επισημότητας. Σύμφωνα με την εκδοχή του καθηγητή Ντούμα, οι Δωριείς ήταν εξαρχής κάτοικοι της Ελλάδος που εκτοπίστηκαν – εξορίστηκαν από τους Μυκηναίους. Αναγκάστηκαν να μεταβούν στην νέα ορεινή κοιτίδα τους όπου ανέπτυξαν έντονες αγροκτηνοτροφικές δραστηριότητες. Όταν οι Μυκηναίοι έχασαν την αρχική ισχύ τους, επέστρεψαν δριμύτεροι.

 

Συμπερασματικά

Αυτό που εν κατακλείδι πρέπει να λεχθεί είναι ότι η καλλιέργεια του ινδοευρωπαϊκού μυθεύματος στοχεύει στην έμμεση διεθνοποιημένη οικειοποίηση του ελληνικού πολιτισμού. Μία τέτοια αντίληψη αποτελεί το ιδανικό εργαλείο για την αποδόμηση της εθνικής μας ταυτότητας και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να τυγχάνει αποδοχής από σκεπτόμενους και συνειδητοποιημένους εθνικιστές. Όταν ορισμένοι διατυπώνουν με τέτοια απολυτότητα και δογματισμό πράγματα που εκ των πραγμάτων δεν δύνανται να στοιχειοθετήσουν, μόνο ύποπτη μπορούμε να θεωρήσουμε την στάση τους.

 

Στέλιος Λ.