Κύπρος 1974: Η απόλυτη προδοσία (Μέρος 1ο)

Ιούλιος 1974: Οι Τούρκοι αποβιβάζονται αβίαστα στην Ελληνική γη της Κύπρου.

43 χρόνια μετά, ο «Φάκελος της Κύπρου» παραμένει για λόγους «Eθνικού Συμφέροντος» κλεισμένος, στα υπόγεια της Βουλής των Ελλήνων… Τι φοβάται η Δημοκρατία, αφού αποκλειστικά και μόνο (σύμφωνα πάντα με τις εκάστοτε κυβερνήσεις), φταίει ο Ιωαννίδης και οι χουντικοί αξιωματικοί σε Αθήνα και Λευκωσία ;

Ας γυρίσουμε το χρόνο πίσω λοιπόν, και ας δούμε τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν εκείνες τις μέρες που η Κύπρος μας βίωνε το μεγαλείο της Προδοσίας από πολιτικούς και στρατιωτικούς παράγοντες.

Μακάριος και Ιωαννίδης, φαίνεται πως υπήρξαν τραγικά πιόνια στην ίδια σκακιέρα όπου το ρόλο και των δύο παιχτών, είχε το ίδιο πρόσωπο… ο Henry Kissinger. Η φιλαρχία του Αρχ. Μακαρίου και το ανόητο αίσθημα της πολιτικής αυτοσυντήρησης, δημιούργησε ρωγμές στο Εθνικό Μέτωπο. Αντιμετώπισε εχθρικά τους Ελλαδίτες Αξιωματικούς και οπλίτες που υπηρετούσαν στη Κύπρο, ακόμα και τους ίδιους τους Κύπριους εθνικόφρονες αξιωματικούς. Η Εθνική Φουρά, στελεχωμένη ως επί το πλείστον από Ελλαδίτες αξιωματικούς, ήταν ο μοναδικός θεσμός που δεν έλεγχε ο Μακαρίος.

Στις 8 Ιουλίου, αποστέλλει τελεσίγραφο προς τον τότε Πρόεδρο Δημοκρατίας, Στρατηγό Γκιζίκη και ζητάει την απομάκρυνση τους μέχρι τις 20 Ιουλίου, ισχυριζόμενος ότι δημιουργούσαν αντιμακαριακή προπαγάνδα. Παράλληλα, ανακοινώνει τη μείωση της δυνάμεως της Ε.Φ., κατά 4.000 άνδρες, μειώνοντας τη θητεία από 2 χρόνια σε ένα, όταν την ίδια στιγμή οι Τούρκοι υπηρετούσαν 5ετή θητεία στο νησί υπό την καθοδήγηση των Τούρκων Αξιωματικών. Βέβαια, φρόντισε και για την ολική απαξίωση των οχυρωματικών έργων στη Βόρεια πλευρά του νησιού!

Η επιστολή, έφερε προ τετελεσμένων το καθεστώς του Ιωαννίδη και στις 15 Ιουλίου, διενεργήθηκε πραξικόπημα πετυχαίνοντας την ανατροπή του Μακαρίου. Τη προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας αναλαμβάνει ο Νίκος Σαμψών, ο οποίος υπήρξε και αγωνιστής της ΕΟΚΑ.

Ο Μακάριος, φεύγει στο εξωτερικό με τη βοήθεια των Βρετανών. Τότε, κάνει και το μεγάλο λάθος… σε ομιλία του από το βήμα του ΟΗΕ, ζητάει τη βοήθεια των εγγυητριών δυνάμεων Βρετανίας-Τουρκίας, να αναλάβουν την «επαναφορά της έννομης τάξης στο νησί». Οι Τούρκοι, λοιπόν, βρίσκουν τη νομιμοποίηση τους για την εισβολή!

Οι προετοιμασίες, φαίνεται πως είχαν ξεκινήσει χρόνια νωρίτερα, αφού βάση στοιχείων του κλιμακίου μεταξύ των ετών 1970-1973, Τούρκοι αξιωματικοί χαρτογραφούσαν τις ακτές και την ευρύτερη περιοχή της Κερύνειας.

Στις 18 Ιουλίου 1974, παρατηρήθηκε έντονη δραστηριότητα σε όλα τα αεροδρόμια της νότιας Τουρκίας, καθώς κατέφθαναν τα συντάγματα καταδρομών και αλεξιπτωτιστών που αργότερα θα χρησιμοποιούντο στο εγχείρημα. Η ΚΥΠ (Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών), βάση συνεχών υποκλοπών τις οποίες διενεργούσαν τα κλιμάκια της Κύπρου, πιστοποίησε τη διαρκή ανταλλαγή σημάτων μεταξύ, Λευκωσίας και Μερσίνας (Τουρκία).

Οι προετοιμασίες κορυφώνονται στις 19 Ιουλίου, και από το πρωί όλα τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία μετέδιδαν τις προετοιμασίες των Τούρκων, ενώ το BBC προέβαλε μέχρι και εικόνες από τον απόπλου, που πραγματοποιήθηκε στις 17:30.

Όλα τα παραπάνω, ασφαλώς και έγιναν αντιληπτά και ενώ Αθήνα και Λευκωσία παρέμεναν ανεξήγητα απαθείς στην επικείμενη τουρκική εισβολή, το Αρχηγείο των Ενόπλων Δυνάμεων, αρκέστηκε σε ειρωνικά σχόλια τύπου «κάνουν ασκήσεις».

Από τη μία πλευρά, κατέφθαναν τηλεγραφήματα από τις ελληνικές πρεσβείες του Λονδίνου και της Βόννης όπου επιβεβαίωναν τις τουρκικές προετοιμασίες, και από την άλλη οι Αμερικανοί διαβεβαίωναν ότι οι Τούρκοι σε καμία περίπτωση δε θα επιχειρούσαν απόβαση στη Κύπρο.

20 Ιουλίου 02:00 τα ξημερώματα, 16 Τουρκικά πλοία, πλησίασαν στη Κερύνεια και 3 ώρες αργότερα αεροσκάφη και αντιτορπιλικά έβαλαν κατά στόχων στο νησί.

Η αποβίβαση των Τούρκων ξεκίνησε στο Πεντεμίλι, ενώ Τούρκοι αλεξιπτωτιστές έπεφταν στο θύλακα Κιονέλι – Αγύρτα. Η απόβαση ξεκίνησε με το φως της ημέρας (κατά παράβαση κάθε στρατηγικής λογικής) και ενώ το ΓΕΕΦ (Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς), το αντιλήφθηκε, δε φρόντισε να το εκμεταλλευτεί παραμένοντας μουδιασμένο, αντί να διατάξει τη διασπορά των Μονάδων του αμέσως και να στείλει ενισχύσεις ανατολικά και δυτικά του Πεντεμιλίου πριν η τουρκική αεροπορία δηλώσει το παρόν της

Η αντίδραση της Ε.Φ (Εθνική Φρουρά), ήταν αδύναμη και ασυντόνιστη. Επικρατούσε χάος στο κέντρο λήψεως αποφάσεων στην Αθήνα, αφού αρχικά δε πίστευαν στις πληροφορίες από Κύπρο για τη τουρκική εισβολή οδηγώντας έτσι την έκδοση άστοχων διαταγών. Το Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων, συνιστά το εξής απίστευτο: «Συνιστώμεν, αυτοσυγκράτησιν προς διαπίστωσιν αν αι ρίψεις αφορούν εφόδια ή και αλεξιπτωτιστάς».

Μετά από διαβουλεύσεις μεταξύ ΓΕΕΦ & Α/ΕΔ και έχοντας χάσει ήδη πολύτιμο χρόνο, διατάσσουν στις 08:40 την έναρξη των Ε/Κ πυρών κατά των Τούρκων. Η διαταγή δόθηκε από τον Υποστράτηγο και διοικητή του Α/ΕΔ, Χανιώτη.

Η ΕΛΔΥΚ, διατάσσεται στις 09:00, να επιτεθεί στο Κιονέλι. Η επίθεση ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία αφού δεν είχε καμιά υποστήριξη από το πυροβολικό, και παράλληλα οι αερομεταφερόμενες ενισχύσεις από άντρες των ειδικών δυνάμεων που είχαν λάβει οι Τούρκοι του θύλακα νωρίτερα ήταν τεράστιες.

Στο μεταξύ οι Τούρκοι, αφού αντιλήφθηκαν ότι η Ελληνοκυπριακή Στρατιωτική Ηγεσία παρέμενε άτολμος θεατής των εξελίξεων και οι παρευρισκόμενες ελληνικές δυνάμεις ήταν τρομερά ισχνές και χωρίς καμία υποστήριξη αρμάτων ή πυροβολικού, τολμούν και δεύτερη απόβαση.

Από την μεριά της Αθήνας οι Αρχηγοί του Επιτελείου, αντί να κάνουν το στρατιωτικό τους καθήκον αποφάσισαν να παίξουν το ρόλο του πολιτικού και ξεκίνησαν αγώνα διαβουλεύσεων απ’ευθείας από τους Αμερικανούς.

Αντί να διαταχθεί συγκέντρωση ικανών μονάδων για άμεση προώθηση τους με σκοπό την ολομέτωπη επίθεση προς το υπάρχον προγεφύρωμα στο χώρο της απόβασης και ενώ οι κατώτεροι αξιωματικοί της πρώτης γραμμής στη Κύπρο ζητούσαν διαταγές, βλέποντας του Τούρκους να τους βομβαρδίζουν, ο μεν Αραπάκης  (Α/ΓΕΝ), διατάζει τα 2 σύγχρονα υποβρύχια Λαύκος & Νηρεύς, τα οποία πορευόντουσαν προς τον χώρο της εισβολής για προσβολή του αποβατικού στόλου να γυρίσουν στη Ρόδο, ο δε Παπανικολάου (Α/ΓΕΑ), δίνει εντολή να μην απογειωθούν τα σύγχρονα Phantoms.

Ο ρόλος της αποστολής των παραπάνω 2 δυνάμεων, θα ήταν καταλυτικός για το μέλλον των επιχειρήσεων. Τα υποβρύχια θα έστελναν στο πάτο της Κερυναϊκής θάλασσας μεγάλο μέρος από τον αποβατικό στόλο, ενώ τα αεροσκάφη θα υποβοηθούσαν το όλο εγχείρημα της εξάλειψης του προγεφυρώματος, πλήττοντας την αποβατική δύναμη αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά τη Τουρκική αεροπορία που υστερούσε ποιοτικά και εμπειρικά απέναντι στην ελληνική.

 

Η μάχη των θυλάκων

Από το πρωί της 20ης Ιουλίου, σημειώθηκαν συγκρούσεις σε όλους σχεδόν τους τουρκοκυπριακούς θύλακες.

Οι ενωτικοί της Λεμεσού συγκεντρώθηκαν και σχημάτισαν το 203 Τ.Ε (Τάγμα Εθελοντών). Επρόκειτο για 450 άνδρες, στη πλειοψηφία τους στελέχη της ΕΟΚΑ Β’, ενώ τις τάξεις εθελοντών, στελέχωσαν ακόμη και μαθητές των γυμνασίων. Την επίθεση θα υποστήριζε και 216 Τάγμα Πεζικού της Εθνικής Φρουράς.

Οι αμυνόμενοι αντέταξαν πολύωρη και σθεναρή άμυνα. Η επιχείρηση έληξε στις 06:00 το πρωί της επόμενης μέρας, όταν ο αγωνιστής και μέλος της ΕΟΚΑ Β’, υπέστειλε την ημισέληνο από το αρχηγείο των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι και παραδόθηκαν. Στην επιχείρηση αυτή, έχασε τη ζωή του ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Π. Πουργουρίδης, όπου έφερε τιμητικά το πολυβόλο ΑΚ-47 του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα – Διγενή, δεχόμενος καταιγισμό πυρών από τούρκικο πολυβόλο.

Ξεχωριστή αναφορά αξίζει να γίνει και στους ηρωικούς μαθητές των γυμνασίων της Λεμεσού, οι οποίοι ενίσχυσαν εθελοντικά τα μαχόμενα τμήματα και τουλάχιστον 3 από αυτούς βρήκαν τον θάνατο από τουρκικά πυρά.

Έτσι, λοιπόν, στο ξεκίνημα της δεύτερης ημέρας της εισβολής έπαυσε κάθε τουρκική αντίσταση στη Λεμεσό.

Ευνοϊκά εξελίχθηκαν οι επιχειρήσεις κατά των Τουρκοκυπρίων της Λάρνακας.

Στον θύλακα Τζαούς, τον οποίο υπερασπίζονταν 1.000 περίπου Τουρκοκύπριοι, επιτέθηκε το 398 Τ.Π. (Τάγμα Πεζικού) και τμήμα του 241 Τ.Π., η προώθησή τους όμως ανακόπηκε στην είσοδο του χωριού όπου βρισκόταν το στρατόπεδο και η διοίκηση των Τουρκοκυπρίων. Εκτελέσθηκαν εν ψυχρώ πολλοί Εθνοφρουροί οι οποίοι είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι από τους Τ/‘‘Κ’’. Στον θύλακα Λεύκας και γύρω από αυτόν, ξέσπασαν επίσης σφοδρές συγκρούσεις με σημαντικές απώλειες στα επιτιθέμενα τμήματα της Εθνικής Φρουράς από τους Τ/‘‘Κ’’.

Στο γειτονικό χωριό Καζιβέρα, ανάμεσα στη περιοχή Μόρφου και Λεύκα, επιτέθηκε Τ.Ε. υπό τη διοίκηση του αντισυνταγματάρχη Χ. Φώτη. Ο αξιόλογος αυτός αξιωματικός δε κατεύθυνε απλά την επίθεση, αλλά προχώρησε πρώτος δίνοντας το παράδειγμα στους άνδρες τους. Μια βολίδα των εχθρών πέτυχε τον αντισυνταγματάρχη στη κοιλιακή χώρα, αλλά εκείνος τρεκλίζοντας διέταξε τη συνέχιση της προώθησης. Αμέσως μετά, τον έπληξε θανάσιμα ριπή πυροβόλου. Μέχρι το βράδυ, οι άνδρες του ολοκλήρωσαν τη κατάληψη του χωριού. Οι περισσότεροι τουρκοκυπριακοί θύλακες καταλήφθηκαν από την Ε.Φ., κατά τις 2 πρώτες ημέρες των επιχειρήσεων.

 

Χάνοντας τη Κερύνεια και την Αμμόχωστο

Το μεσημέρι της 22ας Ιουλίου, οι Τούρκοι πλέον χωρίς καμιά αξιόμαχη μονάδα στο πέρασμά τους, μπήκαν στη Κερύνεια. Στους δρόμους, σκόρπιοι Εθνοφρουροί αντάλλασαν πυροβολισμούς με τους εισβολείς αλλά η κατάσταση ήταν ξεκάθαρα υπέρ των Τούρκων, οι οποίοι εκτελούσαν επί τόπου όποιο στρατιώτη παραδιδόταν.

Εκτέλεσαν κτηνώδεις πράξεις απέναντι στον άμαχο πληθυσμό, ακόμα και αυτόν που είχε τεθεί υπό τη προστασία του Ο.Η.Ε.! Στόχευαν και φόνευαν αδιακρίτως, χωρίς διαχωρισμό στρατιωτών και αμάχων! Κάτοικοι, κυρίως υπερήλικες που δε πρόλαβαν να εγκαταλείψουν τη πόλη, εκτελέστηκαν εν ψυχρώ.

Η λεωφόρος Ελλάδος, είχε πια πλημμυρίσει από τους εισβολείς.

Στη μάχη της Κερύνειας, πρωταγωνιστικό ρόλο είχε το 251 Τάγμα Πεζικού με Διοικητή τον Ήρωα Ανχη Παύλο Κουρούπη.

Με την έναρξη της τουρκικής εισβολής και αφού διεφάνη το σημείο απόβασης, ο Κουρούπης με τα παλικάρια του ξεκίνησαν για το Πεντεμίλι. Εκατοντάδες έφεδροι από γειτονικά χωριά έτρεξαν και εφοδιάστηκαν με ότι οπλισμό είχε το Τάγμα. Τα αεροπλάνα βομβάρδιζαν παντού όλες τις θέσεις της Ε.Φ. και ενώ το ΓΕΕΦ τον είχε στο περίμενε, ξαφνικά ο Κουρούπης διατάζει πυρ! Πυρ και ο Αντωνακόπουλος με τα πυροβόλα του στον Πενταδάκτυλο, πυρ και τα πυροβόλα του Τζαβέλλα, εφέδρου Αξιωματικού από την Αϊρκώτισσα. Ο Κουρούπης, από το πρόχειρο αρχηγείο του στο Τριμίθι, δίνοντας διαταγές, μετέτρεψε τα αντιαεροπορικά του 251 σε φόβο και τρόμο των τουρκικών αεροπλάνων.

Λοκατζήδες της 33ΜΚ, ανασυντεταγμένοι κατέφθασαν στην περιοχή και έδωσαν και αυτοί μάχη σχεδόν εκ του συστάδην, με τους Τούρκους. Τα αυτόματα των λοκατζήδων κροτάλισαν και οι Τούρκοι έπεφταν νεκροί ο ένας μετά τον άλλον! Η μάχη συνεχίστηκε μέχρι τη νύχτα και όλοι τους πολεμούσαν σαν λιοντάρια!

Αφού πια δε μπορούν να αντισταθούν στην υπεροπλία των Τούρκων, τα παλικάρια του 251 δίνουν το άπαν των δυνάμεων τους για να τους αποκρούσουν και τη Δευτέρα 22 Ιουλίου περνούν όλοι στην ΑΘΑΝΑΣΙΑ, πέφτουν σχεδόν όλοι ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ και ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ!

Ο Κουρούπης, σύμφωνα με πηγές που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση εντοπίστηκε στις φυλακές του στρατοπέδου Πεζοναυτών στο Μπολού της Τουρκίας ζωντανός μαζί με άλλους 6 Έλληνες κρατούμενους. Η μαρτυρία έρχεται από τον ταγματάρχη της ΚΥΠ Γιαννόπουλο, ο οποίος υποδυόμενος επί ένα χρόνο το Τούρκο ψαρά, είχε καταφέρει να πλησιάσει και να τους συναντήσει.

Ο  διοικητής της τουρκικής απόβασης Ντεμιρέλ, είπε αναφερόμενος για το 251ΤΠ:

«Το 251 έδωσε για τη πατρίδα όλη την ΙΚΜΑΔΑ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΤΟΥ. ΕΧΕΙ 94 ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ και ΑΛΛΟΥΣ ΤΟΣΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ. Τα παλικάρια του πολέμησαν σαν νέοι ΜΑΡΑΘΩΝΟΜΑΧΟΙ, υπό τις διαταγές ενός νέου Λεωνίδα, του Παύλου Κουρούπη.»

Μετά τη κατάληψη της Κερύνειας, οι Τούρκοι συνέχισαν τις επιθέσεις στο τομέα Λευκωσίας. Σκοπός τους ήταν η κατάληψη μέρους της Κυπριακής πρωτεύουσας ώστε να διαπραγματευτούν πλέον από θέση ισχύος, αφού μετά τη κατάπαυση του πυρός σειρά θα λάμβανε η διπλωματία.

Οι μάχες ήταν σφοδρότατες και σχεδόν εξ επαφής, ειδικά στην παλαιά πόλη της Λευκωσίας. Τα σοκάκια είχαν μεταβληθεί σε πεδίο σκληρών οδομαχιών. Ένας από τους Εθνοφρουρούς εθεάθη να αναρριχάται σε ιστό φυλακίου το οποίο είχαν καταλάβει οι Τούρκοι, και στη προσπάθειά του να υποστείλει την ημισέληνο, έπεσε νεκρός από ριπή αυτομάτου όπλου.

Τελικά ο εχθρός, δε κατάφερε να προωθηθεί στο κέντρο της πόλης.

Στη Λευκωσία, οι σφοδρότερες μάχες διεξήχθησαν κατά τον Αττίλα ΙΙ . Το πρωί της 14ης Αυγούστου, έλαβαν χώρα αιματηρές συγκρούσεις. Οι ηρωικοί έφεδροι, πολέμησαν κατά των πάνοπλων Τούρκων, ενώ η τούρκικη αεροπορία σφυροκοπούσε ακατάπαυστα τις θέσεις τους. Ο Ταγματάρχης Δημ. Αλευρομάγειρος, περιόδευσε όλο το μέτωπο του τάγματος και έδωσε διαταγή για άμυνα μέχρις εσχάτων!

Στις 15 Αυγούστου, η κατάσταση ήταν κρίσιμη. Ο Τχης Αλευρομάγειρος ενημερώθηκε ότι τα τουρκικά Μ-48, ήταν μόλις στα 200 μέτρα και κατευθύνονταν εναντίον τους. Η διαταγή του ήταν λακωνική και ξεκάθαρη «Μείνατε στις θέσεις σας. Σταματήστε τα άρματα με οτιδήποτε. Με τα σώματά σας. Φτάνει να σταματήσουν».

Το πυροβολικό της Ε.Φ, συνέβαλλε και αυτό και με τα εύστοχα πυρά του και η Λευκωσία παρέμεινε ελεύθερη .

Αξίζει να αναφερθεί η μάχη που έδωσε ο 2ος Λόχος του 336 Τάγματος, στο κέντρο του μετώπου με επικεφαλή τον Κύπριο Έφεδρο Ανθγο Χ. Σολομή. Αμύνθηκαν με μεγάλη αυταπάρνηση, αφού αυτό το τμήμα του μετώπου ήταν ένας τόπος ιερός!! Εντός των Κεντρικών Φυλακών Λευκωσίας, βρίσκεται ο χώρος που αποκαλείται «ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΑ ΜΝΗΜΑΤΑ». Εκεί αναπαύονται οι ήρωες της ΕΟΚΑ, που έπεσαν μαχόμενοι ή απαγχονιστήκαν από τους Βρετανούς αποικιοκράτες (Γρ, Αυξεντίου, Ευαγ. Παλληκαρίδης, Μιχαήλ Καραολής, κ.α.). Ο Σολομής και οι 250 άνδρες τους, αμύνθηκαν σθεναρά, κάνοντας το ιερό τους καθήκον, οι τάφοι των ηρώων δεν έπρεπε να συληθούν από τους Τούρκους!

Στην Αμμόχωστο τώρα, από πλευράς Ελληνοκυπρίων, φαίνεται πως υπήρχε μια επιστράτευση-παρωδία με σχεδόν ανύπαρκτα μέσα, με σαστισμένους και ανήμπορους να διοικήσουν τους επιτελείς της Στρατιωτική Διοίκησης, και με ένα ακατάλληλο και προδοτικά υπάκουο στο ΓΕΕΦ Διοικητή, τον Σχη Κ. Ζαρκάδα, ο οποίος σύμφωνα με μαρτυρίες εθεάθη να περιφέρεται μονολογώντας: «ότι είναι να γίνει, θα γίνει… δε χρειάζεται να είμαστε προκλητικοί…».

Στο χάος, τη μόνη εξαίρεση αποτελούσαν οι ανήσυχοι Κύπριοι μόνιμοι και έφεδροι αξιωματικοί και οπλίτες, που αντιλαμβάνοντες τη κατάσταση, άρχισαν να οργανώνουν μεταξύ τους Ομάδες Μάχης.

Ενώ οι μάχες μαίνονταν στη πόλη της Αμμοχώστου, οι έφεδροι επέμεναν να καταληφθεί η Παλαιά Πόλη της Αμμοχώστου, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος για βομβαρδισμό της πόλης από τη Τουρκική Αεροπορία, ο Συνταγματάρχης Ζαρκάδας όμως, δίνει μια ανεξήγητη και προδοτική διαταγή για Άμεση υποχώρηση!!! Έτσι, η ευκαιρία για κατάληψη της εντός των τειχών Παλαιάς Πόλης της Αμμοχώστου, χάθηκε οριστικά. Οι Έφεδροι υποχώρησαν και άρχισαν να δέχονται αμυνόμενοι πια τα πυρά του εχθρού ενώ λίγο αργότερα η Τουρκική Αεροπορία άρχισε να βομβαρδίζει το κέντρο της πόλης και τις θέσεις τους.

Για τη πόλη της Αμμοχώστου, η δεύτερη φάση της Εισβολής, άρχισε το απόγευμα της 13ης Αυγούστου 1974, με βομβαρδισμούς και μοναχά με δύο τμήματα να προσπαθούν να την υπερασπιστούν.

15 Αυγούστου ο βομβαρδισμός εντάθηκε, οι Τούρκοι πύκνωσαν τα πυρά από τα Τείχη και τουρκικά άρματα κατευθύνονταν προς τη πόλη, χωρίς καμιά αντίσταση και με μέγιστη ταχύτητα στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Αμμοχώστου. Η πόλη έρημη, και η μοναδική ένδειξη αντίστασης ήταν οι πυροβολισμοί, όπου και αυτοί αραίωναν λόγο της εξάντλησης των πυρομαχικών από τους εφέδρους που είχαν απομείνει.

Οι μόνοι Έλληνες που είχαν απομείνει στην Αμμόχωστο, ήσαν 32 Έφεδροι και μια ακόμα Ομάδα Εφέδρων που είχαν εγκαταλειφθεί προδομένοι από την ηγεσία τους στο Λιμάνι της Αμμοχώστου. Αναγκάστηκαν να πέσουν στη θάλασσα για να σωθούν κολυμπώντας.

Η σιγή πυρός από την Ελληνική πλευρά, έδωσε το τελικό σύνθημα στους Τούρκους για τελική επίθεση με όλα τα μέσα που διέθεταν. Η τελευταία πράξη γράφτηκε με την υποστολή της Ελληνικής σημαίας…

Η Αμμόχωστος χάνεται…

 

Σ.Μ.