Η άλωση της βασιλεύουσας: Τα αίτια και κάποιοι παραλληλισμοί με το ζοφερό «σήμερα»

Σαν σήμερα το 1453 έπεσαν τα τείχη της Κωνσταντινούπολης από τους βάρβαρους Οθωμανούς Τούρκους. Πρόκειται αδιαμφισβήτητα για ένα κοσμοϊστορικής σημασίας γεγονός που καθόρισε αρκετές εξελίξεις και μετέβαλε άρδην μια πληθώρα ισορροπιών και συσχετισμών. Από την δική μας σκοπιά αποτέλεσε ένα βάραθρο ανυπόφορου σκοταδισμού και την καταβύθιση του πολιτισμού εις την πλήρη αποσάθρωση και βεβήλωση. Η μήτρα και κοιτίδα του πολιτισμού -καθολικώς και διαχρονικώς- θα ευτελιστεί με τον πλέον επαίσχυντο και οδυνηρό τρόπο.

Αν μπούμε σε διαδικασία διερεύνησης των αιτιών και των καταστάσεων που προλείαναν το έδαφος ώστε να συντελεστεί η επερχόμενη επώδυνη καταστροφή θα μπορούσαμε να υπογραμμίσουμε μία πλειάδα παραμέτρων. Το τέλειο έναυσμα ώστε να προβούμε σε μία εμπεριστατωμένη εικονογράφηση της προ της αλώσεως πραγματικότητας είναι το ποιητικό σύνθεμα του εθνικού ποιητή Κωστή Παλαμά «Ο δωδεκάλογος του Γύφτου» στο οποίο το ποιητικό υποκείμενο περιγράφει με έμμετρο γλαφυρό τρόπο τον εκφυλισμό μιας προ πολλού παρηκμασμένης αυτοκρατορίας. Με εξαιρετική παραστατικότητα και με την συνεχή χρήση του προφητικού μορίου «θα» προβλέπει την πλησιάζουσα καταστροφή.

Και θα σβήσεις καθώς σβήνουνε λιβάδια
από μάισσες φυτρωμένα με γητειές·
πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια
κι από τις δροσοσταλαματιές·
θα σε κλαίν’ τα κλαψοπούλια στ’ αχνά βράδια
και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές.

Και θα φύγεις κι απ’ το σάπιο το κορμί,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα,
και δε θα ‘βρει το κορμί μια σπιθαμή
μες στη γη για να την κάμει μνήμα,
κι άθαφτο θα μείνει το ψοφίμι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά

Παρ’ όλα αυτά κλείνει το ποίημα με ελπιδοφόρα πρόβλεψη ότι ο Ελληνισμός θα αποκαταστήσει το απωλεσθέν εθνικό του γόητρο.

Όσο να σε λυπηθεί
της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μιαν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!

Και θ’ ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή,
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν τον κόρφο το γυναικείο, σαν το κύμα,

και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα, –
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!

 

Μπορούμε λοιπόν να συναγάγουμε το συμπέρασμα ότι η καταστροφή είχε συντελεστεί πριν από την εισβολή των Οθωμανών στις πύλες του Ρωμανού. Στις αχανείς και ανομοιογενείς αυτοκρατορίες πολυφυλετικού και διαπολιτισμικού τύπου είναι αδύνατον να υπάρξουν σταθεροί και αδιάρρηκτοι δεσμοί συνεκτικότητας. Ο ελληνισμός ήταν μειοψηφικό εθνολογικό στοιχείο με τους αλλόφυλους να έχουν παρεισδύσει στους αυτοκρατορικούς θώκους, σε θέσεις τοπικής αυτοδιοίκησης και στο στράτευμα. Επιπλέον οι θρησκευτικές αντιθέσεις ταλάνιζαν ακατάπαυστα την συνοχή και την σύμπνοια της αυτοκρατορίας.

Επιπρόσθετα, τα προκλητικά κρούσματα διαφθοράς των ελέω θεού μοναρχών και η συνεπαγόμενη οικονομική κρίση εξόργιζαν τις μάζες των πολιτών που δυσανασχετούσαν. Αντιπροσωπευτικότερο παράδειγμα αυτής της παρατεταμένης οργής ήταν η «Στάση του Νίκα» εις βάρος του Ιουστινιανού το 532 μ.Χ. που διήρκεσε μία εβδομάδα και κατέληξε στην αιματοχυσία 30.000 (!) αγανακτισμένων υπηκόων. Όπως μας πληροφορεί ο ιστοριογράφος Προκόπιος το χώμα του ιππόδρομου έγινε κατακόκκινο από το αίμα των νεκρών.

Σε αυτό το πλαίσιο οικονομικής κρίσης και κοινωνικής αποσύνθεσης η αυτοκρατορία εβάλλετο πανταχόθεν. Οι συνεχείς βαρβαρικές επιδρομές και λεηλασίες εξουθένωσαν τις αντοχές τις αυτοκρατορίας και ελάττωσαν σε μεγάλο βαθμό τους πόρους της. Τέτοια βάρβαρα φύλα ήταν οι Σλάβοι που κατήλθαν τον Δούναβη φοβούμενοι τους Αβάρους (φύλο που στην συνέχεια συνασπίζεται με τους Σλάβους στις επιθέσεις), οι Βούλγαροι (οι Βυζαντινοί αναγκάστηκαν να τους ενσωματώσουν στην επικράτεια τους εγκαθιστώντας τους ανάμεσα στον Δούναβη και στον Εύξεινο Πόντο) και οι Άραβες που εξαπέλυσαν τις πιο επώδυνες για το Βυζάντιο επιδρομές. Όλα αυτά τα φύλα θεωρούσαν ιδιαίτερα πολυτελή τον βίο των βυζαντινών υπηκόων και επιθυμούσαν διακαώς την ενσωμάτωση τους. Για τους υπερασπιστές των τειχών από τις επιδρομές αυτές παρήχθη μία τεράστια ποιητική συλλογή Ακριτικών Δημοτικών Τραγουδιών.

Είναι λοιπόν σαφές πως σε αυτήν την κατάσταση η αυτοκρατορία θα αποτελούσε μακροπρόθεσμα βορά στις ορέξεις οποιασδήποτε εύρωστης υπολογίσιμης δύναμης. Το τελειωτικό χτύπημα που εξάντλησε και την τελευταία χαραμάδα επανάκαμψης ήταν η Σταυροφορία των Δυτικών με το πρόσχημα της προστασίας των Αγίων Τόπων στα Ιεροσόλυμα. Τεράστιες ποσότητες χρυσού, τιμαλφών και πολύτιμων σκευών υψηλής πολιτιστικής βαρύτητας εισέρευσαν στα κέντρα όπου γεννήθηκαν οι πρώτες εβραϊκές τράπεζες και έτσι τράφηκε το σιωνιστικό χρηματοπιστωτικό τέρας. Δυόμισι αιώνες αργότερα οι Δυτικοί -παρά τις υποσχέσεις τους για στρατιωτική στήριξη- εθελοτυφλούν κατά την εισβολή των μωαμεθανών. Σε αυτήν την κρίσιμη περίοδο το Βυζάντιο δεν βρήκε κανέναν εξωτερικό σύμμαχο και από τον γενικό κανόνα δεν ξέφυγε ούτε η παπική Δύση.

Το σημείο στο οποίο αξίζει πραγματικά να σταθούμε είναι η στάση της συντριπτικής πλειονότητας των υπηκόων της αυτοκρατορίας. Αντί ο κόσμος να βγει σθεναρά και να αγωνιστεί υπέρ βωμών και εστιών αποφάσισε να κλειστεί στα μοναστήρια και να προσευχηθεί με ψαλμωδίες περιμένοντας εναγωνίως την παρέμβαση της θείας πρόνοιας που δεν ήρθε ποτέ… Μία άλλη μερίδα πολιτών πίστευε μέχρι και την τελευταία στιγμή ότι θα επέμβουν τα στρατεύματα της παπικής δύσης και έτσι η εισβολή που υφίσταντο θα είχε αίσια έκβαση.

Εν κατακλείδι, μπορούμε να παραλληλίσουμε την ανωτέρω «αντίδραση» με την αντίστοιχη στάση των θλιβερών ηγετίσκων και επίδοξων κομματαρχών του χώρου αλλά και του ελληνικού λαού ευρύτερα. Σε συνθήκες μίας διαφορετικής μορφής σιωπηρής άλωσης άπαντες ποντάρουν την σωτηρία τους σε εξωγενείς παράγοντες. Ένα μεγάλο κομμάτι περιμένει καρτερικά την παρέμβαση του ομόδοξου ξανθού γένους, ενώ μία διόλου ευκαταφρόνητη μερίδα φαντάζεται υπερατλαντικούς σωτήρες. Ο μέσος πολίτης παράλληλα δείχνει συμβιβασμένος και επαναπαυόμενος. Προτρέπει μέσω του διαδικτύου «κάποιους άλλους» να προτάξουν τα στήθη τους μήπως και βελτιώσει το βιοτικό του επίπεδο.

Σε τέτοιες συνθήκες οικονομικής αποχαύνωσης καθίσταται πάντα επίκαιρη η ξεσηκωτική Καζαντζάκειος ρήση «Αν λαχταράς τη λευτεριά σε ξένους μην ελπίζεις, παρ’ την ο ίδιος αν μπορείς αλλιώς δεν την αξίζεις».

Σ.Λ