Rudyard Kipling: Ο συγγραφέας της λευκής φυλής

Ο Ράντγιαρντ Κίπλιν (Rudyard Kipling) ήταν ένας σπουδαίος Άγγλος συγγραφέας. Η αξία του δεν έγκειται τόσο στο λογοτεχνικό του ύφος, όσο στο γεγονός πως το έργο του συμπυκνώνει την ιδέα περί της ανωτερότητας του λευκού Ευρωπαίου έναντι όλων των υπολοίπων φυλών, τις οποίες οφείλει (για το καλό όλων) να υποτάξει και να «εξημερώσει». Ασφαλώς, το πολιτικό του όραμα δεν ήταν σε καμία περίπτωση «εθνικιστικό», με τη σημερινή έννοια του όρου, ή «εθνικοσοσιαλιστικό», καθ’ ότι ο Κίπλιν υπήρξε συνεπής υπέρμαχος της βρετανικής Αυτοκρατορίας – ο Όργουελ μάλιστα τον χαρακτήρισε «προφήτη του βρετανικού ιμπεριαλισμού». Υπήρξε, ωστόσο, ένας από τους ελάχιστους και ίσως ο πλέον σαφής εκφραστής του φυλετισμού στη λογοτεχνία (όπως και ο Αμερικανός Jack London, ο οποίος άλλωστε είχε επηρεαστεί έντονα από τον Άγγλο ομότεχνό του). Το γεγονός αυτό, στις μέρες μας είναι αρκετό ώστε το έργο του να εξοβελίζεται από τη διδακτέα σχολική ύλη σχεδόν όλων των χωρών, ενώ τα πλέον επίμαχα σημεία της δημιουργίας του αποσιωπούνται ή σκοπίμως παρερμηνεύονται. Και μόνο γι’ αυτόν τον λόγο, αξίζει να ενσκήψουμε για λίγο στη ζωή και το έργο του, φωτίζοντας μία-δύο εξαιρετικές εκφάνσεις του.

Ο Κίπλιν γεννήθηκε το 1865 στη Βομβάη της Ινδίας, που τελούσε τότε υπό βρετανική κυριαρχία, και ανατράφηκε στο Πόρτσμουθ της Αγγλίας, όπου και παρακολούθησε μία σχολή προπαρασκευαστική για τον βρετανικό Στρατό. Το 1882 επέστρεψε στην Ινδία (στο Παντζάμπ του σημερινού Πακιστάν), όπου ξεκίνησε να εργάζεται ως έφορος του τοπικού μουσείου και ως διευθυντής του Κολεγίου Τεχνών. Παράλληλα, συνεργάστηκε με αρκετές τοπικές βρετανικές εφημερίδες, όπου και άρχισε να ξεδιπλώνει το συγγραφικό του ταλέντο. Επέστρεψε αργότερα στο Λονδίνο, όταν είχε πλέον αποφασίσει να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη λογοτεχνική παραγωγή. Το 1892, με αφορμή τον γάμο του, πραγματοποίησε ένα μακρύ ταξίδι στις ΗΠΑ, όπου τελικά εγκαταστάθηκε για τέσσερα χρόνια. Επιστρέφοντας στην Αγγλία, ξεκίνησε να δίνει έντονη πολιτική χροιά στο έργο του, διακηρύσσοντας το μεγαλείο της λευκής φυλής, που χρέος έχει να υποτάξει όλους τους υπόλοιπους, κατώτερους λαούς. Παράλληλα, καθιέρωσε τα ετήσια ταξίδια του στη Νότια Αφρική, όπου συνδέθηκε με ειλικρινή φιλία με ρατσιστές πολιτικούς όπως ο Σέσιλ Ρόουντς. Τάχθηκε επίσης εναντίον του κομουνισμού, θεωρώντας πως μπορεί να τον πολεμήσει μέσω της τεκτονικής του ιδιότητας, για την οποία άλλωστε ήταν περήφανος.

Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο έχασε τον γιο του, ο οποίος σκοτώθηκε ηρωικά. Εις μνήμη του, έγραψε τον στίχο: «Αν ρωτήσουν γιατί πεθάναμε, πείτε τους, διότι οι πατέρες μας μάς είπαν ψέματα.» Κατά τον μεσοπόλεμο, παρ’ ότι αρχικά εξέφρασε τον θαυμασμό του για τον Μουσολίνι, τάχθηκε τελικά εναντίον του Όσβαλντ Μόσλεϋ, θεωρώντας τον καιροσκόπο. Συν τω χρόνω, εναντιώθηκε και στην πολιτική του Χίτλερ, θέση που πιθανώς αναγόταν στα αντιγερμανικά αισθήματα που έτρεφε ήδη από τα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Πολλές παλιότερες εκδόσεις βιβλίων του Κίπλιν έχουν στο εξώφυλλο τη σβάστικα (τόσο στην αριστερόστροφη όσο και στη δεξιόστροφη εκδοχή της), έμβλημα που είχε αντλήσει ο ίδιος από την ινδουϊστική παράδοση. Ωστόσο, μετά την άνοδο των Γερμανών Εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία, έπαψε να χρησιμοποιεί αυτό το σύμβολο. Λίγο αργότερα, τον Ιανουάριο του 1936, έφυγε από τη ζωή.

Ο Κίπλιν σήμερα έχει κατά κάποιον τρόπο περιθωριοποιηθεί, κυρίως επειδή το έργο του δεν ήταν πολιτικά και φυλετικά ορθό. Ένα από τα αποσιωπημένα ποιήματά του είναι το «Άχθος της Ιερουσαλήμ», το οποίο θεωρείται αντισημιτικό. Πράγματι, σε επιστολή που έστειλε από την Ιερουσαλήμ, όπου βρισκόταν σε διπλωματική αποστολή το 1929, προς την κόρη του, Έλση, ο Κίπλιν παρατηρεί ότι «πολλές φυλές είναι αχρείες, αλλά ο Εβραίος, σε μεγάλα πλήθη και στον πατρογονικό του ερημότοπο, είναι ο πλέον αχρείος.» Το ποίημα γράφτηκε την ίδια ακριβώς εποχή.

 

Το άχθος της Ιερουσαλήμ

εἶπε δ Αβραμ πρς Σραν· ἰδο ἡ παιδίσκη σου ἐν τας χερσί σου·
χρῶ αὐ
τ ς ἄν σοι ἀρεστν ᾖ.
καὶ
 κκωσεν ατν Σρα, κα πδρα ἀπὸ προσώπου ατς.

Γένεσις 16:6 

 

Τις πανάρχαιες μέρες, σε άγριες ερήμους
Ξεκίνησε μιαν έριδα – ακατάλυτη ακόμα –
Μεταξύ του γιου της Σάρας και της Άγαρ του παιδιού
Με επίκεντρο την Ιερουσαλήμ.
(Ενώ κάτω απ’ τ’ άχρονα κλαδιά
Της βελανιδιάς του Μαμβρή ανάμεσα σε κόσμο ξένο
Ο Πατριάρχης που κοιμόταν κι η γυναίκα του
Ούτε ονειρεύτηκαν την Ιερουσαλήμ.)

Όμως ο Ισμαήλ ζούσε εκεί που γεννήθηκε,
Κι εκεί όπου ανατράφηκε, μέσα σε σκηνές από μαλλί
Ανάμεσα στην Κάμηλο και το Αγκάθι –
Στη Βηρσαβεέ, στον Νότο της Ιερουσαλήμ.
Μα ο Ισραήλ γύρεψε δουλειά και τροφή
Στα γόνατα του Φαραώ, ώσπου ο Ραμσής
Απέπεμψε το οχληρό πλήθος του,
Με κατάρες, προς την Ιερουσαλήμ.
Διαμέσου ερημότοπων ήρθαν
Και διέσχισαν τον Ιορδάνη,
Και φώτισαν τον δρόμο με λεηλασίες και φωτιές
Τον δρόμο προς την Ιερουσαλήμ των Ιεβουσαίων.
Τότε Βασιλείς και Κριτές ηγεμόνευσαν τη χώρα,
Και δεν το έκαναν καλά,
Ώσπου έβαλε το χέρι της η Βαβυλώνα
Και τους έδιωξε απ’ την Ιερουσαλήμ.
Κι ο Κύρος τους ξανάστειλε πίσω,
Να συνεχίσουν ό,τι έκαναν,
Ώσπου ο οργίλος Τίτος ανέτρεψε
Το οικοδόμημα της Ιερουσαλήμ.
Τότε διασκορπίστηκαν στον Βορρά και τη Δύση,
Ενώ κάθε Σταυροφορία διασφάλισε όλο και πιο πολύ
Ότι ο εκδικητικός γιος της Άγαρ κατείχε
Του Μωάμεθ την Ιερουσαλήμ.

Εκεί που ο Ισμαήλ έστησε το κράτος του της ερήμου
Κι επινόησε ένα δόγμα να υπηρετεί τις ανάγκες του –
«Αλλαχού Ακμπάρ! Ο Θεός είναι Μεγάλος!» –
Κήρυξε στην Ιερουσαλήμ.
Και κάθε βασίλειο απ’ όπου πέρασαν
Κοντά ή μακριά, θέριεψε στο μίσος και τον φόβο
Και λήστεψε και βασάνισε, κυνήγησε και σφάγιασε,
Τους απόκληρους της Ιερουσαλήμ.
Έτσι κυλούσε η μοίρα τους – λίγο μάντεις, λίγο σκλάβοι –
Κι οι χρόνοι πέρασαν και τελικά
Στάθηκαν πλάι στον τάφο κάθε τυράννου,
Και μίλησαν σιγανά για την Ιερουσαλήμ.
Δεν ξέρουμε ποιος Θεός παραστέκει
Την αναγάπητη φυλή σε κάθε τόπο
Όπου σωρεύουν τα πλούτη τους
Απ’ τη Ρίγα ως την Ιερουσαλήμ.

Μα ο ρους όλος του Χρόνου δείχνει καθαρά
Σε όλους (πλην του Ούννου)
Πως δεν βγαίνει σε καλό να ανακατεύεσαι
Με τον Κοέν απ’ την Ιερουσαλήμ.
Διότι κάτω  απ’ τις μπούκλες και τη γούνα του Ραββίνου
(Ή τ’ αρώματα και τα δαχτυλίδια των μεγιστάνων)
Το απρόσιτο, άζυμο αίμα της Ουρ,
Έχει τον νου στραμμένο προς την Ιερουσαλήμ.
Εκεί που ο Ισμαήλ περιμένει στο δικό του μέρος –
Ένας ληστής τολμηρός, όπως είχε προφητευθεί,
Να σταθεί μπροστά στο πρόσωπο του αδερφού του –
Του λύκου δίχως την Ιερουσαλήμ.

Κι ο μη Εβραίος, ο τόσο φορτωμένος,
Πρέπει ν’ αντέξει το βάρος του μίσους του Ισραήλ
Διότι δεν θριάμβευσε ξανά
Στην Ιερουσαλήμ.

Κι όμως αυτός που έθρεψε την ατέρμονη διαμάχη,
Και δεν είχε το θάρρος να σώσει
Την Υπηρέτρια απ’ τη θυμωμένη σύζυγο,
Αυτός σφυρηλάτησε τη συμφορά σου, Ιερουσαλήμ.

___________________________________________________________

Βελανιδιά του Μαμβρή: Μια δρυς στη Δυτική Όχθη που θεωρείται «το δέντρο του Αβραάμ» από τον 16ο αιώνα. Βρισκόταν σε ένα άλσος όπου συχνά αναπαυόταν ο Αβραάμ.

Ο Πατριάρχης: ο Αβραάμ.

Βηρσαβεέ: Το μέρος όπου διέμενε για πολλά χρόνια ο Αβραάμ και από το οποίο έστειλε την Άγαρ και τον Ισμαήλ στην έρημο να πεθάνουν. Ήταν το νοτιότερο άκρο της Παλαιστίνης κατά τους βιβλικούς χρόνους. Εξ ου και «Νότος της Ιερουσαλήμ».

Ραμσής: Αιγύπτιος Φαραώ – αναφορά στην αποπομπή των Ιουδαίων από την Αίγυπτο, όπως περιγράφεται στην Έξοδο.

Ιεβουσαίοι: Οι Ιεβουσαίοι ήταν ένας λαός της Χαναάν που ζούσε στην Ιερουσαλήμ πριν την ατακτήσουν οι Εβραίοι.

Βασιλείς και Κριτές: Η περίοδος της ιουδαϊκής ηγεμονίας, όπως περιγράφεται στην Παλαιά Διαθήκη. Εκείνη την περίοδο το βασίλειο διαχωρίστηκε στο Ισραήλ και την Ιουδαία.

Η Βαβυλώνα έβαλε το χέρι της: Το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ καταλύθηκε από τους Ασσύριους το 722πΧ, το νότιο βασίλειο της Ιουδαίας από τους Βαβυλώνιους το 586πΧ.

Ο Κύρος τους ξανάστειλε πίσω: Μετά την ήττα των Βαβυλωνίων από τον Πέρση Κύρο τον Μεγάλο το 539πΧ, η Περσία χρηματοδότησε την επιστροφή των Ιουδαίων εξόριστων στην Ιερουσαλήμ, όπου εγκαθιδρύθηκε πάλι μία ιουδαϊκή επαρχία.

Ο Τίτος ανέτρεψε: Ο μέλλων Ρωμαίος αυτοκράτορας, που ισοπέδωσε την Ιερουσαλήμ το 70μΧ.  Στην πραγματικότητα, ο Τίτος είχε αρραβωνιαστεί μία Εβραία πριγκίπισσα, τη Βερενίκη.

Διασκορπίστηκαν στον Βορρά και τη Δύση: Η ιουδαϊκή Διασπορά, μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους.

Κάθε Σταυροφορία: Οι χριστιανικές Σταυροφορίες του Μεσαίωνα στη Μέση Ανατολή.

Ο εκδικητικός γιος της Άγαρ, ο Ισμαήλ κλπ: Σ’ αυτό το σημείο του ποιήματος, αναφορά στους Άραβες και τους μουσουλμάνους συλλογικά, όχι στον ίδιο τον Ισμαήλ.

Ούννος: Γερμανός. Ο Κίπλιν διακατεχόταν από αντιγερμανικά αισθήματα, κατάλοιπο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το ποίημα γράφτηκε το 1929 και αναφέρεται στη Γερμανία προ της ανόδου του Εθνικοσοσιαλισμού.

Το απρόσιτο, άζυμο αίμα της Ουρ: Κάτω από το σύγχρονο παρουσιαστικό τους, το αρχαίο, εκδικητικό μίσος των Ιουδαίων βράζει ακόμη.

 

Το τραγούδι του Πέμπτου Ποταμού

Όταν κάποτε πέριξ του Δέντρου της Εδέμ
Τα τέσσερα μεγάλα ποτάμια κυλούσαν,
Σε καθένα ανατέθηκε ένας Άντρας
Να ‘ναι ο Πρίγκιπας κι ο Ηγεμόνας του.

Αλλ’ αφότου ορίστηκε έτσι
(Λένε οι παλιοί μύθοι),
Ήρθε ο σκοτεινός Ισραήλ,
Για τον οποίο δεν απέμενε κανένα ποτάμι.

Τότε Εκείνος, που τον υπακούν τα Ποτάμια
Του είπε: «Ρίξε στο έδαφος
Μια χούφτα κίτρινο άργιλο,
Και θα κυλήσει ένας Πέμπτος Μεγάλος Ποταμός,
Ισχυρότερος απ’ αυτούς τους τέσσερις,
Στη μυστική Γη γύρω ˙
Και το μυστικό Του στο εξής,
Θα αποκαλυφθεί σε σένα και τη φυλή Σου.»

Είπε και έτσι έγινε.
Και, βαθιά στις φλέβες της Γης,
Και, με χίλιες πηγές να τον θρέφουν
Που παρηγορούν το εμπόριο,
Ή απομυζούν τη δύναμη Βασιλιάδων,
Γεννήθηκε ο Πέμπτος Μεγάλος Ποταμός,
Όπως είχε προφητευθεί –
Ο μυστικός Ποταμός του Χρυσού!

Κι ο Ισραήλ άφησε κάτω
Το σκήπτρο και το στέμμα του,
Να προστατεύουν την όχθη τούτου του ποταμού
Όπου τα νερά άστραφταν και βούλιαζαν
Κι έσκαβαν τη γη κι έπεφταν
Και περίμεναν κάτω μιαν εποχή,
Για λόγους που κανείς δεν μπορεί να ξέρει,
Εκτός μόνον απ’ τον Ισραήλ

Αυτός είναι ο Άρχων του Τελευταίου –
Του πέμπτου, του πιο θαυμάσιου, Κατακλυσμού.
Ακούει τον κεραυνό Του να περνά
Και το τραγούδι Του κυλά στο αίμα του.
Μπορεί να προφητεύσει: «Θα κατέβει»,
Διότι ξέρει ποια πηγή στερεύει
Πίσω από ποια λωρίδα ερήμου
Χίλιες λεύγες νότια.

Μπορεί να προφητεύσει: «Θα ανέβει».
Ξέρει πόσο μακριά λιώνουν τα χιόνια
Κατά μήκος ποιας οροσειράς,
Χίλιες λεύγες βόρεια.
Σταματά την επερχόμενη ξηρασία
Και σταματά την επερχόμενη βροχή,
Ξέρει τι θα επιφέρει καθεμιά τους,
Και το στρέφει προς όφελός του.

Ηγεμόνας δίχως Θρόνο,
Πρίγκιπας δίχως Σπαθί,
Ο Ισραήλ ακολουθεί την αποστολή του.
Σε κάθε τόπο καλεσμένος,
Σε πολλούς τόπους άρχοντας,
Σε κανέναν τόπο Βασιλιάς.
Μα ο Πέμπτος Μεγάλος Ποταμός κρατά
Το μυστικό του μυχού Του
Μονάχα για τον Ισραήλ,
Όπως ορίστηκε να γίνει.

 

 

Ένα τραγούδι των Λευκών

Λοιπόν, αυτή είν’ η κούπα που πίνουν οι Λευκοί
Όταν πάνε να διορθώσουν ένα λάθος,
Κι αυτή είν’ η κούπα του μίσους του παλιού κόσμου –
Άγριου και τεταμένου και δυνατού.
Έχουμε πιει αυτήν την κούπα – την τόσο, μα τόσο πικρή –
Και πετάξαμε το κατακάθι.
Μα είναι για καλό του κόσμου όταν πίνουν οι Λευκοί
Στην αυγή της μέρας του Λευκού!

Λοιπόν, αυτός είν’ ο δρόμος που διαβαίνουν οι Λευκοί
Όταν πάνε να καθαρίσουν έναν τόπο –
Σίδερο κάτω απ’ τα πόδια τους, κεραυνοί πάνω απ’ τα κεφάλια τους
Και το φαράγγι σε κάθε τους χέρι.
Διαβήκαμε αυτόν τον δρόμο – τον τόσο υγρό κι ανεμοδαρμένο δρόμο –
Με το εκλεκτό αστέρι μας για οδηγό.
Ω, είναι για καλό του κόσμου όταν οι Λευκοί διαβαίνουν
Τον μεγάλο δρόμο τους πλάι-πλάι!

Λοιπόν, αυτή είν’ η πίστη που έχουν οι Λευκοί –
Όταν χτίζουν τα σπίτια τους πέρα μακριά –
«Ελευθερία για μας κι ελευθερία για τους γιους μας
Και, αν πάψει η ελευθερία μας, Πόλεμος.»
Αποδείξαμε την πίστη μας – μάρτυρες της πίστης μας,
Οι αγαπημένες ψυχές των ελεύθερων ανδρών μας που σφάχτηκαν!
Ω, είναι για καλό του κόσμου όταν οι Λευκοί ενωθούν
Για ν’ αποδείξουν την πίστη τους ξανά!

 

Το φορτίο του Λευκού

Σήκωσε το φορτίο του Λευκού –
Στείλε πέρα μακριά τους καλύτερους της γενιάς σου –
Άντε, δέσε τους γιους σου στην εξορία
Να υπηρετούν τις ανάγκες των αιχμαλώτων σου ˙
Να περιμένουν, δεμένοι με γερά χαλινάρια,
Μέσα σε κόσμο ταραγμένο κι άγριο –
Τους σκυθρωπούς λαούς που μόλις κατέκτησες,
Κατά το ήμισυ παιδιά και κατά το ήμισυ διαβόλους.

 

 

Αν…

Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι ψηλά όταν γύρω σου όλοι
τον εαυτό τους εχάσαν δειλά, και για τούτο μαζί σου τα βάζουν,
στον εαυτό σου αν μπορείς να ‘χεις πίστη όταν όλοι για σένα αμφιβάλλουν
μα κι αδιάφορος να ‘σαι κι ορθός στις δικές τους μπροστά αμφιβολίες,
αν μπορείς να υπομένεις χωρίς ν’ αποστάσεις ποτέ καρτερώντας,
ή μπλεγμένος με ψεύτες, μακριά να σταθείς αν μπορείς απ’ το ψέμα
κι αν γενείς μισητός, να μη δείξεις στρατί στο δικό σου το μίσος,
κι ούτε τόσο καλός να φανείς κι ούτε τόσο σοφά να μιλήσεις,

αν μπορείς να ονειρεύεσαι δίχως να γίνεις του ονείρου σου σκλάβος,
αν μπορείς να στοχάζεσαι δίχως τη σκέψη να κάνεις σκοπό σου,
αν μπορείς την λαμπρήν ανταμώνοντας Νίκη ή τη μαύρη φουρτούνα,
να φερθείς με τον ίδιο τον τρόπο στους δυο κατεργάρηδες τούτους,
αν μπορείς να υποφέρεις ν’ ακούς την αλήθεια που ο ίδιος σου είπες,
στρεβλωμένη από αχρείους, να γενεί μια παγίδα για ηλίθιους ανθρώπους,
ή αν τα όσα η ζωή σού έχει δώσει αντικρίσεις συντρίμμια μπροστά σου,
κι αφού σκύψεις, ν’ αρχίσεις ξανά να τα χτίζεις με σκάρτα εργαλεία,

αν μπορείς να σωριάσεις μαζί τ’ αγαθά και τα κέρδη σου όλα,
κι αν τολμήσεις με μια σου ζαριά όλα για όλα να παίξεις
και να χάσεις τα πάντα και πάλι απ’ την πρώτη σου αρχή να κινήσεις,
και να μην ψιθυρίσεις ποτές ούτε λέξη για τα όσα έχεις χάσει,
κι αν μπορείς ν’ αναγκάσεις με βία, την καρδιά σου, τα νεύρα, το νου σου,
να δουλέψουν για σέναν ακόμα κι αφού τσακιστούνε στο μόχθο,
και ν’ αντέξεις σ’ αυτό σταθερά όταν τίποτε εντός σου δεν θα ‘χεις
άλλο εξόν απ’ τη θέληση που όρθια θα κράζει σε τούτα «Κρατάτε»,

αν μπορείς να μιλάς με τα πλήθη κι ακέριος στο ήθος να μένεις,
ή αν βρεθείς με ρηγάδες χωρίς τα μυαλά σου να πάρουν αέρα,
κι αν ποτέ, ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί να σε κάνουν μπορούν να πονέσεις,
τον καθένα αν ζυγιάζεις σωστά και κανέναν πιο πρόσβαρα απ’ άλλον,
αν μπορείς να γεμίζεις το αμείλιχτο ένα λεφτό της κάθε ώρας
στην αξία των εξήντα μοιραίων δευτερόλεφτων της διαδρομής του,
τότε θα ‘ναι όλη η Γη σα δικιά σου, ως και κάθε που υπάρχει σε τούτη,
και —περισσότερο ακόμα— θε να ‘σαι ένας άνθρωπος πλέριος, παιδί μου.»

 

Μετάφραση Δ.Η.