3 Απριλίου 1770: Σαν σήμερα γεννιέται ο «Γέρος του Μοριά»

Βρισκόμαστε στα 1770. Εν μέσω άλλης μιας περιόδου σφαγών στον Μωριά, λόγω της προδοσίας της Αυτοκράτειρας Αικατερίνης εις βάρος των Ελλήνων, μέσω των αδελφών Ορλώφ. Όλος ο Μωριάς φλέγεται απ’ άκρη σ’ άκρη. Σε εκατοντάδες χωριά και οικισμούς, το αίμα των Ελλήνων ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου ποτίζει τη γη των προγόνων μας. Ο Κωσταντής Κολοκοτρώνης αφήνει την ετοιμόγεννη γυναίκα του και τα τρία του παιδιά και πολεμάει σκληρά στα κάστρα της Μάνης τις ορδές του Σουλτάνου. Ήταν ξημερώματα της 3ης Απριλίου όταν, μετά από δυο ημέρες περπάτημα στα αφιλόξενα βουνά της βόρειας Μεσσηνίας, έρχονται στη Ζαμπέτα Κωτσάκη οι πόνοι της γέννας. Η περήφανη καπετάνισσα στέκεται κάτω από ένα δέντρο στο Ραμμαβούνι και γεννά τον μεγαλύτερο άνδρα που ανέδειξε η ιστορία μας στους μετά Χριστόν αιώνες!

Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, ο μικρός Θοδωράκης αντικρίζει για πρώτη φορά τον κόσμο. Οι πρώτες του εικόνες από τη ζωή ήταν πόνος, κλάμα, δυστυχία, πείνα και η μυρωδιά του θανάτου παντού γύρω του. Αιώνες ολόκληρους οι Έλληνες έχυναν το αίμα τους για να ελευθερώσουν αυτά τα άγια χώματα, και να που τότε οι θεοί επιτέλους συγκινήθηκαν και έστειλαν αυτόν τον φλογερό επαναστάτη! Από τις πρώτες κιόλας ώρες του, αυτό το βρέφος έμοιαζε διαφορετικό. Σαν ένας ανώτερος νους να του ψιθύρισε στο αυτάκι του τον λόγο για τον οποίο γεννήθηκε και είναι «καταδικασμένος» να πετύχει. Ο μικρός Θοδωράκης, λοιπόν, από την πρώτη στιγμή που ακούστηκε το κλάμα του, δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Μάταια η καπετάνισσα προσπαθούσε να το μερώσει και να το θηλάσει. Δεν κατέβαινε γουλιά. Το σπαρακτικό κλάμα που δεν έλεγε να σταματήσει, συγκίνησε ακόμα και τις νεράιδες του δάσους που ήρθαν σιωπηλά ˙ του χάιδεψαν το μέτωπο και τον νανούρισαν μ’ ένα όμορφο τραγούδι ώσπου να φύγουν, το ίδιο αθόρυβα όπως ήρθαν.

Τα χρόνια πέρασαν και ο Θοδωράκης, ο μικρότερος από τα αδέρφια, έμοιαζε ένα κανονικό παιδί σαν όλα τα άλλα. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στην Αλωνίσταινα όπου ήταν το πατρικό σπίτι της μητέρας του, η οποία όντας χήρα μεγάλωνε τα παιδιά της με τα ιδανικά της ελευθερίας και της περηφάνιας! Στα γενέθλιά της λοιπόν, πάνε τα παιδιά της και της προσφέρουν από ένα λουλούδι. Η μητέρα συγκινημένη φιλάει τα παιδιά της και εκείνα με τη σειρά τους, της λένε πως αυτό είναι ένα μικρό δείγμα του τι θα κάνουν γι’ αυτήν όταν μεγαλώσουν. Ο μεγαλύτερος γιος, της λέει πως όταν μεγαλώσει θα της φέρει 10 κεφάλια Τούρκων. Ο δεύτερος γιος, της λέει πως θα της φέρει 50 κεφάλια Τούρκων και ο τρίτος 100. Ο Θοδωράκης δεν μίλαγε και όταν τον ρωτάει η μάνα του, «Εσύ, Θοδωράκη, τι θα μου φέρεις;» αυτός της λέει: «Εγώ θα σου φέρω την Ελευθερία, μάνα!». Αυτό βέβαια κανένας δεν το πήρε τοις μετρητοίς, εκτός από έναν… τον ίδιο τον γέρο του Μωριά!

Η οικογένεια ήταν φτωχή και με δυσκολία τα έβγαζε πέρα. Όλα τα παιδιά αναγκάζονταν να δουλεύουν από πολύ μικρά για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην. Η δουλειά του Θοδωράκη ήταν να φορτώνει στο γαϊδουράκι τα ξύλα που έκοβαν τα αδέρφια του και να τα πηγαίνει στο παζάρι της Τρίπολης, όπου τα πουλούσε για να ψωνίσει αλεύρι. Μια βροχερή μέρα, όπως πήγαινε στο παζάρι, το γαϊδουράκι σκοντάφτει και λερώνει έναν Τούρκο που περνούσε.  Ο Τούρκος  αμέσως πάει στον μικρό Κολοκοτρώνη και τον χαστουκίζει. Ο Κολοκοτρώνης δεν αντιδρά και συνεχίζει τον δρόμο του. Όταν όμως  πούλησε τα ξύλα, αντί για αλεύρι πήγε και αγόρασε έναν σουγιά. Γυρίζοντας στο σπίτι, τον ρωτάει η μάνα του γιατί δεν πήρε αλεύρι και τότε της δείχνει πού χάλασε τα λεφτά. «Μάνα, εγώ στην Τρίπολη δεν θα ξαναπάω. Εμένα θα με ξαναδείς όταν οι Τούρκοι φύγουν από τον Μωριά», της είπε και χάθηκε στα σκοτεινά δάση του Μαινάλου. Εκεί, στα 15 του χρόνια τότε, συναντάει τον θρυλικό κλέφτη Ζαχαριά, πρωτοπαλίκαρο του πατέρα του, και του ζήτησε να τον πάρει κοντά του και να του διδάξει ό,τι είχε διδαχθεί ο ίδιος απ’ τον Καπετάν Κωσταντή.

Πολύ σύντομα ο Κολοκοτρώνης, από αμούστακο παιδί καταφέρνει να μάθει όλες τις τεχνικές του κλεφτοπολέμου και με τη φαντασία αλλά και την εξυπνάδα του να γίνει ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων. Δεν ήταν τυχαίο πως το προσωνύμιο «Γέρος» το είχε αποκτήσει μόλις στα 21 του χρόνια, όταν ήταν ήδη αρχηγός της δικής του ομάδας κλεφτών. Σε καμία περίπτωση βέβαια δεν τον είπαν έτσι λόγω ηλικίας αλλά ως ένδειξη αναγνώρισης και σεβασμού στο πνεύμα και τη μεθοδικότητα που μόνο ένας σοφός γέρος θα μπορούσε να έχει.

Έτσι κάπως τελειώνουν πρόωρα τα παιδικά χρόνια του Θοδωρή και φτάνει πλέον στα 1802 να είναι ο πιο καταζητούμενος Έλληνας του Μωριά και με φιρμάνι ο Σουλτάνος να ζητά τον αποκεφαλισμό του από τους Προεστούς. Μετά από τεράστιο ανθρωποκυνηγητό και πολλές μάχες και συμπλοκές, φτάνει στα 1805 να πολεμά πλάι στους Ρώσους τον προαιώνιο εχθρό του γένους. Γρήγορα όμως κατάλαβε πως αυτός ο πόλεμος δεν ήταν ο δικός του. Η πατρίδα του ήταν υπόδουλη και η οικογένειά του έπρεπε να πληρώνει κεφαλικό φόρο στην Πύλη. Εκεί λοιπόν η αρχέγονη φλόγα που έκαιγε μέσα του, τον πρόσταξε να γυρίσει πίσω στον Μωριά και, κάνοντας αυτό που ήξερε καλύτερα απ’ τον καθένα, να κερδίσει ένα ελεύθερο και περήφανο μέλλον για όλους τους Έλληνες.

Τον Ιανουάριο του 1806 και ενώ βρισκόταν στην Πελοπόννησο βγήκε διάταγμα δίωξής του. Αποτέλεσμα ήταν να ακολουθήσει πολύμηνη, περιπετειώδης και δραματική καταδίωξή του από τους Τούρκους σε πολλά χωριά και πόλεις της Πελοποννήσου. Κατάφερε τελικά, μαχόμενος, να διαφύγει με πλοιάριο από τα δυτικά του Λακωνικού κόλπου, περνώντας στα ρωσοκρατούμενα Κύθηρα με ενδιάμεση στάση στην Ελαφόνησο λόγω κακοκαιρίας. Από το 1810 υπηρέτησε στο ελληνικό στρατιωτικό σώμα του αγγλικού στρατού στη Ζάκυνθο, όπου γρήγορα διακρίθηκε για τη δράση του εναντίον των Γάλλων και έφτασε στον βαθμό του ταγματάρχη. Τότε ενεφανίσθη η μεγαλύτερη πρόκληση
προς τον ίδιο, από τον Άγγλο στρατηγό που θαύμαζε τις ικανότητές του και του πρότεινε να πάει στην πρώτη γραμμή του μετώπου ενάντια στον Ναπολέοντα με τον βαθμό του υποστράτηγου. Η απάντηση όμως του Κολοκοτρώνη ήταν εμφατική και σαφής: «Τι έχω να κάμω με τον Ναπολέοντα; Αν θέλετε στρατιώτας δια να ελευθερώσωμεν την πατρίδα μας, σας υπόσχομαι και πέντε και δέκα χιλιάδες στρατιώτας» και την επόμενη κιόλας μέρα παραιτήθηκε από τη θέση του ταγματάρχη και ξαναγύρισε στον Μωριά, παίρνοντας μόνο την περικεφαλαία του, η οποία τον συντρόφευσε σε όλες τις μάχες της επανάστασης και μέχρι τις μέρες μας είναι μεταξύ των δημοφιλέστερων συμβόλων του εθνικού αγώνα του 1821.

Φτάνοντας στα 1818, ο 48χρονος καπετάνιος μυείται στη Φιλική Εταιρεία και ξεκινά με άλλες προοπτικές τότε την προετοιμασία για τη λευτεριά! Γυρνάει από χωριό σε χωριό, από σπίτι σε σπίτι και ξεσηκώνει τους πάντες. Μαζί με τα παλικάρια του, ανθρώπους απλούς που όμως ένιωθαν πως η ελευθερία κερδίζεται με αγώνες και αίμα, ξεσηκώνει τους πάντες. Άνδρες ανεξαρτήτως ηλικίας πάνε στο πλευρό του για να θυσιάσουν τη ζωή τους στον αγώνα για ελευθερία. Οι κάτοικοι της Καρύταινας ήταν αυτοί που τον στήριξαν όσο κανένας άλλος! Αυτοί και οι Γορτύνιοι (όπως είχε πει), ήταν οι καλύτεροι πολεμιστές που είχε γνωρίσει. Άνθρωποι άκαπνοι, που δεν ήξεραν τι θα πει μπαρούτι και σπαθί, ένας στρατός ατάκτων τσοπάνηδων που με αυταπάρνηση  νίκαγαν τον τακτικό και εμπειροπόλεμο στρατό της μεγάλης Οθωμανικής αυτοκρατορίας, έφτασαν με την εξυπνάδα, το πνεύμα και τη φαντασία του γέρου του Μωριά να ξεκινήσουν την επανάσταση απ’ άκρη σ’ άκρη στον Μωριά και να περάσουν το μήνυμα σε όλους τους Έλληνες πως η αυτοκρατορία των Οθωμανών δεν είναι ανίκητη!

Κάπως έτσι λοιπόν φτάνουμε στην επανάσταση του 1821.

Τη συνέχεια όλοι μας λίγο ως πολύ τη γνωρίζουμε. Όλοι μας ξέρουμε πως χωρίς Κολοκοτρώνη δεν θα είχαμε Δερβενάκια, Τριπολιτσά, Βαλτέτσι, Τρίκορφα και πολλές άλλες ένδοξες σελίδες στην ιστορία μας, αλλά πάνω απ’ όλα, δεν θα είχαμε την ίδια την ιστορία μας και την ελευθερία μας.

Πριν από τη μάχη στα Δερβενάκια ο Κολοκοτρώνης είπε στους πολεμιστές του: «Μια φορά εβαπτισθήκαμεν με το λάδι, βαπτιζόμεθα και μίαν με το αίμα και άλλην μίαν δια την ελευθερίαν της πατρίδος μας!»

Όταν έμαθε πως ο Ιμπραήμ κατακτά το ένα μέρος πίσω απ’ το άλλο, φυλακισμένος τότε σ’ ένα σκοτεινό μπουντρούμι, λέει στον δεσμοφύλακα: «Απ’ το κελί της φυλακής θα το βροντοφωνήσω: Τον τόπο που ελευθέρωσα, μην σας τον πάρουν πίσω».

Ας είναι, Γέρο, τα λόγια σου αυτά που θα μας δείξουν το φως και σήμερα στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε! Είθε να γίνει η θυσία σου, το παράδειγμα για τις επόμενες γενιές και να αποδείξουμε στους αγέννητους και τους νεκρούς πως είμαστε άξιοι του αίματος και του ονόματός σου!

Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους!

 

Β. Π.