Γρηγόρης Αυξεντίου: Ο Σταυραετός του Μαχαιρά

«Στην εσχάτην ανάγκην θα αγωνιστώ και θα πεθάνω σαν Έλληνας, αλλά ζωντανόν δεν θα με πιάσουν».

Γρηγόρης Αυξεντίου

«Βρισκόμουν την στιγμήν εκείνη γονατιστός κοντά στο στόμιο του κρησφύγετου και οι φλόγες κάλυψαν τα μαλλιά μου και το δεξί μέρος του προσώπου μου… Ο μάστρος μου βρισκόταν στο βάθος του κρησφύγετου, ανάμεσα στις φλόγες που τον είχαν ζωσμένον από παντού. Και όμως και στην απελπιστικήν εκείνην στιγμήν η όψη του ήτανε το ίδιο όπως πάντα ήρεμη και γαλήνια. Δεν φαινόταν τρομαγμένος ούτε πονούσε και το ηθικό του δεν είχε υποστή καμμία κάμψη. Με το ίδιο ατάραχο και αποφασιστικό ύφος και με πολλή στοργή και αγάπη μόλις τον κοίταξα τρομαγμένος, άκουσα από το στόμα του τα τελευταία του λόγια, που δεν ήταν άλλα από την τόσο αγαπημένη από μένα φράση του, η οποία πάντοτε υπήρξε για με πηγή εμπνεύσεως και κουράγιου: «Μη φοβάσαι, Μοτρόζο, μη φοβάσαι». Δεν άντεξα να μείνω περισσότερο μαζί του στη σπηλιά. Ούτε ξανακοίταξα άλλη φορά προς το μέρος του φλεγόμενου Μάστρου μου, του ασύγκριτου ήρωος του απελευθερωτικού αγώνος της Κύπρου, του θρυλικού Γρηγόρη Αυξεντίου».

Αυγουστής Ευσταθίου

 

 

Ο Γρηγόρης Αυξεντίου υπήρξε η προσωποποίηση της πολεμικής αρετής στον Αγώνα της ΕΟΚΑ, πρότυπο Αγωνιστή και ενσάρκωση της γενναιότητας και του πνεύματος της θυσίας στο βωμό της ελευθερίας και της Πατρίδος.

Γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου του 1928 στο χωριό Λύση, που βρίσκεται ανάμεσα στη Λευκωσία και στην Αμμόχωστο. Φοίτησε στο δημοτικό σχολείο του χωριού του και μετά συνέχισε στο Γυμνάσιο της Αμμοχώστου. Αποφοιτώντας από  εκεί, βρέθηκε στην Αθήνα (1949) με σκοπό να σπουδάσει στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Δε πέτυχε στις εξετάσεις και έτσι κατατάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό και πέρασε από τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού. Παράλληλα τον ενδιέφερε πολύ και η Φιλολογία όπου μελετούσε προκειμένου να μπει στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Απολύθηκε από το Στρατό ως Έφεδρος Ανθυπολοχαγός Πεζικού και στη συνέχεια υπηρέτησε στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Μετά το τέλος της θητείας του επέστρεψε στη Κύπρο (19 Μαρτίου 1953), όπου και μυήθηκε στην ΕΟΚΑ. Η ζωή του, οι περιπέτειές του, η δράση του, τα οράματά του, ο θάνατός του, όλα φαίνονται να έχουν το στοιχείο του απροσδόκητου, του μοναδικού λες και ήταν προορισμένος από την αρχή της ζωής του να πεθάνει στον Αγώνα της Ελευθερίας.

Ως την έναρξη του Αγώνα ο Γρηγόρης Αυξεντίου εφαρμόζοντας τις εντολές του Αρχηγού Γεωργίου Γρίβα-Διγενή, συγκρότησε και εκπαίδευσε τις ομάδες κρούσης της περιοχής Αμμοχώστου. Όπως όριζαν οι επιταγές της οργάνωσης για λόγους προστασίας αλλά και συμβολικούς, ο Αυξεντίου «βαφτίστηκε» με το ψευδώνυμο «Ζήδρος», στη μνήμη του αρματολού του Ολύμπου και της Πίνδου, Πάνου Ζήδρου και με αυτό πέρασε και στην ιστορία.

Μέχρι το τέλος του 1955 η ομάδα του Αυξεντίου εκτέλεσε πολλές αποστολές καταστροφής και προσβολής βρετανικών στόχων. Είχε την ατυχία να επισημανθεί από τη πρώτη κιόλας νύχτα της δράσεώς του, την 1ηΑπριλίου 1955 και να επικηρυχτεί από τους Άγγλους. Ήταν ο πρώτος καταζητούμενος αγωνιστής της ΕΟΚΑ. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, μαχόμενος και καταδιωκόμενος, νυμφεύθηκε την εκλεκτή της καρδιάς του Βασιλική Παναγή, την 10η Ιουνίου 1955. Το μυστήριο τελέστηκε κάτω από άκρα μυστικότητα, με μια διμοιρία ανδρών της ΕΟΚΑ να έχει ακροβολισθεί στα 300 μέτρα περιμετρικά της μονής, δημιουργώντας ασπίδα ασφαλείας.

Στο τέλος του 1955, ο Αυξεντίου κατόπιν εντολής του Αρχηγού μετέφερε τη δράση του στη περιοχή Πιτσιλιάς του Τροόδους. Στις 5 Δεκεμβρίου 1955, προσέβαλε και ανατίναξε τον ηλεκτρικό υποσταθμό στο χωριό Καρβουνάς, όπου τροφοδοτείτο με ρεύμα η ευρύτερη περιοχή καθώς και οι βρετανικές δυνάμεις που έδρευαν στις Πλάτρες. Το 1956 ο «Ζήδρος», μεταφέρθηκε με άκρα μυστικότητα στη Λεμεσό με κρίση οξείας σκωληκοειδίτιδας. Αμέσως μετά την εγχείρηση, κατέφυγε στο Μοναστήρι του Μαχαιρά, όπου για λόγους ασφαλείας μεταμφιέστηκε σε μοναχό. Λίγες μέρες αργότερα, βρετανικό απόσπασμα 120 ανδρών, εισέβαλε στην μονή και ανέκριναν τους μοναχούς, συμπεριλαμβανομένου και του Αυξεντίου, ο οποίος τους αντιμετώπισε με απόλυτη ψυχραιμία χωρίς να γίνει τίποτα αντιληπτό.

Το καλοκαίρι του 1956, ο αγωνιστής το πέρασε κρυμμένος στο ορεινό χωριό Αγρός αφού λόγω του χειρουργείου δεν ήταν ακόμα σε θέση για δράση. Στις αρχές του φθινοπώρου επέστρεψε ενεργά με ένα σχέδιο σύνθετης δράσης εκτεταμένων δολιοφθορών το οποίο περιελάμβανε μεταξύ άλλων επιθέσεις σε αστυνομικούς σταθμούς, ανατινάξεις οδικών αρτηριών στο Τρόοδος και προσβολή σταθμών ηλεκτρικού ρεύματος. Κατά το πρώτο τρίμηνο του 1957, η ομάδα του και ο ίδιος καταδιώκονταν συνεχώς, ύστερα από αλλεπάλληλες προδοσίες! Η καταδίωξη ήταν στενή και συχνά εξ επαφής. Κατέστη εμφανές ότι υπήρχαν διαρροές οι οποίες κατέδιδαν τις κινήσεις του Αυξεντίου και της ομάδας του.

Για λόγους ευελιξίας ο Αυξεντίου διέσπασε την ομάδα σε τρεις μικρότερες, ενώ ο ίδιος κράτησε κοντά του ελάχιστους άνδρες και περιπλανήθηκε στη περιοχή γύρω από το μοναστήρι του Μαχαιρά ενώ σε απόσταση ενός χιλιομέτρου περίπου κατασκεύασε νέο κρησφύγετο, καλά καμουφλαρισμένο στη πλαγιά ενός βουνού. Η ισχυρή του διαίσθηση τον προειδοποίησε για το επερχόμενο τέλος του που έμελλε να είναι ηρωικό και αντάξιο της δράσης του.

Ξημερώνοντας η πρώτη μέρα του Μαρτίου το 1957, ύστερα από προδοσία βρετανικές δυνάμεις εισέβαλαν εκ νέου στο Μοναστήρι του Μαχαιρά. Ενώ χτύπησαν και κακοποίησαν τους μοναχούς, ερεύνησαν με ανιχνευτικούς σκύλους όλη τη μονή ακόμα και κάτω από την Αγία Τράπεζα. Οι έρευνες διήρκησαν δύο ολόκληρες μέρες ακόμα και από αέρος όπου επιτηρούσαν δύο ελικόπτερα γύρω από τη περιοχή. Ο Αυξεντίου και η ομάδα του παρακολουθούσαν τις κινήσεις των Βρετανών από το κρησφύγετο τους.

Στις 3 Μαρτίου, όλα έδειχναν ότι οι Βρετανοί ήταν έτοιμοι να υποχωρήσουν, όταν έπειτα από βασανιστήρια, ο αγωγιάτης της μονής εν ονόματι Πέτρος, πρόδωσε τον Αυξεντίου και υπέδειξε στους Βρετανούς τη θέση του κρησφύγετου οδηγώντας τους στη περιοχή.

Αρχικά δεν έγινε αντιληπτό εξαιτίας του καλού καμουφλαρίσματος, όμως ένας όλμος και ένα βαρελάκι κρυμμένα πίσω από ένα θάμνο κίνησαν τις υποψίες για το που ακριβώς βρισκόταν. Εντόπισαν την είσοδο του κρησφύγετου και σε διάστημα λίγων λεπτών το σημείο περικύκλωσε σύνολο βρετανικής δύναμης.

Ο Αυξεντίου χωρίς δεύτερη σκέψη, αποφάσισε και διέταξε στους άντρες του να εξέλθουν και να παραδοθούν ενώ ο ίδιος θα έμενε πίσω να πολεμήσει μέχρι τέλους. Αρνήθηκαν να αφήσουν τον αρχηγό τους, όμως εκείνος επέμεινε. Ο Γρηγόρης φώναξε τότε:

– «Σύντροφοι, ο θεός να με βγάλει ψεύτη, προδοθήκαμε».
– «Αρχηγέ, μαζί σου και στον θάνατο» ψιθύρισαν όλοι.

Δεν πρόλαβαν να τελειώσουν την κουβέντα τους και οι στρατιώτες έφθασαν στην είσοδο του κρησφύγετου. Φώναξαν στους άνδρες να παραδοθούν όμως καμία απάντηση.
 Η μάχη κράτησε για ώρες. Στην ομάδα του ήταν οι Ανδρέας Στυλιανού, Αυγουστής Ευσταθίου, Αντώνης Παπαδόπουλος και Φειδίας Συμεωνίδης, τους οποίους, όμως, διέταξε να βγουν από το κρησφύγετο και να παραδοθούν για να σωθούν, ενώ αυτός έμεινε και πολέμησε μόνος επί 10 ώρες τους εχθρούς, τραυματισμένος από θραύσμα χειροβομβίδας.
Ο ίδιος αποφασισμένος να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των Άγγλων και αν χρειαστεί να θυσιαστεί τους είπε επί λέξη:

«Μέχρι σήμερα μαθαίνατε πώς πολεμούν οι Έλληνες. Σήμερα θα μάθετε και πως πεθαίνουν».

Ο «Ζήδρος», έμεινε μόνος του απέναντι στο ισχυρό τμήμα της 3ης Βρετανικής Ταξιαρχίας Πεζικού της Κύπρου. Ο Ανθυπολοχαγός Μίντλετον του ζήτησε να παραδοθεί για να πάρει την ηρωική και λακωνική απάντηση του Αυξεντίου «Μολών Λαβέ. Αν έχετε καρδιά ελάτε». Όταν κάποιος δεκανέας πλησίασε προς την είσοδο, ο μαχητής της ΕΟΚΑ με μια ριπή τον φόνευσε επί τόπου. Οι Βρετανοί απάντησαν ρίχνοντας χειροβομβίδα, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του Αυξεντίου. Ζήτησαν από τον αγωνιστή Αυγουστή Ευσταθίου να εισέλθει στη σπηλιά προκειμένου να διαπιστωθεί ότι ο Αυξεντίου ήταν νεκρός. Ο Ευσταθίου αφού επιβεβαιώθηκε ότι ο αρχηγός του ήταν ζωντανός, πήρε το όπλο του στο χέρι και πήρε και ο ίδιος θέση μάχης. Οι αμυνόμενοι έριξαν χειροβομβίδα και έβαλαν κατά των Βρετανών. Ακολούθησε μάχη με ανεξακρίβωτες απώλειες για τους Βρετανούς. Ο Αυξεντίου και ο Ευσταθίου άνοιγαν πυρ μόνο όταν ο αντίπαλος προωθείτο για να μη γίνει άσκοπη χρήση πυρομαχικών, υπολογίζοντας να επιχειρήσουν έξοδο κατά την έλευση του σκότους. Νωρίς το μεσημέρι προσπάθησαν να διαφύγουν αλλά δυστυχώς χωρίς επιτυχία.

Από την άλλη πλευρά, οι Βρετανοί εφάρμοζαν το δικό τους σχέδιο. Στρατιώτες άρχισαν να καταβρέχουν τη περιοχή γύρω από το κρησφύγετο με βενζίνη. Το χώμα πότισε τόσο, που έσταζε βενζίνη και μέσα στο κρησφύγετο. Ακολούθησε η ρίψη τριών εμπρηστικών βομβών με αποτέλεσμα το κρησφύγετο μέσα σε δευτερόλεπτα να λαμπαδιάσει. Οι φλόγες έκαιγαν και τους Αγωνιστές. Ο Ευσταθίου πετάχτηκε έξω, ενώ τα μαλλιά του είχαν πάρει φωτιά, απομακρύνθηκε και κρύφτηκε μέσα σε θάμνους, όμως λίγο αργότερα εντοπίσθηκε και συνελήφθηκε.

Ο «Ζήδρος», εμφανίστηκε στην είσοδο του κρησφύγετου καιόμενος σαν λαμπάδα, κρατώντας στο ένα του χέρι το Thompson του και με το άλλο να πετάει τη τελευταία χειροβομβίδα. Καιγόταν ολόκληρος, ενώ το ένα του πόδι είχε κοπεί από το γόνατο. Έπεσε στο χώμα μόνο όταν απέμεινε από αυτόν μια άμορφη μάζα. Ακόμα και τότε, οι Βρετανοί φοβήθηκαν να τον πλησιάσουν και έστειλαν ξανά τον Ευσταθίου για να επιβεβαιώσει το θάνατό του.

Ο θρυλικός «Ζήδρος» πολέμησε και θυσιάστηκε στο «ολοκαύτωμα του Μαχαιρά», μένοντας πιστός στις ιδέες του και στο όνειρο του για την ελευθερία και την Ένωση. Η θυσία του έμελλε να γράψει μία από τις πιο ένδοξες σελίδες της ελληνικής ιστορίας. Το κρησφύγετό του θα παραμείνει ο ιερότερος χώρος προσκυνήματος για όσους ακόμα λατρεύουν την ελευθερία και ο ηρωικός του θάνατος θα αποτελεί πάντα το φωτεινό παράδειγμα.

«Είμαι περήφανος γιατί έτυχε ο κλήρος στο παιδί μου να δώσει τη ζωή του για την ελευθερία της πατρίδας. Και σου έδωσα πατρίδα το πιο πολύτιμο πράγμα στο κόσμο: το ίδιο μου το παιδί… Ο γιος μου δεν ανήκει στην οικογένεια που τον εγέννησε, ούτε στο σπίτι που ανετράφη. Ανήκει σε ολόκληρη την Κύπρο και σε ολόκληρο τον Ελληνισμό…»

Πιερής Αυξεντίου

 

Σ.Μ.

Διαβάστε περισσότερα για τον Γ. Αυξεντίου εδώ: Σπύρος Παπαγεωργίου – Ζήδρος