Η αδούλωτη Μανιάτισσα και ο ρόλος της στη μάχη του Διρού

«Ήκουσεν ο Ιμπραχήμης ότι εις την Σπάρτην οπλοφορούσι και αι γυναίκες και αντιφιλοτιμούνται προς τους άνδρας. Αλλ’ ίσως δεν το επίστευεν. Ιδού τώρα ότι ηξιώθη να ίδη, αν όχι αυτός προσωπικώς, τα στρατεύματά του όμως. Πεντακόσιαι γυναίκες, έδραμον οπλισμέναι κατά των αποβάντων Αράβων και πολλόταται άλλαι, άοπλοι και οπλισμέναι εφιλοτιμούντο να μη φανώσι των ανδρών κατώτεραι. Όπου, λοιπόν, και αι γυναίκες και τα παιδία οπλοφορούσι και πολεμούσι, ας μη ελπίζη ο Ιμπραχήμης να προκόψη, και έσφαλε τα μέγιστα εις την εκλογήν του νέου τούτου θεάτρου.»

Γενική Εφημερίς Ελλάδος, Αύγουστος 1826

 

Τον Ιούνιο του 1826, η Ελλάδα βρισκόταν σε μια δύσκολη περίοδο για την επανάσταση. Κινδύνευε να χαθεί τόσων ετών αγώνας από τις εσωτερικές έριδες που ήταν αιτία να αποδυναμώσουν τα στρατεύματα. Τότε, διαδραματίστηκε στην περιοχή της Μάνης μια μάχη που έμελλε να παίξει καταλυτικό ρόλο στο σθένος των αγωνιστών και στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Πιο συγκεκριμένα, η μάχη του Διρού αναδεικνύεται ως υψίστης ιστορικής σημασίας, αφού η νίκη και η κατατρόπωση του εχθρού έδωσε πνοή στη δύσκολη εκείνη στιγμή για τον απελευθερωτικό αγώνα και αναγέννησε ελπίδα και πίστη.

Με τις Μανιάτισσες να πρωταγωνιστούν, που με μόνο όπλο την αδούλωτη ψυχή τους και τα δρεπάνια τους, έδωσαν τη μάχη που ήταν η αιτία να ανακάμψει το ηθικό των Ελλήνων και να μείνουν στην ιστορία ως «σύγχρονες αμαζόνες».

Την ίδια ώρα που οι Μανιάτες έδιναν μάχη κατά των Τούρκων στη Βέργα του Αλμυρού (Μεσσηνία), ο Μπραήμης εκμεταλλευόμενος την απουσία τους, φρόντισε να στείλει 2 πολεμικά πλοία και 15 μεταγωγικά στα νότια παράλια της Μάνης. Συνολικά μετέφεραν 1.500 ένοπλους με σκοπό την απόβαση και κατάληψη των παραλιακών χωριών και την πρωτεύουσα της Μάνης (Αρεόπολη). Ο απώτερος σκοπός ήταν από εκεί να μεταβεί στη Βέργα και να χτυπήσει τους Μανιάτες από τα νώτα και να τους αναγκάσει σε υποχώρηση προκειμένου να υπερασπίσουν τα γυναικόπαιδα στην περιοχή της Μάνης.

Τη νύχτα της 22ας Ιουνίου του 1826, τα αιγυπτιακά πλοία έφτασαν στο Διρό, ένα μικρό λιμάνι της νότιας Μάνης. Ο Μπραήμης υπολόγιζε πολύ στις δυνάμεις και στην τακτική του, όμως δεν υπολόγισε σωστά τη μανιάτικη ψυχή, όπου και αν βρισκόταν αυτή, είτε στα σώματα των ανδρών είτε των γυναικών, πως ήταν ίδια, ανυπότακτη και ανίκητη. Όλοι οι ένοπλοι αποβιβάστηκαν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί και αμέσως βάδισαν βάσει σχεδίου, αρχικά για την Αρεόπολη, τη Χαριά και τον Πύργο (Διρού). Ένα τυχαίο γεγονός όμως τους εμπόδισε. Εν όψει του αγώνος στον Αλμυρό και του όγκου του εχθρού, οι αρχηγοί εξέπεμψαν πανταχού της Μάνης «ταχυδρόμους» να ειδοποιήσουν τους πάντες να μαζέψουν και να στείλουν όπλα και όσοι δεν είχαν προλάβει  μέχρι εκείνη τη στιγμή, για οποιονδήποτε λόγο, να πολεμήσουν, να σπεύσουν τώρα. Οι ταχυδρόμοι έτυχε να φθάσουν στον Διρό την ίδια στιγμή με την απόβαση των Αράβων. Όπως γινόταν κατά συνήθεια, άρχισαν να κρούουν τις καμπάνες της εκκλησίας προκειμένου να συγκεντρώσουν τους κατοίκους και να τους ανακοινωθούν οι εντολές.

Οι Άραβες με την εντύπωση ότι τους αντιλήφθηκαν και ότι οι καμπάνες χτυπούσαν για τους ίδιους, αποφάσισαν κατά τη διάρκεια της νύχτας να μην κάνουν τίποτα παρά να οχυρώσουν ύψωμα νότια ύπερθεν του ορμίσκου Τσουμπέρι και να περιμένουν μέχρι να ξημερώσει.

 

23-24 Ιουνίου 1826

Τα χαράματα της 23ης Ιουνίου, ο εχθρός διαίρεσε τις δυνάμεις του σε τρεις φάλαγγες. Η 1η θα ξεκινούσε για την Αρεόπολη, η 2η για τη Χαριά και η 3η για τον Πύργο. Οι κάτοικοι όμως του Διρού που εκείνη την ώρα βρίσκονταν στα χωράφια για το θέρισμα, αντιλήφθηκαν τι συμβαίνει.

Όσοι άντρες είχαν απομείνει μαζί με το πλήθος των γυναικών έδιωξαν τα παιδιά και τους γεροντότερους. Οπλιστήκανε με ό,τι βρήκαν, και οι γυναίκες με τα δρεπάνια που θέριζαν, και περίμεναν να υποδεχθούν τους Άραβες.

Κάθε πύργος έγινε κάστρο. Κάθε ξερολιθιά και κάθε μάντρα, ταμπούρι. Κάθε λούρα, γραμμή άμυνας. Σε όλα τα χωριά κηρύχθηκε συναγερμός.

Η φάλαγγα των Αράβων που κινήθηκε προς τη Χαριά, αιφνιδίασε τους κατοίκους της οι οποίοι κοιμούνταν στα αλώνια. Είδαν τα σπίτια τους να καίγονται. Μετά τον αιφνιδιασμό οι περισσότεροι Χαριώτες οχυρώθηκαν στους πύργους, στα σπίτια, στα χωράφια. Η αντίσταση είχε αρχίσει και εκεί.

Η φάλαγγα που πήγαινε προς τον Πύργο, βρήκε τους κατοίκους ετοιμοπόλεμους. Αντίσταση μέχρι τον θάνατο ήταν η απόφασή τους, όπως ακριβώς επέβαλλε και η καταγωγή τους! Όση δύναμη και όπλα να έφερε ο εχθρός, η μανιάτικη ψυχή δεν λυγάει. Η πίστη τους δεν κάμπτεται. Ζωή για τους Μανιάτες σημαίνει Ελευθερία!

Η τρίτη φάλαγγα που είχε προορισμό την Αρεόπολη, έφτασε μέχρι τα Τσαλαπιάνικα σκοπεύοντας να περικυκλώσει την πρωτεύουσα. Τα μικρά παιδιά μεταφέρθηκαν στο Βαθύ ενώ έφηβοι, ενήλικες και γέροι οπλίσθηκαν και οχυρώθηκαν στους πύργους (Κουτράκου, Ρεμπάκου, Ντρουφάκου, Πικουλάκη κλπ).

Οι αραπάδες ορμούν με λύσσα, όμως οι Μανιάτες εμποδίζουν την προέλασή τους. Υπερασπίζοντας τη γη τους, τα σπίτια τους, την ελευθερία τους, που πολεμώντας την διατηρούν τέσσερις σχεδόν αιώνες, τους θερίζουν με τα βόλια τους. Χτυπιούνται ακατάπαυστα και οι Άραβες μη μπορώντας να αντέξουν, με αταξία υποχωρούν πίσω στον Διρό, νικημένοι μεν αλλά όχι εξολοθρευμένοι.

Οι Μανιάτες πια έχουν πάρει τα μέτρα τους. Η είδηση έχει φτάσει σε όλα τα χωριά της Μάνης και οι Μανιάτες κινητοποιούνται και έρχονται στον Πύργο, στην Αρεόπολη, στη Χαριά. Όσοι δεν έχουν όπλα χρησιμοποιούν τα γεωργικά εργαλεία και οι Μανιάτισσες πλάι στους άνδρες με τα δρεπάνια ανά χείρας.

Στο μεταξύ καταφθάνουν και οι αρχηγοί, Δ. Μαυρομιχάλης (γιος του Πετρόμπεη), Πιέρος Μαυρομιχάλης, Γ. Καβαλλιεράκης, Γ. Καπετανάκης, Κρ. Φελούρης, Β. Μιχαλακέας και άλλοι πολεμιστές με επικεφαλής τον επίσκοπο Μαίνη Ιωσήφ Βουτικλέρη, και ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης με περίπου 200 παλικάρια.

Στο σύνολό τους ήταν περίπου 900 άνδρες και 700 γυναίκες, ανάμεσά τους και η γριά μάνα του Πετρόμπεη, η Πιέραινα με το σπαθί ζωσμένο στη μέση της.

 

25 Ιουνίου 1826

Οι Μανιάτες κάνουν επίθεση με πρωταγωνίστριες τις άτρωτες Μανιάτισσες που είτε με το σπαθί, είτε με το καριοφίλι, είτε με τα δρεπάνια, πολέμησαν δίπλα στους άνδρες, ισάξιά τους, οι οποίοι αμύνονται του οχυρώματος Τσουμπάρι που δεσπόζει του όρμου του Διρού. Η μάχη γενικεύεται. Οι Μανιάτες πλησιάζουν και επιχειρούν να καταλάβουν εξ ολοκλήρου το οχυρό. Οι Άραβες αντεπιτίθενται σφοδρά αναγκάζοντας τους Μανιάτες να υποχωρήσουν για λίγο πίσω από έναν τοίχο ξερολιθιάς. Τρεις αποτυχημένες προσπάθειες επιχείρησαν οι Άραβες για να τους εκτοπίσουν όμως αποκρούστηκαν και τις τρεις φορές με βαριές απώλειες.

«ου περί πλείονος ποιήσομαι του ζην της ελευθερίας»

Οι Μανιάτες τολμάνε επίθεση και επιτυγχάνουν με αποτέλεσμα να τραπεί ο εχθρός σε φυγή προς την παραλία. Την ίδια στιγμή καταφθάνουν 300 επίλεκτοι Μανιάτες υπό τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη και μια νέα προσπάθεια συντονισμένης επίθεσης λαμβάνει χώρα. Οι Άραβες αλλόφρονες κατέρχονται ατάκτως στην παραλία και προσπαθούν να επιβιβαστούν στα πλοία τους. Επικρατεί μεγάλη σύγχυση και ακολουθεί σφαγή των υποχωρούντων. Η θάλασσα του Διρού κοκκίνισε από το αίμα.

Η καταστροφή του εχθρού ήταν πλήρης. Πλέον, τα 2/3 της δυνάμεως φονεύθηκαν ή πνίγηκαν. Σώθηκαν μόνο το 1/3 μέσα στα πλοία τα οποία αναχώρησαν εσπευσμένα προς τα μεσσηνιακά φρούρια.

Για πρώτη φορά στην ιστορία θρυμματίζεται ο θρύλος του τάχα αήττητου αιγυπτιακού στρατού. Οι Μανιάτες τους ταπείνωσαν. Οι Μανιάτισσες σαν νέες Σπαρτιάτισσες έδειξαν περισσότερη γενναιότητα και μάλιστα την πρώτη μέρα που οι άνδρες έλειπαν στον Αλμυρό, αυτές έδιωξαν τον εχθρό και επικράτησαν στη μάχη.

 

Στη στάση των γυναικών στο κομμάτι αυτό της ιστορίας, έχει γίνει κατά καιρούς ιδιαίτερη αναφορά. Γνωστές και άγνωστες, την ώρα του κινδύνου δεν γκρεμίστηκαν στα βράχια και στις ρεματιές της Μάνης, αλλά προτίμησαν να σταθούν στο πλευρό των ανδρών, να σκοτώνονται ή να νικούν όποιον τολμούσε να πατήσει τα ελεύθερα χώματα της πατρίδας τους. Ο ηρωισμός τους δεν είχε χαρακτήρα αρνήσεως, αλλά καταφάσεως και υπερασπίσεως της ζωής και της ελευθερίας που εκδηλώθηκε με την ασυγκράτητη ορμή τους. Μπορεί οι περισσότερες να μην ήξεραν γράμματα, ούτε ιστορία, όμως διδάχθηκαν τον ακατάλυτο δεσμό της αθάνατης Ελληνικής ψυχής.

 

Σ.Μ.


«Στις κρίσιμες ανθρώπινες ώρες, τότε που χρειάζεται να παρθεί μια ανέκκλητη απόφαση, η Μανιάτισσα, όσο και αν φορούσε γυναικεία, σκεφτότανε και φερότανε σαν να έκρυβε μέσα της έναν άνδρα, έμοιαζε «ανδρόβουλη». Δεν φοβότανε τη μεγάλη ευθύνη, ούτε περιόριζε το ενδιαφέρον της σε ό,τι θα την εξυπηρετούσε πρακτικά. Ξεπερνώντας το δεδομένο της φτώχειας της, που θα τσάκιζε, θα ταπείνωνε κάθε άλλη, εκείνη με το να μάθει από τη μάνα της και από τη μάνα της μάνας της και από άλλες γριές της γενιάς της, να χρησιμοποιεί στις ριζικές αξιολογήσεις της άλλα κριτήρια, σε τίποτα δεν εμποδιζόταν να νιώθει περηφάνια για την θέση της κοντά στους άλλους έστω κι αν φόραγε ένα πάμφθηνο φουστάνι κι αν έτρωγε ένα ξερό κομμάτι ψωμί. Αλλού τοποθετούσε την αξία. Η Μανιάτισσα ήταν η κλώσσα του πατροπαράδοτου ήθους, ο θεματοφύλακας, ένα πρόσωπο που με το να στέκεται πιο κοντά στη παιδική ηλικία, έπαιρνε και διαβίβαζε ασφαλέστερα τα «προστάγματα», σε όλο το σόι από τη μια γενιά στην άλλη. Ο άντρας σκότωνε, σκοτωνότανε, φυγοδικούσε, πήγαινε χρόνια φυλακή, πήγαινε στην Κρήτη να πολεμήσει και δεν γύριζε. Η γυναίκα έπρεπε να μείνει στο ποδάρι του, να πάρει το τιμόνι. Και αν σκότωναν τον άνδρα της, με την ψυχή στο στόμα. Αυτές οι Μανιάτισσες, η Λιου, η Πετρού, η Δημητρού, η Ληγορού, η Σταυριανού, η Καλαπόθενα, η Καπετανόνυφη…..είναι όλη η Μάνη. Με τους πόνους τους, τα μοιρολόγια τους, τα έργα τους, τις ικεσίες τους, τις κατάρες τους, την αλόγιστη πίστη τους σε ό,τι εκφράζει το χρέος, η τιμή….»

Γ. Φτέρης


Το δημοτικό μας τραγούδι, όπως συντέθηκε λέξη προς λέξη από τους δημιουργούς του θρυλικού αυτού έπους:

Στο ρημοκλήσι του Διρού
λειτούργα ο Πρωτοσύνγγελος,
και τ’ άχραντα μυστήρια
έφερνε στο κεφάλι του
βάλλοντας το χερουβικό.

Μ’ άξαφνα κι ανέλπιστα
Τούρκοι τον παραλάβασι,
Μα οι άντρες όλοι λείπασι,
είταν στη Βέργα τ ‘Αλμυρού
όπου τρωάδα ο πόλεμος
πάαινε δυο μερόνυχτα.

Μόνο τα γυναικόπαιδα
και γέροντες ανώφελο
γιατ’ είταν θέρος, βρέθηκαν
με τα τραπάνια στα λουριά.

Καθόλου δε δειλιάσασι,
καθόλου δεν τρομάξασι,
μόν’ έδωκαν την είδηση
στον Κωσταντίνο με πεζό.
κι έδραμε κατά το Διρό.

Βλέπεις γυναίκες να χερούν
και τα τραπάνια να κρατούν
τους Αραπάδες να χτνπούν.

«Εύγε σας, ματαεύγε σας,
γυναίκες, άντρες γίνητα,
σαν ανδρειωμένες μάχεσθε,
σαν Αμαζόνες κρούετε».
Είπε και βρυχομάνιασε,
σαν το λιοντάρι στα βουνά.

«Όσοι πιστοί, εμπρός παιδιά!…
Σήμερα γεννηθήκαμε,
σήμερα ας πεθάνωμε…»
Άνοιξε μάχη τρομερή
κι είτενε ξεσυνέρηση
σ’ όλα τα Σπαρτιατόγγονα,
ποίοι θα πάσι μπροστινοί.

Οι Τούρκοι αντισταθήκασι
τ’ είταν στην άκρη τον γιαλού.
Μα στο στερνό δειλιάσασι
και πέφτασι στη θάλασσα
σαν τα τυφλά τετράποδα…
Γιατ’ είταν θέλημα Θεού…
Να σ’ ακουστή η παράκληση

του Άγιου Πρωτοσύγγελλου…

(Σημείωση: Χρησιμοποιήθηκαν πληροφορίες από το βιβλίο «Ηρωίδες της Λακωνίας και της Μάνης όλης (1453-1944), Γιάννης Χ. Ρουμελιώτης,  Εκδόσεις: Αδούλωτη Μάνη.)