Ιστορικά διδάγματα περί Φεμινισμού και άλλων δεινών

Είναι αναντίρρητο γεγονός πως στην εποχή μας βάλλεται η έννοια της λευκής οικογένειας, κυρίως μέσω της προώθησης τριών βασικών κοινωνικών τάσεων: της φυλετικής επιμειξίας, της ομοφυλοφιλίας και του φεμινισμού. Διαμέσου του εκπαιδευτικού συστήματος και όλων των μέσων διαμόρφωσης κοινής γνώμης, οι Έλληνες καλούνται να υιοθετήσουν την πεποίθηση ότι οι γυναίκες έχουν κάθε δικαίωμα να κυνηγήσουν την «καριέρα» και να αφήσουν στην άκρη την ιδέα της οικογένειας, ότι είναι απολύτως αποδεκτό ένας νέος να έλκεται από άτομα του ίδιου φύλου, και πάνω από όλα ότι η επιθυμία να παντρεύεται κανείς μόνο με μέλη της ελληνικής φυλής και όχι αλλόφυλους αποτελεί μια τάση παρωχημένη και άξια μόνον της χλεύης ή του αισθήματος ενοχής.

Αρκετοί άνθρωποι, ελεύθεροι ακόμα στο πνεύμα, αντιλαμβάνονται την κατάσταση. Ίσως, όμως, αδυνατούν να συνθέσουν τη μεγάλη εικόνα, περί των αιτιών του προβλήματος. Στην προσπάθεια αυτήν, της αναζήτησης της αλήθειας πίσω από το γεγονός, αρωγός και δάσκαλός μας μπορεί να σταθεί – όπως πάντα – η Ιστορία.

Η αρμονία και το κάλλος συνάδουν με το Φυσικό

Στο άκουσμα, λοιπόν, της φράσης «αρχαία Ελλάδα», στο μυαλό όλων μας έρχονται εικόνες από την κλασική εποχή, την εποχή που οι πρόγονοί μας κυριάρχησαν σε στεριές και θάλασσες, κατατρόπωσαν μύριους εχθρούς, ανέβασαν τη Σκέψη και τη φιλοσοφία σε ύψη δυσθεώρητα ακόμα και για τους κατοπινούς τιτάνες του πνεύματος, έδωσαν στην Τέχνη και την Επιστήμη στέρεο υπόβαθρο, νόημα και σκοπό. Οι άνδρες φιλοδοξούσαν να γίνονται δυνατοί στο σώμα, την ψυχή και το πνεύμα, οι γυναίκες φιλοδοξούσαν να γεννούν γερά παιδιά, άξια της πατρίδας, και οι έφηβοι φιλοδοξούσαν να ξεπεράσουν τους προγόνους.

 

Όλο αυτό, όμως, το υπέροχο αξιακό σύστημα διείπε τον ελληνισμό την περίοδο της ακμής του: την περίοδο ως τα μέσα του 4ου πΧ αιώνα. Με την επικράτηση του Αλέξανδρου επί των ασιατικών εδαφών, και την ακόλουθη υιοθέτηση από τον ίδιο, και όλους τους επιγόνους, των ηθών και της νοοτροπίας των ηττημένων λαών, σημειώθηκε μία θεμελιώδης μεταστροφή στον ελληνισμό. Πολιτειακά, επικράτησε η μοναρχία ασιατικού τύπου (αντί των παραδοσιακών πολιτευμάτων που άνθησαν στην Ελλάδα τους προηγούμενους αιώνες), ενώ σε κοινωνικό επίπεδο παρατηρήθηκαν πολλές, βαθιές και οδυνηρές, αλλαγές, κυρίως στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, αλλά και στην κυρίως Ελλάδα.

Η πρώτη μεγάλη αλλαγή, ήταν ο σχηματισμός πολυεθνικών και πολυφυλετικών πόλεων και κοινωνιών. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, όσο περνούσαν οι αιώνες, δεν συναντούσε πλέον κανείς συμπαγείς πληθυσμιακές ομάδες, αλλά κοινότητες από διάφορα έθνη και φυλές, άλλοτε χωρισμένες κατά συνοικίες, συχνότερα όμως πλήρως αναμεμειγμένες, όπως στην Αλεξάνδρεια που, με εξαίρεση τη συνοικία των πλουσίων Μακεδόνων που αποτελούσε ένα είδος προνομιακού «γκέτο», όλοι οι υπόλοιποι λαοί, ευρωπαϊκής, ασιατικής, αφρικανικής ή σημιτικής καταγωγής, μπορούσαν να κινούνται ελεύθερα και να κατοικούν παντού.

Η δημιουργία μεγάλων επικρατειών κατά την ελληνιστική περίοδο οδήγησε σε κάποιο είδος, ασαφούς οπωσδήποτε, μονοθεϊσμού ή και αθεϊσμού. Παράλληλα λειτουργούσε κάποιο είδος θρησκευτικού «συγκρητισμού» με την έννοια ότι κάποιες ελληνικές θρησκευτικές πίστεις μετανάστευσαν στην Ανατολή και κάποιες ανατολικές δοξασίες εισήχθησαν σε ελληνικές περιοχές. Έτσι, αιγυπτιακές θεότητες (όπως η Ίσις και ο Όσιρις, ή ο νεοπαγής αλεξανδρινός θεός Σάραπις) λατρεύτηκαν σε ναούς ακόμη και στην Αθήνα. Ωσάν αυτό να μην ήταν αρκετό, θεοποιήθηκαν (ενόσω βρίσκονταν ακόμα εν ζωή) σχεδόν όλοι οι ηγεμόνες, μικρού ή μεγάλου διαμετρήματος, οι σύζυγοί τους, ακόμα και οι εταίρες ή οι εραστές τους. Μόνο θλίψη μπορεί να προκαλέσει, λόγου χάρη, η σκέψη πως ο Παρθενώνας, απαύγασμα του κάλλους αλλά και του ήθους των παλαιών Αθηναίων, λειτούργησε στα τέλη του 4ου πΧ αιώνα ως ναός αφιερωμένος στις πόρνες του Δημήτριου του Πολιορκητή, οι οποίες θέλησαν να ταυτίζονται με την Αφροδίτη. 

Καθώς η ηθική της κοινωνίας χαλάρωνε, παρατηρήθηκαν νοσηρά φαινόμενα, όπως η ομοφυλοφιλία.

Τώρα, οι ανατολικές δοξασίες, τους δέχονταν όλους: άνδρες και γυναίκες, πολίτες και ξένους, ελεύθερους και δούλους, και υπόσχονταν σε όλους αιώνια ζωή. Παράλληλα, όμως, συντελέστηκε και μία άλλη, σημαντική κοινωνική αλλαγή: «βελτιώθηκε» η θέση της γυναίκας, με τη χορήγηση του δικαιώματος να μορφώνεται και να «αυτοπροσδιορίζεται» σε κάποιον βαθμό. Η αλλαγή αυτή οδήγησε σε αυξημένες αντιρρήσεις για τη μητρότητα και ο περιορισμός της οικογένειας έγινε κεντρικό φαινόμενο της εποχής αυτής. Οι γυναίκες πλέον, όπως μαρτυρούν και πολλά λογοτεχνικά αποσπάσματα της περιόδου, ήθελαν να μορφώνονται όπως οι άνδρες, να έχουν κάποιες ανάλογες ευκαιρίες σταδιοδρομίας, ενώ επικεντρώθηκαν και στο σώμα τους, θεωρώντας πως είναι επιλογή και δικαίωμά τους το αν θα δημιουργήσουν οικογένεια και θα τεκνοποιήσουν ή όχι.

Ακόμα, παρουσιάστηκαν έντονα φαινόμενα χαλάρωσης της σεξουαλικής ηθικής, κυρίως με επίταση της ομοφυλοφιλίας και εκφυλιστικά φαινόμενα στην κοινωνία γενικότερα. Στα μεγάλα κοσμοπολιτικά κέντρα, όπως η Αλεξάνδρεια ή η Κόρινθος, αποθεωνόταν η πορνεία, ενώ με το διάβα του χρόνου, καθώς συνεχιζόταν ολοταχώς η κατάβαση προς τη φαυλότητα, άρχισε να καθιερώνεται η λαγνεία προς κάθε λογής αφύσικη κατάσταση: νάνους, τέρατα, ακρωτηριασμένους ή ανάπηρους. Την ίδια εποχή, σε ένα κομμάτι της άλλοτε ιερής αττικής γης, στα Μέγαρα, διοργανώνονταν ομοφυλοφιλικοί «αγώνες φιλήματος», δίπλα στον τάφο ενός ομοφυλόφιλου που είχε «θυσιαστεί» για τον αγαπημένο του. Οι πνευματικοί άνθρωποι είχαν ξεπέσει τόσο, που προκειμένου να εξασφαλίσουν πλούτη και όμορφα εξοχικά στην ύπαιθρο, αποθέωναν βδελυρούς και άξεστους ηγεμόνες, φτάνοντας στο σημείο, για παράδειγμα, να συγχαίρουν τον Ρωμαίο δυνάστη Νέρωνα για τον γάμο του με έναν άντρα, και να του εύχονται «καλούς απογόνους». Και όσο οι γυναίκες έτειναν να προσέχουν περισσότερο το σώμα τους, τόσο οι άνδρες, από έθνος αθλουμένων και αθλητών που ήταν παλιότερα, τώρα μεταβάλλονταν σε έθνος θεατών: παρακολουθούσαν αγώνες, δεν αγωνίζονταν.

Το φαινόμενο αυτό, που παρουσιάζει αξιοσημείωτη ομοιότητα με ανάλογα φαινόμενα στην εποχή μας, χρήζει διερεύνησης των αιτίων του. Ανακύπτει εύλογα το ερώτημα: γιατί; Και την απάντηση την δίνει η Ιστορία, με τον τελεσίδικο και αμείλικτο τρόπο της: διότι οι πληθυσμοί έπαψαν να βασίζονται στην ομοιογένεια. Όσο οι κοινωνίες ήταν ομοιογενείς και πιστές στο παραδοσιακό, σύμφωνο προς τη Φύση, αξιακό τους σύστημα, μεγαλουργούσαν: επέδειχναν δύναμη κι ανδρεία, παράγοντας παράλληλα πολιτισμό και επιστήμη. Όταν οι κοινωνίες αναμείχθηκαν, εισέρρευσε στο σώμα του ελληνισμού η νοοτροπία και η ηθική των μη Ελλήνων. Πλέον, αποθεώθηκε η αδυναμία, η απάτη και η δειλία. Το φυσικό παραμερίστηκε, για να προελάσει το αφύσικο, σε κάθε έκφανση της βιολογικής και κοινωνικής ζωής. Ο πολιτισμός έχασε τη δημιουργική πνοή του και εκφυλίστηκε σε, άψογη τεχνικά πλην όμως φτωχή πνευματικά, απεικόνιση και μίμηση. Και η επιστήμη επικεντρώθηκε στην τεχνική, φτάνοντας ομολογουμένως σε αξιοθαύμαστα και μοναδικά ύψη, χάνοντας ωστόσο τη φιλοσοφική της βάση, αυτήν που μένει παρακαταθήκη για το Πνεύμα του μέλλοντος.

 

Ένα λοιπόν είναι το σπουδαίο συμπέρασμα που συνάγεται από τη μελέτη της δυσάρεστης αυτής σελίδας του βιβλίου της Ιστορίας: η παγκοσμιοποίηση και η ανάμειξη πληθυσμών διαφορετικής φυλετικής καταγωγής, επιφέρει ζημιά, κυρίως στον ανώτερο και τον ισχυρό, που αναγκάζεται να κατέλθει στο επίπεδο της μετριότητας.

Συνάγεται όμως κι άλλο ένα, ελπιδοφόρο αυτήν τη φορά, συμπέρασμα: εφόσον ο ελληνισμός δεν χάθηκε τότε, πνιγμένος μες στον βούρκο της βιολογικής και ηθικής σήψης, δεν θα χαθεί και τώρα. Αρκεί, όσοι δεν έχουν πέσει ακόμα μες στο τέλμα, να δράσουν γρήγορα και αποτελεσματικά, πριν να είναι πια πολύ αργά, πριν η Ελλάδα χαθεί για πάντα.

 

Δ.Η.

 

Πηγές:

  • Lesky, Albin: Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, εκδ. Κυριακίδη
  • Salles, Catherine: Η άλλη όψη της αρχαιότητας, εκδ. Παπαδήμα
  • Weigall, Arthur: Κλεοπάτρα, εκδ. Πάπυρος
  • Αθήναιος: Δειπνοσοφισταί, εκδ. Κάκτος
  • Θεόκριτος: Ειδύλλια, εκδ. Φέξη
  • Μαυρόπουλος, Θεόδωρος Γ: Βουκολική ποίηση της ελληνιστικής περιόδου, εκδ. Ζήτρος
  • Σιμόπουλος, Κυριάκος: Διανοούμενοι και καλλιτέχνες ευτελείς δούλοι της εξουσίας, εκδ. Πιρόγα
  • Πλούταρχος: Δημήτριος, εκδ. Κάκτος
  • Σοητώνιος: Οι βίοι των Καισάρων, εκδ. ΜΙΕΤ