Μαχαίρι, Σύρμα, Σρεμπρένιτσα, μέρος δεύτερο: Ο πόλεμος της Γιουγκοσλαβίας (1991-1999)

Για μία ακόμη φορά στην Ιστορία, είναι προφανές πως η αναγκαστική συμβίωση λαών με τόσο έντονα μίση δεν θα μπορούσε να είναι βιώσιμη. Την έναυση της έντασης πυροδότησε ο βαλκανικός πληθυσμός που αποτελεί τον υπ’ αριθμόν ένα αποσταθεροποιητικό παράγοντα, οι Αλβανοί, οι οποίοι το 1981 ζήτησαν ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου.

Alija Izetbegovic & Bill Clinton (1993)

Η συνέχεια επήλθε το 1983 όταν ο ηγέτης της επίσης αποσταθεροποιητικής πληθυσμιακής ομάδας των Βοσνίων, Αλία Ιζετμπέγκοβιτς, καταδικάστηκε για διασπορά μίσους εναντίον των μη μουσουλμάνων (διακήρυσσε ότι «το ισλαμικό κίνημα πρέπει και μπορεί να πάρει την εξουσία όταν έχει την αριθμητική και ηθική δύναμη να το κάνει, όχι μόνο για να καταστρέψει τη μη ισλαμική εξουσία, αλλά και για να οικοδομήσει μια νέα ισλαμική εξουσία»). Από εκεί και πέρα, οι εξελίξεις είχαν ήδη δρομολογηθεί, καθώς η εποχή και η περιοχή ήταν ιδανικές για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ώστε να αναδιανείμουν τα σύνορα και τις ζώνες επιρροής στα Βαλκάνια.

Ο πόλεμος της Γιουγκοσλαβίας ουσιαστικά περιλαμβάνει τρεις μείζονες φάσεις: τον πόλεμο της Κροατίας (1991-1995), τον πόλεμο της Βοσνίας (1992-1995) και τον πόλεμο του Κοσόβου (1998-1999).

 

Krajina express

Ο πόλεμος της Κροατίας ουσιαστικά διεξάχθηκε σε δύο φάσεις: τον Ιούλιο του 1991 ο γιουγκοσλαβικός στρατός επενέβη στην Κροατία, για να διασφαλίσει τα συμφέροντα του συμπαγούς σερβικού πληθυσμού της περιοχής της Κράινα (περίπου 200.000 ανθρώπων), που ζητούσαν αυτονομία από τις αρχές του έτους. Ακολούθησε για ένα εξάμηνο ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος, που προσωρινά τερματίστηκε με συνθήκη τον Δεκέμβριο του 1991 (με τους Σέρβους να έχουν επικρατήσει). Ακολούθησε η αναγνώριση της Κροατίας ως ανεξάρτητου κράτους από την ΕΟΚ και το Βατικανό, γεγονός που αποδεικνύει σαφώς με ποιο μέρος τάχθηκε εξ αρχής η Δύση, η οποία άλλωστε εξόπλιζε και εκπαίδευε τον κροατικό στρατό. Έκτοτε, ο πόλεμος μεταφέρθηκε στη γειτονική Βοσνία, ενώ στην Κροατία έλαβαν χώρα τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1995 πια (όταν το ΝΑΤΟ είχε γονατίσει στη Βοσνία όλες τις σερβικές δυνάμεις) δύο μαζικές αντεπιθέσεις των Κροατών, που είχαν ως αποτέλεσμα τη συντριπτική ήττα των Σέρβων της Κράινα, τη σφαγή και τον εκτοπισμό τους.

 

Ο πόλεμος της Βοσνίας (1992-1995) είναι το κρισιμότερο κομμάτι του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας, αποτελώντας ένα προοίμιο των εξελίξεων που μέλλονταν και μέλλονται για την Ευρώπη συνολικά. Στη Βοσνία συγκρούστηκαν τρεις κόσμοι, τρεις νοοτροπίες: α) οι Σέρβοι της Βοσνίας, αρχικά με τη συνδρομή της Σερβίας, αλλά πολύ σύντομα ολομόναχοι, με μοναδική βοήθεια κάποιους εθελοντές (Σέρβους εθνικιστές και παραστρατιωτικούς, μερικές εκατοντάδες Ρώσους και λίγους Έλληνες), β) οι Κροάτες της Βοσνίας, με τη συνδρομή της Κροατίας, του ΝΑΤΟ και της ΕΟΚ, αλλά και δυτικών ξένων εθελοντών, σε κάποιες περιπτώσεις φίλα προσκείμενων στον ναζισμό, και γ) οι μουσουλμάνοι της Βοσνίας, με τη συνδρομή της Δύσης (ιδίως των ΗΠΑ), με ενσωματωμένες δυνάμεις χιλιάδων μουτζαχεντίν από το Ιράν, τη Σαουδική Αραβία, το Αφγανιστάν, την Αλβανία, την Τσετσενία, την Αίγυπτο, την Ιορδανία, τον Λίβανο, το Πακιστάν, το Σουδάν, την Τουρκία και την Υεμένη, καθώς και βετεράνους της Αλ Κάιντα. Επίσης, στο μεγαλύτερο μέρος του πολέμου, οι βοσνιακές δυνάμεις έδρασαν σε συνεργασία με τους Κροάτες.

Εθελοντές Μουτζαχεντίν στον πόλεμο της Βοσνίας

Αξίζει να σημειωθεί πως, σε αντίθεση με κάποιους παρανοϊκούς «συναγωνιστές» στην Ελλάδα, κανείς Ευρωπαίος πατριώτης δεν συμπαθεί τους μουσουλμάνους και ως απόδειξη θα αναφέρουμε το εξής περιστατικό: το 1991, προτού κλιμακωθεί η ένταση, ο πρόεδρος της Κροατίας, Φράνιο Τούζμαν (παλαίμαχος της «Ουστάσα», που ωστόσο περηφανευόταν δημόσια πως η δική του γυναίκα «δεν είναι Σερβίδα, αλλά δεν είναι ούτε Εβραία») είχε συναντηθεί με τον πρόεδρο της Σερβίας, Μιλόσεβιτς, συμφωνώντας να διαμοιράσουν τη Βοσνία μεταξύ Κροατίας και Σερβίας και να εξαλείψουν τους μουσουλμάνους. Μάλιστα, θεωρούσαν πως η Ευρώπη θα δεχόταν αυτήν την πρόταση, διότι δεν μπορούσαν να διανοηθούν πως υπάρχει ευρωπαϊκή δύναμη που να επιθυμεί την παρουσία μουσουλμανικών θυλάκων επί ευρωπαϊκού εδάφους. Ωστόσο, καθώς άλλα ήταν τα σχέδια των Δυτικών, αυτό το σχέδιο δεν προχώρησε ποτέ, αντιθέτως αμέσως μετά τη συνάντηση αυτή ξέσπασε ο εμφύλιος στην Κροατία και φυσικά ναυάγησε κάθε απόπειρα σερβοκροατικής συνεννόησης.

Μέλη των «Τίγρεων» με λάφυρα από τζαμί της κατειλημμένης Μπιελίνα

Ουσιαστικά, λοιπόν, στη Βοσνία, για πρώτη φορά τον τελευταίο αιώνα, αναμετρήθηκαν λευκοί Ευρωπαίοι πατριώτες με το ανερχόμενο Ισλάμ. Ό,τι συμβαίνει σήμερα με την εισβολή τζιχαντιστών αποτελεί άμεσο επακόλουθο της ήττας των Σερβοβοσνίων. Και αν ακόμη το 1995 ο ισλαμικός κίνδυνος φαινόταν μακρινός για την Ευρώπη, σήμερα είναι αδιανόητο για Ευρωπαίο εθνικιστή οποιασδήποτε χώρας να μην αντιλαμβάνεται ότι πριν από είκοσι περίπου χρόνια συνέβη επί ευρωπαϊκού εδάφους ένας αληθινός πόλεμος εναντίον του Ισλάμ, και να μην υποστηρίζει την πλευρά των Σερβοβοσνίων. Όσον αφορά στη δεύτερη κατηγορία που διατυπώνεται συχνά εις βάρος των σερβικών δυνάμεων κατά τον πόλεμο της Βοσνίας, ότι δηλαδή οι παραστρατιωτικοί (κυρίως) αποτελούσαν άτομα δικτυωμένα στον χώρο του οργανωμένου εγκλήματος, έχουμε να πούμε ότι, πολύ απλά, σε καιρούς ταραχών μία πατρίδα (όποια πατρίδα) δεν έχει ανάγκη από αγίους, αλλά από ήρωες. Και αν θέλουμε να ζούμε στην πραγματικότητα και όχι σε κάποιο ροζ συννεφάκι, οφείλουμε να ανοίξουμε τα μάτια μας και να συνειδητοποιήσουμε πως σε κάθε πόλεμο, εκείνοι που σηκώνουν τον σταυρό της μάχης και τελικά μοχθούν για να σώσουν πατρίδα και λαό, στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν είναι διανοούμενοι που σύχναζαν σε λογοτεχνικά σαλόνια ακούγοντας ρεσιτάλ άρπας, αλλά όσοι είχαν ήδη προπολεμική πείρα σε όπλα και σε αναμετρήσεις με όπλα. Και, σε καιρό ειρήνης, αυτό συνεπάγεται σχεδόν πάντα κάποιου είδους σύνδεση με τον χώρο του εγκλήματος (ένα παράδειγμα αποτελεί η ελληνική επανάσταση του 1821, που διεξάχθηκε πρωτίστως από πρώην Κλέφτες, δηλαδή παράνομους, και από Αρματολούς, δηλαδή μπράβους της οθωμανικής εξουσίας, καθώς και από πρώην μισθοφόρους). Οι παραστρατιωτικοί Σέρβοι του ’90 δεν ήταν φυσικά ούτε το πρώτο, ούτε το τελευταίο παράδειγμα. Άλλωστε, κατά την προσωπική μου γνώμη πάντα, αποτελούν παράδειγμα θετικό.

Οι περίφημοι «Τίγρεις» του Αρκάν

Δεδομένου αυτού του υποβάθρου, λοιπόν, τα γεγονότα διαδραματίστηκαν ως εξής: Στις αρχές του 1992 οι Βόσνιοι κατείχαν την πρωτεύουσα της Βοσνίας, Σαράγεβο, την κεντρική Βοσνία (τμήμα που περιλάμβανε και τέσσερις κροατικούς θύλακες) και τρεις θύλακες επί σερβοβσνιακών εδαφών, μεταξύ των οποίων και η Σρεμπρένιτσα. Ακολούθησαν αιματηρότατες μάχες, με τους Σερβοβόσνιους να πολεμούν εναντίον όλων, αναδεικνύοντας, πέρα από τον πολιτικό ηγέτη Ράντοβαν Κάρατζιτς, μεγάλες πολεμικές μορφές, όπως τον Σερβοβόσνιο στρατηγό Ράτκο Μλάντιτς, αλλά και Σέρβους όπως ο Αρκάν και η ηγεσία των «Τίγρεων», ο καπετάν Ντράγκαν Βασιλίκοβιτς, ο Μάντο Μαξίμοβιτς και πολλοί άλλοι. Μετά την κατάληψη πόλεων όπως η Μπιελίνα και το Βίσεγκραντ και μετά από σημαντικές επιχειρήσεις όπως η περίφημη «Κόριντορ», τον Οκτώβριο του 1992 οι Σερβοβόσνιοι είχαν σαρώσει κι έλεγχαν πάνω από το 70% των βοσνιακών εδαφών.

Παράλληλα, από το καλοκαίρι του 1992 ως και τις αρχές του 1994, διεξάχθηκε πόλεμος μεταξύ Κροατών και μουσουλμάνων Βοσνίων, όπου Κροάτες εθνικιστές προέβησαν σε μαζικές σφαγές μουσουλμάνων (αργότερα, αυτοί ήταν οι μόνοι Κροάτες που καταδικάστηκαν από τη Χάγη για εγκλήματα πολέμου, σε αντίθεση με όσους Κροάτες είχαν σφάξει μόνο Σέρβους, οι οποίοι αθωώθηκαν ή δεν συνελήφθησαν καν). Στον παράλληλο αυτόν πόλεμο, οι Κροάτες ανέδειξαν μορφές όπως ο Τούτα Ναλέτιλιτς κι ο Σλόμπονταν Πράλιακ. Με τη σειρά τους, βέβαια, και οι μουσουλμάνοι εκκαθάριζαν όποια περιοχή κατάφερναν (με τη βοήθεια του ΝΑΤΟ) να ελέγξουν, με αποτέλεσμα οι απώλειες αυτού του «πολέμου εντός του πολέμου», όπως ονομάστηκε, να ανέλθουν στα 10,000 άτομα.

Αιχμάλωτοι μουσουλμάνοι

Ένδοξες στιγμές του πολέμου κατά του Ισλάμ διαδραματίστηκαν και κατά την πολιορκία του Σαράγεβο, που διήρκεσε τριάμισι χρόνια (η πιο μακροχρόνια πολιορκία της σύγχρονης ιστορίας). Τελικά, μετά από χαρακτηριστικές προβοκάτσιες (όπως η επίθεση στην αγορά Μάρκαλε) το ΝΑΤΟ επενέβη πλέον απροκάλυπτα, και ανάγκασε τους Σερβοβόσνιους να λύσουν την πολιορκία τον Οκτώβριο του 1995, στην οποία είχαν συνεχώς το πάνω χέρι (έχοντας επιβάλει πάσης φύσεως αποκλεισμό στους Βόσνιους), όπως μαρτυρούν και οι απώλειες των δύο πλευρών (6,000 για τους Βόσνιους, 2,000 για τους Σέρβους). Το γεγονός που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι οι Σερβοβόσνιοι, παρότι πολεμούσαν ουσιαστικά χωρίς καμία διεθνή βοήθεια και υποστήριξη, ηττήθηκαν μόνο μετά την ενεργό επέμβαση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, που προέβη σε μαζικούς βομβαρδισμούς τον Απρίλιο του 1994, αλλά και τον Μάιο του 1995, σταματώντας μόνο αφότου οι Σερβοβόσνιοι συνέλαβαν 400 κυανόκρανους! Τελικά, μετά από μια νέα προβοκάτσια, οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν μία τρομακτική αεροπορική επιδρομή εναντίον στρατού και αμάχων, τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1995, αναγκάζοντας τη σερβοβοσνιακή πλευρά να υπογράψει ειρήνη. Πλέον, στο ομοσπονδιακό βοσνιακό κράτος, η Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας αποτελεί περίπου το 49% του συνολικού εδάφους.

 

Ήταν η πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια που η Δύση, και η πολιτική που αυτή εκπροσωπεί, επενέβη ωμά εναντίον ενός λευκού ευρωπαϊκού έθνους, για να εξασφαλίσει τη νίκη μουσουλμάνων τζιχαντιστών και λευκών συνεργατών τους επί ευρωπαϊκού εδάφους. Και ασφαλώς δεν είναι δυνατόν κάποιος να συμφωνεί με την κατάσταση αυτή και ταυτόχρονα να πιστεύει πως είναι εθνικοσοσιαλιστής.

Η κατάληψη του μουσουλμανικού θύλακα της Σρεμπρένιτσα από τις δυνάμεις του στρατηγού Μλάντιτς έγινε στις 11 Ιουλίου 1995, με μεγάλες απώλειες από την πλευρά των Βοσνίων (περίπου 2,000). Ακολούθησε σφαγή των μουσουλμάνων της πόλης (εκτιμάται συνήθως ότι οι νεκροί ανήλθαν σε 8,000 άνδρες άνω των 16 ετών)τις επόμενες δέκα ημέρες. Το γεγονός αυτό, παρότι στην Ιστορία της ανθρωπότητας έχει επαναληφθεί αμέτρητες φορές, έχει σκόπιμα υπερπροβληθεί την τελευταία εικοσαετία, στο πλαίσιο της αμαύρωσης του σερβικού λαού (το εκλεκτότερο φυλετικά κομμάτι του οποίου αποτελούν οι Σερβοβόσνιοι) και της θυματοποίησης των μουσουλμάνων. Είναι το ίδιο παιχνίδι εντυπώσεων που είδαμε να διαδραματίζεται από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και εξής, το ίδιο που βλέπουμε παντού και πάντα να παίζουν οι κυρίαρχοι της παγκόσμιας εξουσίας, με σκοπό να χειραγωγήσουν συναισθηματικά τη μάζα και να δημιουργούν ενοχές και μίσος απέναντι στους λευκούς, αγάπη και ανεκτικότητα απέναντι σε όλους τους άλλους. Νομίζουμε πως πρόκειται για κάτι το προφανές, που δεν χρήζει περαιτέρω προσπάθειας ερμηνείας. Ταυτόχρονα, αποτέλεσε και την αφορμή να διωχθούν ποινικά από τους νικητές (δηλαδή, από τη Δύση) και να τεθούν «εκτός λειτουργίας» οι Σέρβοι πατριώτες που δεν δέχονταν να καταστήσουν τη χώρα τους προτεκτοράτο του ΝΑΤΟ και ως εκ τούτου αποτελούσαν εμπόδιο για το μέλλον, όπως το οραματίζονται αυτοί που ήδη κρατούν τα ηνία του πλανήτη.

Σερβοβόσνιοι καταλαμβάνουν την Σρεμπρένιτσα υπό τις διαταγές του Στρατηγού Ράτκο Μλάντιτς

Τέλος, ο πόλεμος στο Κόσοβο ήταν η τελευταία φάση του λεγόμενου πολέμου της Γιουγκοσλαβίας, καθώς οι ΗΠΑ, η ΕΕ και το ΝΑΤΟ αποφάσισαν να παίξουν το τελευταίο τους χαρτί και να ακρωτηριάσουν ακόμα περισσότερο εδαφικά, ηθικά και πληθυσμιακά τον σερβικό λαό (και, κατ’ επέκταση, να περιορίσουν ακόμα περισσότερο τη δύναμη που ενδεχομένως να αποκτούσε η Ρωσία στην περιοχή μέσω των ομόδοξων Σέρβων).

Ως αιχμή του δόρατος, οι εύκολα εξαγοράσιμοι και άκρως διεφθαρμένοι Κοσοβάροι Αλβανοί σχημάτισαν το 1992 τον UCK, τον «Απελευθερωτικό Στρατό του Κοσσυφοπεδίου», ο οποίος προφανώς δεν ήταν καθόλου αξιόμαχος. Με την οικονομική όμως ενίσχυση Αλβανών του εξωτερικού και, από το 1998, με την απροκάλυπτη πλέον ενίσχυση από τις αμερικανικές και τις βρετανικές αρχές (αξιωματικοί της CIA και της SAS εκπαίδευαν τον UCK στην Τροπόγιε της Αλβανίας), καθώς και με την προσάρτηση παλαίμαχων μουσουλμάνων του πολέμου της Βοσνίας, ο UCK έφτασε να αριθμεί 17,000 άτομα και επιδόθηκε σε ένα ανεξέλεγκτο όργιο τρομοκράτησης του ντόπιου σερβικού πληθυσμού. Όπως ήταν φυσικό, οι Σέρβοι απάντησαν με οργανωμένες επιχειρήσεις εναντίον των Αλβανών, που διήρκεσαν ένα έτος (Μάρτιος 1998 – Μάρτιος 1999), επιχειρήσεις που αποτελούν μία ενδοξότατη σελίδα της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας, αναδεικνύοντας μορφές όπως ο «Λεγεωνάριος» Μίλοραντ Ούλεμεκ και η υπόλοιπη ηγεσία της Μονάδας Ειδικών Επιχειρήσεων (Ζβέζνταν Γιοβάνοβιτς, Νέναντ Μπουγιόσεβιτς), αλλά και ο Νεμπόισα Μίνιτς και πολλοί άλλοι.

Milorad «Legija» Ulemek

Η Δύση, βλέποντας ότι υφίστανται συντριπτική ήττα τα αλβανικά πιόνια της, επενέβη για μία ακόμα φορά απροκάλυπτα, προβαίνοντας στους τρομακτικούς βομβαρδισμούς κατά της Σερβίας (24 Μαρτίου – 12 Ιουνίου 1999), όπου συμμετείχαν 13 χώρες – μέλη του ΝΑΤΟ και οι οποίοι ισοπέδωσαν σχεδόν όλες τις γέφυρες της Σερβίας, τα διυλιστήρια, τις αποθήκες καυσίμων, τα περισσότερα εργοστάσια, το οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας. Οι Δυτικοί δολοφόνοι βομβάρδιζαν επίσης τρένα, διαμελίζοντας αμάχους και μικρά παιδιά, ενώ ισοπέδωσαν και το κτήριο της σερβικής ραδιοτηλεόρασης, αλλά και την πρεσβεία της Κίνας (πιστεύοντας πως εκεί βρίσκεται το αρχηγείο του Αρκάν). Η σερβική αεράμυνα βέβαια κατέρριψε αρκετά νατοϊκά αεροσκάφη (με εντυπωσιακότερη περίπτωση το περίφημο «αόρατο» stealth), όμως δεν γινόταν να αντέξει τις συνολικά 2,300 αεροπορικές επιδρομές, όπου εκτοξεύτηκαν συνολικά 420,000 βλήματα, πύραυλοι και βόμβες, καθώς και 37,000 βόμβες διασποράς και βλήματα με απεμπλουτισμένο ουράνιο. Κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών έχασαν τη ζωή τους 2,500 άνθρωποι και τραυματίστηκαν 12,500, μεταξύ των οποίων 2,700 παιδιά. Η Σερβία, δεχόμενη και τρομερές διπλωματικές πιέσεις από ολόκληρο τον πλανήτη, αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει. Οι Αλβανοί του Κοσόβου, όμως, συνέχισαν ακόμα και τη δεκαετία του ‘00 τις προκλήσεις και τα εκτεταμένα επεισόδια, απολαμβάνοντας την πλήρη ανοχή και υποστήριξη της «διεθνούς κοινότητας», η οποία τελικά τους αναγνώρισε ως ανεξάρτητο κράτος το 2008 (νομιμοποιώντας τις εγκληματικές δραστηριότητες της κυβέρνησης Θάτσι, τα έσοδα της οποίας προέρχονταν αποκλειστικά από εμπόριο ναρκωτικών, όπλων και γυναικών).

Η «ανθρωπιστική» βοήθεια του ΝΑΤΟ

 

Παρένθεση – ο αντισερβισμός ως τάση:

Αποτελεί συχνή τάση στον ιδεολογικό μας χώρο ο αντισλαβισμός γενικότερα και ο αντισερβισμός ειδικότερα. Ως αιτιολόγηση αυτής της τάσης, προβάλλονται δύο επιχειρήματα:

 

Α) ο αντισλαβισμός του Γ’ Ράιχ: Η θεωρία αυτή όμως, που αποδεδειγμένα ήταν λανθασμένη, όπως αποδεικνύει και η επιστήμη αλλά και η πρόσφατη κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα, υιοθετήθηκε κυρίως από ανθρώπους που, εκτός από «αντισλάβοι» ήταν και «ανθέλληνες», θεωρώντας πως οι μόνοι γνήσιοι Έλληνες ήταν οι αρχαίοι, ενώ σήμερα οι κάτοικοι αυτής της χώρας είναι τουρκογενείς. Αν κάποιος Έλληνας σήμερα ασπάζεται τη θεωρία αυτή, τουλάχιστον έχει την ειλικρίνεια να παραδεχτεί έστω και εμμέσως ότι όντως η φυλετική καταγωγή του ίδιου δεν είναι αμιγώς ελληνική.

 

Β) η υποτιθέμενα εχθρική διάθεση των Σέρβων απέναντι στους Έλληνες: Ως τεκμήρια αυτής της «εχθρότητας», προβάλλονται μόνο συγκεκριμένες ιστορικές φάσεις:

  1. Η κατάληψη ελληνικών εδαφών από τον Στέφανο Ντούσαν τον 14ο αιώνα: Οπωσδήποτε βέβαια δεν μπορούμε να χαιρόμαστε με σκοτωμούς Ελλήνων από ξένους, όποτε και από όποιους κι αν έγιναν. Αλλά είναι κάπως οξύμωρο να μεταφερόμαστε 6 αιώνες πίσω, στην εποχή που το Βυζάντιο (το οποίο βέβαια οι θιασώτες του αντισερβισμού συνήθως δεν θεωρούν καν ελληνικό) ήταν έτσι κι αλλιώς κατακερματισμένο, τη στιγμή μάλιστα που ο Ντούσαν οραματιζόταν να αναγορευθεί «βασιλιάς Σέρβων και Ελλήνων» και να δημιουργήσει έναν συνασπισμό εχθρικό τόσο απέναντι στους Οθωμανούς και τους υπόλοιπους Ανατολίτες, όσο και απέναντι στην Καθολική Δύση.
  2. Η κατάληψη του Μοναστηρίου από τους Σέρβους το 1912 και η σφαγή Ελλήνων αμάχων: Πράγματι, στο πλαίσιο του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, στη Μακεδονία έλαβε χώρα ένας αγώνας δρόμου για το ποιος από τους συμμάχους (Έλληνες, Σέρβους και Βουλγάρους) θα ελέγξει ποιες περιοχές της Μακεδονίας. Ως γεγονός, φυσικά, είναι κάτι απαράδεκτο. Αξίζει όμως να δούμε λιγάκι ποιοι κατείχαν τα ηνία της πολιτικής ηγεσίας τότε: στη μεν Ελλάδα, ο μασόνος Βενιζέλος, πιστός υπηρέτης των Δυτικών συμφερόντων στην περιοχή – στη δε Σερβία, ο Νικόλα Πάσιτς, επίσης μασόνος (επί των ημερών του οι Εβραίοι απέκτησαν ευρεία εξουσία σε όλους τους δημόσιους τομείς) και πιστός υπηρέτης των Δυτικών, ιδίως των γαλλικών, συμφερόντων στην περιοχή. Αρχηγός μάλιστα του σερβικού στρατού που εισήλθε στο Μοναστήρι ήταν ο βασιλιάς Πέτρος Α’, ο οποίος αξίζει να σημειωθεί πως εγκαινίασε το 1907 τη μεγαλύτερη σεφαρδίτικη συναγωγή του Βελιγραδίου, την Μπεθ Ίσραελ, θέτοντας ο ίδιος τον ακρογωνιαίο λίθο. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, στο Μοναστήρι δεν συγκρούστηκαν μισέλληνες Σέρβοι με Έλληνες αμάχους, αλλά συγκρούστηκαν τοπικά πολιτικά συμφέροντα του ίδιου μεγάλου αφεντικού.
  3. Το ζήτημα των Σκοπίων, που όπως είδαμε παραπάνω στην πραγματικότητα δεν είχε καμία σχέση με σερβικές επιδιώξεις, αλλά με εξυπηρέτηση αγγλικών σχεδίων από τον Κροάτη Τίτο. Ακόμα και στα χρόνια της μεγάλης ταραχής στη Μακεδονία (τέλη 19ου αιώνα, αρχές 20ου), ο εχθρός στη Μακεδονία (και παράλληλα όργανο του ρωσικού πανσλαβισμού) δεν ήταν οι Σέρβοι, αλλά οι Βούλγαροι.

Αντιθέτως, υπάρχουν στην ιστορία αρκετές περιπτώσεις ελληνοσερβικής προσέγγισης, βοήθειας και υποστήριξης (Καστριώτης, Καρατζόρτζεβιτς, Βάσος Μαυροβουνιώτης, προσέγγιση Ομπρένοβιτς με τον Όθωνα για σύμπτυξη κοινού μετώπου εναντίον Αγγλογάλλων, Τούρκων αλλά και Ρώσων, και άλλες πολλές). Από την άλλη πλευρά, είναι ανύπαρκτη οποιαδήποτε υποστήριξη Κροατών προς την Ελλάδα, ακόμα περισσότερο Βοσνίων προς την Ελλάδα, για τη δε στάση της Αλβανίας απέναντι στα ελληνικά συμφέροντα δεν χρειάζεται να μιλήσουμε καν.

 

Συμπέρασμα:

Αν θέλουμε πραγματικά να κάνουμε κάτι καλό για την πατρίδα μας, οφείλουμε να είμαστε ρεαλιστές και να αντιληφθούμε σε τι συνθήκες ζούμε, ποιος είναι ο εχθρός και ποιος ο σύμμαχος. Δυστυχώς, αφθονούν οι «διανοούμενοι» που μπροστά από μία οθόνη ή μέσα στο σαλόνι τους, επιδίδονται σε περισπούδαστες αναλύσεις επί αναλύσεων και κοπιάζουν με υστερία να αποδείξουν το πόσο ιδεολόγοι είναι και πόσο όλοι οι υπόλοιποι προδίδουν την ιδέα και δεν αξίζουν να τους απονεμηθεί το πιστοποιητικό εθνικοσοσιαλισμού. Καλά όλα αυτά, αλλά η κατάληξη θα είναι είτε το Δαφνί, είτε στην καλύτερη περίπτωση να τρωγοπίνουν στη Βαλχάλα – την ίδια ώρα, βέβαια, που η Ελλάδα, όπως και όλη η Ευρώπη θα έχει ήδη αφανιστεί και στα άλλοτε ένδοξα χώματά της θα κατοικούν μόνο Άραβες και μαύροι.

Στον πραγματικό κόσμο, λοιπόν, η Ευρώπη ελέγχεται από κέντρα εξουσίας που απεργάζονται τον αφανισμό της λευκής φυλής συνολικά, και κάθε λευκού έθνους ειδικότερα. Τα κέντρα αυτά εκπροσωπούνται από τους φιλελεύθερους πολιτικούς κάθε χώρας, όπως και από την οικονομική της ελίτ. Αυτοί είναι ο πρώτος μας εχθρός. Ως όργανα πρόκλησης χάους, συρράξεων, πολέμων, σφαγών κλπ, τα κέντρα αυτά χρησιμοποιούν τους μουσουλμάνους εισβολείς, και τους λευκούς συνεργάτες τους. Αυτοί αποτελούν επίσης εχθρό μας, πρώτα από όλα γιατί αποτελούν απτή καθημερινή απειλή που λυμαίνεται τους δρόμους των πόλεών μας, και έπειτα επειδή αποτελούν όργανο των κύριων εχθρών μας. Με απλά λόγια, όποιος σήμερα υποστηρίζει έμμεσα ή άμεσα, για οποιονδήποτε ανεξαιρέτως λόγο, είτε μουσουλμάνους, είτε Αλβανούς, είτε τη ΝΑΤΟϊκή εξουσία σε οποιαδήποτε έκφανσή της, αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση ένα διανοητικά ανάπηρο πλάσμα που μπορεί να προκαλέσει ζημιά λόγω της αναπηρίας του και το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να μείνει σπίτι του, χωρίς να μιλάει και χωρίς να χρησιμοποιεί το διαδίκτυο, στη δε χειρότερη περίπτωση αποτελεί συνειδητό ή ασύνειδο υποχείριο του εχθρού, και ως εκ τούτου οι απόψεις και η ύπαρξή του οφείλουν να αντιμετωπιστούν αναλόγως. Δεν πρόκειται ούτε για προσωπικές αντεκδικήσεις, ούτε καν για πολιτική αντιπαράθεση ή διαξιφισμό. Αυτό που διακυβεύεται είναι η ίδια η ύπαρξη του λαού μας, των παιδιών και των πατέρων μας, και δεν υπάρχει κανένα περιθώριο ανοχής. Απλά και ρεαλιστικά.

Δ.Η.