Μαχαίρι, Σύρμα, Σρεμπρένιτσα, μέρος πρώτο: Η προαιώνια διαμάχη μεταξύ Σέρβων, Βόσνιων και Κροατών

 

Στον αγώνα μεταξύ Ελλάδας και Βοσνίας πριν από ένα μήνα συνέβησαν τα γνωστά επεισόδια με το πανό και το κάψιμο της βοσνιακής σημαίας. Όπως ήταν αναμενόμενο, τα επεισόδια αυτά πυροδότησαν αντιδράσεις, οι οποίες βέβαια προήλθαν από τον χώρο των πάσης φύσης αντιφασιστών, αλλά και από κάποιους του δικού μας χώρου. Ωστόσο, επειδή είναι ένα ζήτημα που ιδίως για τους νεότερους συναγωνιστές μπορεί να μην είναι τόσο γνωστό, κρίθηκε σκόπιμο να κάνουμε μια σύντομη παρουσίαση και εξήγηση της όλης κατάστασης.

 

Λίγα εισαγωγικά περί Σέρβων, Βοσνίων και Κροατών – ομοιότητες:

Οι πληθυσμιακές ομάδες που εμπλέκονται άμεσα στο εν λόγω ζήτημα είναι οι Σέρβοι, οι Κροάτες και οι Βόσνιοι. Με τον όρο Βόσνιοι χαρακτηρίζονται οι μουσουλμάνοι που ζουν στα εδάφη της Βοσνίας. Η φυλετική σύνθεση των τριών αυτών λαών είναι η ίδια, δηλαδή ένα μείγμα σλαβικού αίματος (από τους Σλάβους που εγκαταστάθηκαν στη Βαλκανική Χερσόνησο από τον 6ο ως και τον 9ο αιώνα μΧ) και ντόπιων βαλκανικών πληθυσμών. Μια μικρή εξαίρεση αποτελούν οι Βόσνιοι, καθότι έχουν ευδιάκριτες τουρκικές προσμίξεις, όπως συμβαίνει άλλωστε με όλους τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων, ωστόσο όχι σε βαθμό τέτοιο που να δικαιολογεί σημαντική διαφοροποίησή τους από τους Σέρβους και τους Κροάτες.

 

Διαφορές:

Ιστορικά και πολιτισμικά, οι λαοί αυτοί διαφοροποιήθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό και με την πάροδο των αιώνων ανέπτυξαν πολύ έντονους – και ξέχωρους – εθνικισμούς. Οι Κροάτες τον 10ο αιώνα προσαρτήθηκαν από τους Μαγυάρους και έκτοτε η τύχη τους συνδέθηκε με την Αυτοκρατορία των Αψβούργων ως το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στο πλαίσιο αυτό, ασπάστηκαν τον Καθολικισμό και έγιναν ουσιαστικά ο βραχίονας του παπισμού στον χώρο των Βαλκανίων. Οι Βόσνιοι αρχικά ήταν χριστιανοί και ανήκαν κατά πλειοψηφία στην αίρεση των Βογομίλων, όμως μετά την κατάκτηση της Βοσνίας από τους Οθωμανούς κατά τον 15ο αιώνα εξισλαμίστηκαν και η τύχη τους συνδέθηκε με αυτήν των Τούρκων, ως το 1908 που προσαρτήθηκαν και αυτοί στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων. Οι Σέρβοι από την άλλη πλευρά, ήταν οι μόνοι εκ των τριών που κατάφεραν να εδραιωθούν στην περιοχή και να ιδρύσουν μεγάλα και ισχυρά βασίλεια (με κορυφαία τους στιγμή την εποχή του Στέφανου Ντούσαν κατά τον 14ο αιώνα), προτού κατακτηθούν κι αυτοί από τους Οθωμανούς (με καταλυτική στιγμή στην Ιστορία τους την ηρωική και τραγική μάχη του Κοσσυφοπεδίου το 1389).

 

Σέρβος Χαϊντούκος σκοτώνει Τούρκο. (Bajo Pivljanin)

Αξίζει να σημειωθεί πως όσους αιώνες βρέθηκαν υπό οθωμανική κατοχή, οι Σέρβοι επέδειξαν πνεύμα αντίστασης, δημιουργώντας τις ομάδες των χαϊντούκων, κάτι ανάλογο των δικών μας Κλεφτών, και τελικά τον 19ο αιώνα, με αλλεπάλληλες απόπειρες επανάστασης κατάφεραν να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους. Επίσης, όπως είναι γνωστό, θρησκευτικά ασπάστηκαν την Ορθοδοξία, με όποιες γεωπολιτικές συνέπειες επιφέρει αυτό, γεγονός που ενισχύει στο βάθος των αιώνων το μένος της Δύσης εναντίον τους (αξίζει να προσθέσουμε πως ως και τον 19ο αιώνα μεγάλο πλήθος των Δυτικών ιεραπόστολων δεν προορίζονταν για κάποιο εξωτικό μέρος της Ανατολής ή της Αφρικής, αντιθέτως η – πολιτική, ασφαλώς – αποστολή τους ήταν ο προσηλυτισμός και προσεταιρισμός των Ορθόδοξων χριστιανών της Βαλκανικής).

 

Σε αυτό το σημείο, ταιριάζει να παραθέσουμε την άποψη της Μπιλιάνα Πλάβσιτς, πρώην προέδρου της Σερβικής Δημοκρατίας της Βοσνίας και πανεπιστημιακής καθηγήτριας Βιολογίας, που υποστήριζε πως οι Βόσνιοι αποτελούν το πλέον εκφυλισμένο κομμάτι των Σλάβων της Βαλκανικής, πράγμα που αποδεικνύεται από το ότι ασπάστηκαν το Ισλάμ. Προσωπικά, πιστεύω πως όλα τα ευρωπαϊκά πληθυσμιακά κομμάτια που ασπάζονται το Ισλάμ χαρακτηρίζονται από δουλοπρέπεια και εγγενή φόβο, και ως εκ τούτου πράγματι απαρτίζονται από το κατακάθι της βιολογικής δεξαμενής των ευρωπαϊκών χωρών. Αντιθέτως, οι πληθυσμοί που διέπονται από πνεύμα ανυπακοής και έμπρακτης αντίστασης υποδηλώνουν φυλετικό σφρίγος.

 

 

Η απαρχή του προβλήματος:

Είναι προφανές πως λαοί που σε βάθος αιώνων ανέπτυξαν έντονο μίσος ο ένας για τον άλλον, δεν μπορούν να συνυπάρξουν επί μακρόν ειρηνικά. Αυτή η απλή αλήθεια, ωστόσο, παρακάμφθηκε κατά τον σχεδιασμό των Μεγάλων Δυνάμεων αναφορικά με τα κράτη των Βαλκανίων. Ιδεολογικά, το πρώτο κάλεσμα για ένωση όλων των Νότιων Σλάβων σε ένα ενιαίο κράτος έγινε τον 19ο αιώνα από τον Κροάτη φιλόλογο Λιούντεβιτ Γκάι και κορυφώθηκε τη δεκαετία του 1860 από τον επίσης Κροάτη επίσκοπο Γιόζιπ Στροσμάγερ. Η εθνική καταγωγή των δύο πρωτεργατών της ιδέας ασφαλώς δεν είναι τυχαία: η τάση αυτή περί ένωσης, στην πραγματικότητα αξίωνε να ενωθούν στο ήδη ανεξάρτητο (και εθνικά ομοιογενές) σερβικό κράτος οι Κροάτες, ώστε να αποκτήσει έλεγχο της κατάστασης το Βατικανό και η Δυτική Ευρώπη, με σκοπό να περιοριστεί η ανάμειξη της Ρωσίας στα Βαλκάνια μέσω των ομόδοξων Σέρβων.

 

Το έμβλημα της οργάνωσης «Μαύρη Χειρ»

Εν αντιθέσει με αυτήν την τάση, στη Σερβία σχηματίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα ένα άλλο κίνημα, η «Μαύρη Χειρ» (Црна рука/black hand), που υιοθέτησε κυρίως τρομοκρατικές μεθόδους δράσης (χαρακτηριστικότερη στιγμή η δολοφονία του Αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου στο Σαράγεβο το 1914, που αποτέλεσε την αφορμή για το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου) εναντίον ξένων πολιτικών παραγόντων αλλά και Βουλγάρων κομιτατζήδων και Κροατών, και ιδεολογικός στόχος της οποίας ήταν η απελευθέρωση όλων των Σέρβων από τα δεσμά της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας και η συνένωσή τους σε ένα ενιαίο σερβικό εθνικό κράτος.

 

Ωστόσο, μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και την κατάρρευση της Αυστροουγγαρίας, καθ’ υπόδειξη των Άγγλων και των Γάλλων (μέσω των πρακτόρων τους, Σέτον-Γουώτσον, Λεζέ και Ωμάν) συστάθηκε ένα ενιαίο γιουγκοσλαβικό κράτος που ενσωμάτωσε όλους τους Σλάβους της Βαλκανικής, υλοποιώντας τα επεμβατικά σχέδια της Δύσης (και κυρίως της μασονικής Αγγλίας) για τον έλεγχο της περιοχής. Εξ αρχής η συνύπαρξη αποδείχτηκε αδύνατη, με αποτέλεσμα το 1928 ένας Μαυροβούνιος βουλευτής να πυροβολήσει μέσα στο κοινοβούλιο πέντε Κροάτες συναδέλφους του, σκοτώνοντας τρεις.

 

Vlado Chernozemski

Μία από τις πρώτες απόπειρες αντίδρασης στο αγγλοτραφές αυτό νεοσυσταθέν κράτος προήλθε από τους Κροάτες εθνικιστές, με αρχηγό τον Άντε Πάβελιτς, ο οποίος το 1929 ίδρυσε την «Ουστάσα». Ο Πάβελιτς, βέβαια, εκτός από εθνικιστής ήταν και συνεργάτης του Μουσολίνι, ο οποίος να υπενθυμίσουμε πως εκείνη ακριβώς την εποχή είχε επιδοθεί σε ένα όργιο αφελληνισμού των Δωδεκανήσων και της Νότιας Ιταλίας και έφτασε να καταλάβει και να βομβαρδίσει ελληνικό έδαφος και άμαχο πληθυσμό (Κέρκυρα, 1923). Σκοπός του Μουσολίνι (που οι Δυτικοί Σύμμαχοι είχαν υποσχεθεί ότι θα εκπλήρωνε), όπως και των προκατόχων του, ήταν ο έλεγχος των εδαφών της σημερινής Αλβανίας (ακόμα ένα σημείο σφοδρής αντιπαράθεσής του με τα ελληνικά συμφέροντα, λόγω της Βόρειας Ηπείρου), λόγος για τον οποίο η Ιταλία έφτασε στην ένοπλη αναμέτρηση με το γιουγκοσλαβικό κράτος (Φιούμε, 1919). Προς αυτήν την κατεύθυνση η Ιταλία του Μουσολίνι ουσιαστικά ίδρυσε (και φρόντισε για την εκπαίδευσή της) την «Ουστάσα» ως αποσταθεροποιητικό παράγοντα για την Γιουγκοσλαβία. Χαρακτηριστικό των ανθρώπων της «Ουστάσα» είναι το ποιόν ενός από τα εξέχοντα μέλη της, του Βλάντο Τσερνοζέμσκι, του ανθρώπου που δολοφόνησε τον Σέρβο βασιλιά Αλέξανδρο στη Γαλλία το 1934: ήταν βουλγαρικής καταγωγής «Σλαβομακεδόνας», μέλος της VMRO, της οργάνωσης που έσφαζε τους Έλληνες της Μακεδονίας και που κήρυξε την εξέγερση του Ίλιντεν (1903) με σύνθημα: «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες».

 

 

Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος:

Αποτελεί συχνό φαινόμενο (που όμως εμπίπτει στα όρια της παρέκκλισης του φετιχισμού) στον χώρο των ιδεών μας να θεωρείται πως όποιος πολέμησε στο πλευρό του Άξονα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελούσε έναν άμεμπτο και καθαρολόγο ιππότη της Λευκής Ευρώπης, η πραγματικότητα όμως είναι αρκετά διαφορετική, τόσο στην υπόλοιπη Ευρώπη όσο, και ακόμα περισσότερο, στην περιοχή των Βαλκανίων. Επειδή όμως η Ιστορία μπορεί να αποτελέσει οδηγό για το μέλλον μονάχα όταν αναγνωστεί σωστά, μέσα στο πραγματικό πλαίσιο των γεγονότων, οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι στη Γιουγκοσλαβία, όπως άλλωστε και στην Ελλάδα, γνώμονας της συνεργασίας ή της αντίθεσης των διαφόρων ομάδων με τους Γερμανούς υπήρξε πρωτίστως το ξεκαθάρισμα των μεταξύ τους υπαρχουσών και πολύ έντονων διαφορών.

Οι ομάδες που συχνά αναφέρονται σε σχέση με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία και αξίζει να εξετάσουμε συνοπτικά, είναι οι παρτιζάνοι, η κροατική «Ουστάσα», οι Σέρβοι Τσέτνικ, ενώ συχνά γίνεται αναφορά και στην προσφορά των μουσουλμάνων Βοσνίων στον Εθνικοσοσιαλισμό, λόγω της συγκρότησης της Μεραρχίας Handschar.

 

Eugen Dido Kvaternik

Για την «Ουστάσα», πέραν όσων ήδη αναφέραμε περί ιταλοφιλίας (τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής ήταν, άλλωστε, αυτά που έφεραν μαζί τους τον Πάβελιτς) και ηγετικής συμμετοχής Βουλγάρων κομιτατζήδων που επιβουλεύονταν ελληνικό έδαφος, θα προσθέσουμε ένα άλλο χαρακτηριστικό δεδομένο, το γεγονός ότι ο ηγέτης και ιδρυτής της, Άντε Πάβελιτς, είχε νυμφευθεί Εβραία, ενώ ένα ακόμη ηγετικό και ιδρυτικό της στέλεχος, ο Σλάβκο Κβάτερνικ, είχε κι αυτός νυμφευθεί Εβραία, την Όλγα Φρανκ, κόρη του εβραϊκής καταγωγής Κροάτη εθνικιστή πολιτικού, Γιόζιπ Φρανκ. Μάλιστα, ο γιος τους, Ευγένιος Ντίντο Κβάτερνικ, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν αντιστράτηγος της «Ουστάσα» και διοικητής της Ασφάλειας του κροατικού κράτους.

Το γεγονός ότι οι ημιμαθείς παρανοϊκοί του χώρου μας εχθρεύονται τους Σέρβους διότι ως παρτιζάνοι πολέμησαν εναντίον του Άξονα είναι πραγματικά αξιοπερίεργο, καθώς οι παρτιζάνοι σύμφωνα με το καταστατικό τους ήταν οργάνωση πολυεθνική, πολυθρησκευτική και πολυφυλετική, ο δε αρχηγός της, ο περίφημος Τίτο, μετέπειτα πρόεδρος της Γιουγκοσλαβίας, ήταν εβραϊκής καταγωγής Κροάτης!

 

 

Αντιθέτως, οι Σέρβοι Τσέτνικ, με αρχηγό τον Ντράζα Μιχαήλοβιτς, ακολούθησαν καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου μία τακτική ξεκάθαρα

Draza Mihailovic

εθνικιστική, συνήθως συνεργαζόμενοι με τους Γερμανούς (ιδίως μετά το 1943), γεγονός ωστόσο το οποίο οι ίδιοι εκλάμβαναν ως «εκμετάλλευση των Γερμανών» με σκοπό να λαμβάνουν όπλα και αρωγή στον αντικομουνιστικό τους αγώνα.

Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό πως το αβυσσαλέο μίσος μεταξύ Κροατών και Σέρβων που όπως είδαμε υπέβοσκε για αιώνες, ξέσπασε άγρια κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στις περιοχές που έλεγχαν οι «Ουστάσι», σε συνεργασία με τους μουσουλμάνους Βόσνιους, αλλά και Αλβανούς Κοσοβάρους (οι οποίοι συνεργάζονταν ταυτόχρονα με την «Ουστάσα» και με τους παρτιζάνους του Τίτο), διεξάχθηκε μία εκστρατεία αφανισμού των Σέρβων (ανεξαρτήτως οποιασδήποτε ιδεολογικής τοποθέτησης), με εκτελέσεις και εγκλεισμούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, υπό φονικές συνθήκες. Ο Πάβελιτς διακήρυσσε ευθαρσώς πως «η Κροατία θα γίνει φραγμός για την Ορθοδοξία και ορμητήριο του ρωμαιοκαθολικισμού προς ανατολάς» και πως «θα σκοτώσουμε το ένα τρίτο των Σέρβων, θα προσηλυτίσουμε άλλο ένα τρίτο, και θα εκδιώξουμε το υπόλοιπο ένα τρίτο». Στο πλαίσιο μάλιστα αυτής της εθνοκάθαρσης, είχαν επινοήσει και ένα ειδικό φονικό εργαλείο, ενός είδους ιμάντα για το χέρι με προσαρμοσμένη λεπίδα, τον λεγόμενο «σερβοκόφτη».

 

Ως απάντηση, οι Τσέτνικ πολέμησαν άγρια εναντίον των Κροατών, επιδεικνύοντας ιδιαίτερο – αλλά δικαιολογημένο – μίσος. Ωστόσο, σε κάποιες περιπτώσεις συνήψαν συμφωνία με την «Ουστάσα», προκειμένου να πολεμήσουν από κοινού τους κομουνιστές παρτιζάνους. Για τον Τίτο, από την άλλη πλευρά, πολλά μπορούν να ειπωθούν. Σύμφωνα με κάποιες πηγές, αποτελούσε εξ αρχής άνθρωπο των Άγγλων, οι οποίοι άλλωστε αποτέλεσαν τη βασική πηγή τροφοδοσίας των παρτιζάνων (σε αντίθεση με τους Σοβιετικούς, των οποίων η υποστήριξη απέναντι στους παρτιζάνους ήταν πρακτικά ανύπαρκτη). Το βέβαιο είναι ότι, όπως απέδειξε και η μεταπολεμική του πολιτική, υπηρέτησε πιστά τα συμφέροντα των Άγγλων και των διεθνιστών γενικότερα, με την πολυεθνική και πολυφυλετική του αντάρτικη ομάδα.

Chetniks

Αξίζει βέβαια να προσθέσουμε πως αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου, αρκετά στελέχη της «Ουστάσα» προσχώρησαν και στελέχωσαν τον κρατικό μηχανισμό του Τίτο, ο οποίος τους υποδέχτηκε γενναιόδωρα. Αντιθέτως, οι Σέρβοι ήταν οι μεγάλοι χαμένοι της υπόθεσης, καθώς στο ενιαίο και πάλι ομοσπονδιακό γιουγκοσλαβικό κράτος (διακαή στόχο των Άγγλων, όπως είδαμε και παλιότερα), οι Κροάτες προσάρτησαν στο δικό τους κρατίδιο μεγάλες περιοχές, σε αντίθεση με τους Σέρβους που διαμελίστηκαν σε πέντε συνολικά διαφορετικές περιοχές, ενώ επίσης ο Βορράς (Κροάτες, Σλοβένοι) κατέστη οικονομικά πολύ πλουσιότερος σε σχέση με τον φτωχότερο Νότο (Σέρβους). Άλλωστε, για τους επιφανείς Σέρβους Τσέτνικ, το μέλλον που επιφυλάχτηκε ήταν δίκη για εσχάτη προδοσία και εκτέλεση. Υπό αυτό το πρίσμα, η εχθρική προς την Ελλάδα πολιτική της Γιουγκοσλαβίας όσον αφορά στη Μακεδονία, πρέπει να αποδοθεί στον Εβραίο Τίτο και τους, κατά βάση Κροάτες, αγγλόφιλους περισσότερο αλλά και κομουνιστές, συνεργάτες του.

 

Τέλος, για την περίφημη μεραρχία Handschar, οφείλουμε πρώτα από όλα να διευκρινίσουμε πως απαρτιζόταν κατά 60% από Βόσνιους όσο και από Κροάτες, ενώ κάποια περίοδο συμπεριλάμβανε και 1,000 Αλβανούς Κοσοβάρους. Το υπόλοιπο 40% απαρτιζόταν από γερμανικής καταγωγής Γιουγκοσλάβους. Πρόκειται για μία μεραρχία που συγκροτήθηκε το 1943 με αποκλειστικό σκοπό από την πλευρά των Γερμανών να εκμεταλλευτούν τα τοπικά μίση της περιοχής και να χρησιμοποιήσουν αναλώσιμη ανθρώπινη ύλη για να καταπολεμήσουν τους παρτιζάνους, αλλά και να προβούν σε εθνοκάθαρση όλου του σερβικού πληθυσμού. Πρόκειται, ωστόσο, για μία μεραρχία με μάλλον φτωχή συνεισφορά στον συνολικό αγώνα των Waffen-SS, ενώ ενδεικτικό στοιχείο για την πολεμική προσφορά των Βοσνίων αποτελεί το γεγονός ότι τα μόνα μέλη της μεραρχίας στα οποία απονεμήθηκε Σταυρός των Ιπποτών, ήταν πέντε Γερμανοί. Σε κάθε περίπτωση, μεραρχία που περιλαμβάνει ιμάμηδες και γονατιστούς μουσουλμάνους να προσεύχονται κατά εκατοντάδες στο στρατόπεδο εκπαίδευσής τους, δεν μπορεί να αποτελεί το όραμα κανενός Εθνικοσοσιαλιστή για το μέλλον της Ευρώπης. Παράλληλα, πρέπει να υπογραμμιστεί πως, ενώ προβάλλεται έντονα η συμμετοχή 26.000 Κροατών και Βόσνιων στα Waffen-SS, μάλλον αποσιωπείται η εθελοντική συστράτευση 15.000 Σέρβων στο πλευρό των SS («Φρουρά του Σερβικού Κράτους» και «Σερβικό Σώμα Εθελοντών»).

Μέλη της Μεραρχίας Handschar προσεύχονται στο στρατόπεδο εκπαίδευσης τους στο Νόιχαμερ τον Νοέμβριο του 1943

 

Δ.Η.