Αφιέρωμα Κοντρεάνου, μέρος τέταρτο: Σύλληψη, Εξορία, Θάνατος

 

Η ΣΚΕΥΩΡΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΛΕΓΕΩΝΑΡΙΩΝ.
Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΝΤΡΕΑΝΟΥ

 

Το πέρασμα από τη πρώτη κυβέρνηση Κριστέα στη δεύτερη, γίνεται στα πλαίσια ενός ευρύτατου ανασχηματισμού. […] Απαλλαγμένος από τις προηγούμενες πολιτικές του δεσμεύσεις και υποχρεώσεις, ο Nicolae Iorga έχει στη διάθεσή του όλο το χρόνο για να ασχοληθεί με την προσωπική πλέον αντιπαράθεσή του με το Κοντρεάνου και τους συντρόφους του της Σιδηράς Φρουράς. Την επομένη της δεύτερης επιστολής Κοντρεάνου και την ίδια ακριβώς ημέρα που ορκίζεται η νέα κυβέρνηση, περνά το κατώφλι της Εισαγγελίας, έχοντας στο χαρτοφύλακά του ένα αντίτυπο της εφημερίδας «Ρουμανικός λαός». Εκθέτει στο δικαστικό λειτουργό τα γεγονότα με το τρόπο που ο ίδιος τα αντιλαμβάνεται, ζητά να μελετηθούν με προσοχή τα όσα περιγράφει στην δημοσιευμένη επιστολή του, ομολογεί βαρύτατα προσβεβλημένος και το σημαντικότερο νοιώθει τη ζωή του να απειλείται άμεσα από τους σιδηροφρουρούς δολοφόνους.

Κανείς δεν διανοείται να τον αμφισβητήσει. Απεναντίας όλοι τον αντιμετωπίζουν με απόλυτη κατανόηση. Η κατάθεση μιας μήνυσης για συκοφαντική δυσφήμιση βάζει σε κίνηση το πολυπλόκαμο μηχανισμό της Δικαιοσύνης. Ενήμερος ο Călinescu για το διάβημα Γιόργκα συντονίζει παρασκηνιακά και τα δικά του βήματα. Το κόμμα «Όλα για τη πατρίδα» όπως και τα άλλα πολιτικά κόμματα έχει αυτοδιαλυθεί αλλά ο ίδιος έχει κάθε λόγο να πιστεύει ότι οι εσωτερικές δομές του μηχανισμού του, παραμένουν σε εγρήγορση. Σε καθεστώς παρανομίας αυτοί οι μηχανισμοί, ανεξέλεγκτοι πλέον σε αυτόνομα κέντρα, μπορούν να οδηγήσουν σε οδυνηρές και απρόβλεπτες συμπεριφορές. Γι αυτό το λόγο το κράτος οφείλει να προλάβει. H αστυνομία παίρνει συγκεκριμένες εντολές. Από τις αρχές Απριλίου, επικαλούμενη χίλιες δύο δικαιολογίες παραβιάζει τα κλειστά πολιτικά γραφεία, τόσο στη Πρωτεύουσα όσο και στις πλέον απομακρυσμένες περιοχές της χώρας, προχωρεί απροκάλυπτα σε κατασχέσεις αρχείων και άλλου υλικού. Οι φήμες κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα. Η μήνυση του καθηγητή απλά επιταχύνει τα γεγονότα.

[…] 
Στις 13 Απριλίου προφανώς σε μια προσπάθεια βολιδοσκόπησης της κοινής γνώμης, η Κυβέρνηση διατάζει το κλείσιμο των εφημερίδων «Cuvântul» και «Buna Vestire» που πρόσκεινται πολιτικά στο Λεγεωνάριο κίνημα. Στη πρόκληση αυτή ο Κοντρεάνου, που δικαιολογημένα φοβάται για τα χειρότερα, ζητά από τους οπαδούς του να μην αντιδράσουν. Αναγνωρίζει ότι η κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να νομιμοποιεί κάθε πράξη της με βασιλικά διατάγματα και δεν έχει

 

δώσει ακόμη το αποφασιστικό χτύπημα. Η καταιγίδα ξεσπά τελικά στις 16 προς 17 Απριλίου. Ακολουθώντας ένα καλά μελετημένο σχέδιο, η αστυνομία μέσα στη νύχτα προχωρεί σε ευρείας εκτάσεως έρευνες σε σπίτια λεγεωνάριων αναζητώντας όπλα και πυρομαχικά. 
Στις 17 Απριλίου 1938 έρχεται η σειρά του Κοντρεάνου. Η αστυνομία τον συλλαμβάνει στο Βουκουρέστι με πρόσχημα τη μήνυση Γιόργκα. 

 

 Το ίδιο απόγευμα μια ανακοίνωση της αστυνομίας ενημερώνει τους πολίτες για τα αποτελέσματα των προληπτικών ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν τη περασμένη νύχτα και ονοματίζει τους υπεύθυνους. 
«Τα όργανα της αστυνομίας και της χωροφυλακής ανεκάλυψαν τελευταίως υλικόν επιληψήμου προπαγάνδας τιθέμενον εις κυκλοφορίαν υπό ατόμων, άτινα ανήκουν εις την οργάνωσιν  «Όλα δια την πατρίδα». Εξ΄ άλλου επ΄ ευκαιρία τυχαίων ερευνών ανεκαλύφθησαν εις τας οικίας των ως άνω ατόμων όπλα και πυρομαχικά, τα οποία κατείχοντο άνευ νομίμου αδείας. Αυτή η φύσις του υλικού τούτου, αποτελουμένου από μυδραλιοβόλα, καραμπίνας και άλλα παρεμφερή είδη, αποδεικνύει ότι δεν επρόκειτο περί απλών μέσων ατομικής αμύνης. Προ των διαπιστώσεων αυτών, ο υπουργός των Εσωτερικών διέταξεν έρευνας εις τας οικίας όλων των άλλοτε ιθυνόντων την ως άνω πολιτικήν οργάνωσιν. Η ενέργεια αύτη εγένετο την εσπέραν της 16ης τρέχοντος άνευ ελαχίστου επεισοδίου. Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν πλήρως τας υπονοίας των κρατικών οργάνων, ότι πάντα τα ως άνω άτομα και είχον όπλα και πυρομαχικά άνευ αδείας των αρχών. Η κυβέρνησις θα λάβη μέτρα κατά των ενεχομένων εις την υπόθεσιν ταύτην. Πρέπει να υπογραμμισθή ότι πάσα η κίνησις αύτη δεν υπερέβη τον περιωρισμένον κύκλον των εξ επαγγέλματος ταραξιών, ενώ η μεγάλη μάζα των πολιτών επιθυμούσα την ηρεμίαν και την εργασίαν παρέμεινε τελείως ξένη προς τας επιπολαίας αυτάς ενεργείας…» 

 

Με τον εντυπωσιακό τίτλο: Η «ΣΙΔΗΡΑ ΦΡΟΥΡΑ» ΤΟΥ ΚΟΝΤΡΕΑΝΟΥ ΠΑΡΕΣΚΕΥΑΖΕ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ. ΤΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ, ο ανταποκριτής της εφημερίδας ΤΟ ΦΩΣ μεταδίδει από τη ρουμανική Πρωτεύουσα:

«ΒΟΥΚΟΥΡΕΣΤΙΟΝ Απρίλιος. Η Αστυνομία, όπως είναι γνωστόν από τα τηλεγραφήματα, προέβη εις την σύλληψιν του Κοντρεάνου και διακοσίων άλλων ηγητόρων της οργανώσεως η «Σιδηρά Φρουρά» τόσον του Βουκουρεστίου όσον και των επαρχιακών κέντρων. Όπως εμφαίνεται από το δημοσιευθέν σχετικόν ανακοινωθέν, η ενέργεια αύτη ήτο σοβαρά. Το ανακοινωθέν του υπουργείου των Εσωτερικών ανήγγειλεν ότι θα ελαμβάνοντο εξαιρετικώς αυστηρά μέτρα εναντίον των παλαιών μελών του διαλυθέντος κόμματος της «Σιδηράς Φρουράς» διότι προητοίμαζαν πραξικόπημα. Το υπουργείον ανεκοίνωσεν, ότι η αστυνομία ανεκάλυψε κατά την διενέργειαν των ερευνών προκηρύξεις υπογεγραμμένας από ένα των υπαρχηγών του Κοντρεάνου δια των οποίων εκαλούντο εις επανάστασιν οι οπαδοί της «Σιδηράς Φρουράς». […] Δια της επιστολής του ταύτης ο Κοντρεάνου εξηγούσεν ότι η δήθεν διάλυσις του κόμματός του ήτο πρόσχημα και κόλπο και ότι η «Σιδηρά Φρουρά» έπρεπε να συνεχίση ζωηρότερον από κάθε άλλην φοράν την δράσιν της. Εν συνεχεία εδίδοντο οδηγίαι συμφώνως προς τας οποίας κάθε μέλος της οργανώσεως ανανεώνον τον όρκον του εδήλου ότι ήτο έτοιμον απαρνούμενον τα συμφέροντα του, ν’ ακολουθήση τον αρχηγόν μόλις θα ήρχιζεν ο αγών. Εγένετο αμέσως έρευνα προς ανακάλυψιν αποθηκών όπλων, πολεμοφοδίων και προκηρύξεων. Το πράσινο σπίτι, ευρισκόμενο εις τα περίχωρα του Βουκουρεστίου και άλλα κέντρα της Σιδηράς Φρουράς κατελήφθησαν υπό της αστυνομίας». ΤΟ ΦΩΣ Μ. Πέμπτη 21 Απριλίου 1938

 

Η εκδίκαση της υπόθεσης για τη συκοφαντική δυσφήμιση στο πρόσωπο του Nicolae Iorga ορίζεται για τις 19 Απριλίου. Όμως η δήλωση του μηνυτή ότι δεν προτίθεται να παρευρεθεί στη δίκη γεννά εύλογες απορίες. Αντίθετα δεν είναι λίγοι αυτοί, που για να κερδίσουν λίγη από την εύνοια των ισχυρών προσφέρονται να καταθέσουν σαν μάρτυρες κατηγορίας. H δίκη πραγματοποιείται δίχως εκπλήξεις. Ο Κοντρεάνου κρίνεται ένοχος για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και καταδικάζεται στο ανώτερο της προβλεπόμενης ποινής’ 6 μήνες δίχως αναστολή. Είναι η πρώτη φορά, που ο Κοντρεάνου, στη διάρκεια της πολυτάραχης πολιτικής του δράσης κρίνεται ένοχος από ρουμανικό δικαστήριο.
Δεν είναι παρά μόνο η αρχή. Μια άλλη δίκη, με κατηγορία φρικτή μεθοδεύεται βιαστικά εναντίον του. Εσχάτη Προδοσία και συνεργασία με τον εχθρό. 
Οι εφημερίδες στις 29 Απριλίου πληροφορούν «Περισσότεροι από 300 συλληφθέντες θα προσαχθούν σε δίκη εντός 3 ημερών». Σ αυτό το κλίμα πραγματοποιείται μια μυστική συνάντηση Λεγεωνάριων σε διαμέρισμα της οδού Elopment αρ. 3 της Πρωτεύουσας. Η πρωτοβουλία ανήκει στο Ion Belgea. Γύρω του συγκεντρώνονται όσοι βαθμοφόροι λεγεωνάριοι, για την ώρα διαφεύγουν τη σύλληψη. Στη συνάντηση παρευρίσκεται και ο Horia Sima που για το σκοπό αυτό, αναγκάστηκε να παραβιάσει τον όρο του κατ οίκον περιορισμού, που του είχε επιβάλει η αστυνομία του Lugoj. Η απόφαση είναι ομόφωνη. Οι λεγεωνάριοι οφείλουν να εντατικοποιήσουν τον αγώνα αδιαφορώντας για το τίμημα. Ξεκινά ένα καινούριο κεφάλαιο διώξεων όπου και αυτά τα προσχήματα παύουν πλέον να τηρούνται.
 
Την νύχτα της 7 προς 8 Μαΐου 1938, έρχεται η σειρά του καθηγητή Nae Ionescu, Διευθυντή της εφημερίδας «Cuvântul». Η αστυνομία τον συλλαμβάνει και τον εκτοπίζεται στο λάγκερ του Miercurea Ciuc. Στις 10 Μαΐου πέφτουν στα χέρια της αστυνομίας οι Bartolomeo Livezeanu και Laurian Talnaru κατηγορούμενοι για ανασύσταση πολιτικού κόμματος. 
Στις 13 Μαΐου 1938, στην Craiova γίνεται η δίκη για τα γνωστά γεγονότα της 14ης Αυγούστου του 1934. Οι περισσότεροι από τους 49 κατηγορούμενους φοιτητές κρίνονται ένοχοι και οδηγούνται σε διάφορα  στρατόπεδα συγκέντρωσης…
 
Στις 23 Μαΐου 1938 όλα είναι έτοιμα για τη δεύτερη δίκη του Κοντρεάνου: Το περιβάλλον γνωστό, το ίδιο και οι στρατοδίκες. Αυτοί που τον δίκασαν ένα μήνα πριν τώρα καλούνται να τον καταδικάσουν για ένα άλλο αδίκημα. Το κατηγορητήριο είναι σαθρό, τα στοιχεία ανύπαρκτα. Για να μη πληγωθεί το περί δικαιοσύνης κοινό αίσθημα, η δίκη προβλέπεται να διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών. Για να προληφθούν οι όποιες ενστάσεις από τη πλευρά του κατηγορουμένου και για να τηρηθούν κάπως τα προσχήματα, έχουν κληθεί να παρακολουθήσουν τη δίκη δημοσιογράφοι με κατανόηση και διάθεση συνεργασίας. Η παρωδία της καινούριας δίκης ξεκινά με ένα κατηγορητήριο συγκλονιστικό. Γίνεται λόγος ακόμα και για την ύπαρξη μιας επιστολής του ίδιου του Χίτλερ που αποδεικνύει με τρόπο αδιάψευστο τις σχέσεις του Κοντρεάνου με το Βερολίνο. Από παλιές δικογραφίες ξεχασμένα φαντάσματα μαρτύρων ξεπηδούν σε μια προσπάθεια να μπερδέψουν και να θολώσουν τα νερά. 
Στις 24 Μαΐου καλούνται να καταθέσουν οι στρατηγοί. «Συνεχιζομένης της δίκης Κοντρεάνο εξητάσθησαν σήμερον το απόγευμα ως μάρτυρες 3 στρατηγοί οίτινες διετέλεσαν στρατοδίκαι κατά το 1934 , οπότε εδικάζοντο οι δολοφόνοι του Πρωθυπουργού Δούκα. Εις εξ αυτών κατέθεσεν ότι έκτοτε ήτο πεποισμένος περί της αθωότητος του Κοντρεάνο. Επίσης υπέρ του Κοντρεάνο κατέθεσεν ο στρατηγός Αντονέσκο υπουργός των στρατιωτικών στη Κυβέρνηση Γκόγκα.»
Οι συνήγοροι υπεράσπισης υποχρεώνονται σε σιωπή, οι μάρτυρες κατηγορίας απολαμβάνουν της προστασίας της έδρας. Για δέκα ολόκληρες ώρες ο Κοντρεάνου υπερασπίζεται με θάρρος το έργο του. Οι κατηγορίες που του αποδίδονται είναι τόσο γελοίες και τόσο άσχημα στημένες, που δεν αντέχουν στη λογική και καταρρέουν από μόνες τους. 
Μια κάποια δυσφορία που παρατηρείται στο τέλος της δίκης έχει να κάνει με το σκεπτικό της απόφασης. Οι στρατοδίκες θα ήσαν πανευτυχείς αν δεν είχαν ανάμεσα στα πόδια, τους δημοσιογράφους. Ο Galinescu δεσμεύεται ότι το  ρεπορτάζ θα φτάσει στις στήλες των εφημερίδων λογοκριμένο και η απόφαση δεν πρόκειται να γίνει ανικείμενο σχολιασμού και κριτικής. Στις 3 το πρωί ξημερώνοντας η 27 Μαΐου, το στρατοδικείο έχει ολοκληρώσει το έργο του, έχει πεισθεί και έχει αποφασίσει. Ο Κοντρεάνου κρίνεται ένοχος και καταδικάζεται σε 10 χρόνια καταναγκαστικά έργα, σε εξάμηνη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του σε πρόστιμο 5000 λέυ και σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων, άλλα 2.000 λέυ. Το κίνημα όμως των λεγεωνάριων βγάζει τη δική του απόφαση και προειδοποιεί. 

 

Θεόδωρος Μανιάτης

https://storiacontroversa.blogspot.gr/2016/03/25_30.html


Η ΝΗΣΟΣ ΤΩΝ ΟΦΕΩΝ ΟΠΟΥ ΕΞΟΡΙΖΕΤΑΙ  Ο ΚΟΝΤΡΕΑΝΟΥ
Ένα καταραμένο νησί όπου τα όρνεα μάχονται με τα ερπετά.

 

«Πόσο ήταν όμορφο και ονειρευτό το νησί του Αχιλλέα» έψαλε ο Πίνδαρος, από χιλιάδων ετών, περιγράφοντας το μέρος όπου βρίσκονταν «το νησί της ομορφιάς» που οι Έλληνες αποκαλούσανε Λευκή: «Στη θάλασσα του Πόντου όχι πολύ μακριά από τη παραλία, βρίσκεται το νησί όπου μπορεί να πάει κανείς αν ο αέρας είναι ευνοϊκός και αν τολμά…». Ο ποιητής Αρκτινός από την Μίλητο αφηγείται πολλά και θαυμάσια για το νησί όπου παρέμεινε ο ήρωας της Τροίας ο Αχιλλεύς. Λέγει πως αιώνια βασιλεύει εκεί γαλήνη μέσα στα δάση των μυρτιών και οι κάτοικοι του χαίρονται τα Ολύμπια φρούτα του.
Διαφορετικά είναι τα πράγματα. Η Λευκή είναι ένας τόπος θλιβερός. Στείρο είναι το έδαφός της και κατοικείται από άγρια πουλιά, φαρμακερές αράχνες και ακόμα πιο φαρμακερά, επικινδυνωδέστα φίδια. Δεν υπάρχει ούτε ίχνος χλωρίδος εκεί. Και ούτε γουλιά νερού. Η Ίνσουλα Σέρπιλορ (Φιδονήσι Εύξεινου πόντου), το νησί των φιδιών, όπως ονόμασαν οι Ρωμούνοι την Λευκή, το βραχώδες αυτό συγκρότημα, θα χρησιμεύσει ως τόπος εξορίας του Κοντρεάνου και 1,500 άλλων συντρόφων του.

Επί αιώνας θεωρήθηκε μύθος η νήσος του Αχιλλέως. Ένας Ρώσος Ναύαρχος εις τα 1823 ανακάλυψε ερείπια κατοικιών  και αργότερα ένας Γερμανός καθηγητής εξερεύνησε το νησί των φιδιών.

Το καταραμένο αυτό νησί απέχει 22 μίλια από τις εκβολές του Δούναβη και η συνολική του έκταση δεν υπερβαίνει τα 17 εκτάρια. Εκεί υπάρχει ένας φάρος και μία φρουρά εναλλασσόμενη δις της εβδομάδος. Η ατμόσφαιρα είναι δηλητηριασμένη. Άγρια σαρκοφάγα όρνεα άσπρα και μαύρα την  κατοικούν, αράχνες και φίδια φαρμακερά. Δύσκολο είναι και σε μια βάρκα να πλησιάσει το βραχώδες αυτό νησί, αν δεν έχει καλό πιλότο. Το φίδια και τα όρνια μάχονται μεταξύ τους. Τώρα ο αγώνας αυτός θα τελειώσει. Οι εξόριστοι που θα πάνε εκεί θα κηρύξουν αμείλικτο πόλεμο κατά και των δύο. Και αναμφισβήτητα εκατοντάδες θανάσιμων τραγωδιών θα γραφούν εκεί πριν τα δηλητηριώδη ερπετά και τα σαρκοφάγα όρνια εξολοθρευθούν. Δύσκολος θα είναι μόνον ο πόλεμος  κατά των δηλητηριωδών αραχνών. Το δάγκαμά τους είναι οδυνηρότατο και φέρνει αμέσως τον θάνατο.
Η Ρουμανία ως τώρα δεν είχε «κάτεργα». Τώρα αποκτά στην νήσο των φιδιών όπου θα γίνουν έργα μεγάλης εκτάσεως για να μπορέσουν να στεγασθούν οι εξόριστοι. Στη μέση του νησιού θα κτισθούν τα οικήματα. Αυστηρότατοι θα είναι οι κανονισμοί του κάτεργου αυτού της νήσου των Φιδιών που την δέρνουν άνεμοι φοβεροί. Εκτός από λίγα ρούχα και βιβλία δεν θα έχουν χρήματα και εφημερίδες και τα ραδιόφωνα θα απαγορεύονται. Η ιατρική υπηρεσία όμως οργανώνεται άριστα.

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα το ΦΩΣ,  στις 28 Απριλίου 1938)

 https://storiacontroversa.blogspot.gr/2016/01/blog-post_28.html


 

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΟΝΤΡΕΑΝΟΥ

 

Ακόμα και μέσα στη Φυλακή ο Καπιτάνο προκαλεί φόβο και τρόμο στους δεσμοφύλακές του… Η Κυβέρνηση και ο Βασιλιάς γνωρίζουν καλά ότι για μια μεγάλη μερίδα του λαού, ο Αρχηγός της Λεγεώνας παραμένει ένα σύμβολο ελπίδας.

Αυτή η ελπίδα μόνο με ένα τρόπο μπορεί να σβήσει. Με τον θάνατο του Αρχηγού. Το σχέδιο μιας άνανδρης δολοφονίας που εξυφαίνεται από καιρό, έχει πια ολοκληρωθεί. Ο   Calinescu δεν επιθυμεί δυσάρεστες εκπλήξεις. Πριν δώσει την τελική έγκριση θέλει να είναι σίγουρος ότι δεν πρόκειται να υπάρξουν απρόοπτα. Το σχέδιο μακάβρια απλό.

 

Πράξη Πρώτη

Δυο φορτηγά της αστυνομίας σχεδιασμένα για μεταφορά κρατουμένων, θα μεταβούν στις φυλακές Ramnicul-Sarat  από όπου και θα παραλάβουν κάποιους «ποινικούς» με σκοπό να τους μεταφέρουν στις Φυλακές Βουκουρεστίου.

Πράξη Δεύτερη

Στη διάρκεια της μεταφοράς των κρατουμένων πίσω στη Πρωτεύουσα, οι κρατούμενοι, θα επιχειρήσουν να δραπετεύσουν και οι φρουροί τους θα κληθούν να κάνουν χρήση των όπλων τους.

Πράξη Τρίτη

Τα πτώματα θα εκτεθούν σε κοινή θέα μέσα στο χώρο των φυλακών για να επιβεβαιωθεί από τα τραύματα που θα φέρουν, το σενάριο της απόπειρας απόδραση και της αντίδρασης των φρουρών.

 

Αρμόδιος  την επίσημη αναγγελία του γεγονότος έχει ήδη οριστεί ένα υψηλόβαθμο στέλεχος από τη Διοίκηση της ΙΙ Μεραρχίας. Το δελτίο τύπου που θα δοθεί στη δημοσιότητα σχετικά με το περιστατικό συντάσσεται με πολύ μεγάλη προσοχή. Ο Χωροφύλακας Sârbu αυτόπτης μάρτυς της ομαδικής δολοφονίας σε ένορκη κατάθεσή του δίνει μια εικόνα διαφορετική.

«Την νύχτα της 29 Νοεμβρίου δύο φορτηγά της αστυνομίας ξεκινούν από την Γενική αστυνομική διεύθυνση του Βουκουρεστίου προς άγνωστη κατεύθυνση. Στο πρώτο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης είναι ο Ταγματάρχης Dinulescu και στη δεύτερη ο ομοιόβαθμός του Macoveanu. Πρώτος σταθμός μέσα στη νύχτα το Ramnicul-Sarat.

Στο κτήριο της χωροφυλακής ο Διοικητής Ταγματάρχης Scarlat Rosianu, που υπερηφανευόταν  για την εβραϊκή του καταγωγή περιμένει ξάγρυπνος. Όταν φτάνουν τα φορτηγά σπεύδει να υποδεχθεί τους ομοιόβαθμούς του τους οποίους και καλεί να τον συνοδεύσουν στο γραφείο του. Παραμένει άγνωστο το θέμα της συζήτησης μεταξύ των τριών ανδρών αλλά δεν είναι δύσκολο να το υποθέσουμε . Όση ώρα διαρκεί η σύσκεψη οι  χωροφύλακες έχουν κατέβει από τα φορτηγά και χαζεύουν ένα γύρω. Όταν εμφανίζονται ξανά οι αξιωματικοί τους, πληροφορούνται ότι τα σχέδια έχουν αλλάξει. Πρέπει να επιστρέψουν στο Βουκουρέστι. Σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του Sârbu, ενώ το φορτηγό έχει πάρει το δρόμο της επιστροφής, ο Ταγματάρχης Dinulescu δείχνει να αλλάζει γνώμη και διατάζει: «Επιστροφή στο Ramnicul-Sarat!»

 

Στον δρόμο τους για το Ramnicul-Sarat υπάρχει το χωριό Baltati. Τη πρώτη φορά το προσπέρασαν, τώρα σταματούν με εντολή του Dinulescu. Οι χωροφύλακες κατεβαίνουν να ξεμουδιάσουν. Σχεδόν από το πουθενά ένας χωροφύλακας εμφανίζεται κρατώντας ένα κιβώτιο γεμάτο με αγαθά του Θεού  που για τον μισθό του χωροφύλακα ήσαν απαγορευμένα. Τρόφιμα σε πολυτελείς συσκευασίες, εμφιαλωμένα κρασιά και ακριβά τσιγάρα. Σιγά-σιγά το κρύο η υγρασία και το άγχος για μια αποστολή που οι περισσότεροι ακόμα δεν γνωρίζουν τον αντικειμενικό της σκοπό, παύουν να είναι τόσο ενοχλητικά. Το καλό κρασί χαλαρώνει από την ένταση και τη κούραση, δημιουργεί ευχάριστη διάθεση και μέσα στη νύχτα βαθμοφόροι και χωροφύλακες γίνονται μια χαρούμενη παρέα.
Δεν είναι γνωστό αν μεσολάβησε κάποιο τηλεφώνημα από ή προς το Baltati. Το βέβαιο είναι ότι ύστερα από λίγο, δίδεται πάλι η εντολή να ανεβούν στα φορτηγά. Τώρα όλοι γνωρίζουν ότι ο επόμενος σταθμός είναι οι  φυλακές του Ramnicul-Sarat.

Τα φορτηγά παρκάρουν στο προαύλιο των φυλακών και  οι επικεφαλής ζητούν από τους χωροφύλακες να τους ακολουθήσουν. Τους οδηγούν σε μια μεγάλη αίθουσα. Έχει έρθει η στιγμή της αλήθειας. Ο ταγματάρχης Dinulescu και ο ομοιόβαθμός τους Macoveanu τους εξηγούν δίχως περιστροφές τις λεπτομέρειες της πραγματικής τους αποστολής.

 

Σύμφωνα με τις διαταγές, οφείλουν  να  παραλάβουν 14 επικίνδυνους κρατουμένους του κοινού ποινικού δικαίου και να τους οδηγήσουν στις  φυλακές του Βουκουρεστίου. Για λόγους όμως που μόνο οι ανώτεροι γνωρίζουν, οι κρατούμενοι αυτοί δεν πρέπει να φτάσουν ζωντανοί στο Βουκουρέστι. Θα εκτελεσθούν καθ’ οδόν μέσα στα αυτοκίνητα μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα, αθόρυβα, δια στραγγαλισμού.

Τα σχοινιά που τους έχουν μοιράσει είναι γι αυτόν ακριβώς τον σκοπό. ‘Έχουν ληφθεί όλα τα μέτρα για να μην υπάρξουν απρόοπτα. Ο Dinulescu διαβεβαιώνει ότι η διαδικασία θα είναι απλή. Ήσυχα και ωραία ένας ένας θα βγαίνει από την αίθουσα και θα κατεβαίνει στην αυλή όπου ήδη περιμένουν οι κρατούμενοι, θα διαλέγει το υποψήφιο θύμα του και θα ανεβαίνει μαζί του στο φορτηγό.  Στη συνέχεια ο κρατούμενος πρέπει θα ακινητοποιηθεί  στη θέση του με αλυσίδες τόσο στα χέρια όσο και στα πόδια ώστε οι όποιες αντιδράσεις του να είναι περιορισμένες. Κάτι τέτοιο  θα διευκολύνει σε σημαντικό βαθμό το έργο τους.  Πίσω από κάθε κρατούμενο θα πάρει θέση ο φρουρός του, με το σχοινί στα χέρια, έτοιμος να δράσει μόλις δοθεί  το σύνθημα. Τρεις φορές ένας φακός θα αναβοσβήσει στο σκοτάδι.

Η ιδέα μιας εν ψυχρώ δολοφονίας, ιδιαίτερα όταν θύτης και θύμα θα έρθουν τόσο κοντά ο ένας με τον άλλο τρομάζει. Μια αναταραχή βασιλεύει στην αίθουσα.

Ανήσυχος από τα μουρμουρητά και τις εκφράσεις φόβου και αμηχανίας στα πρόσωπα  των χωροφυλάκων ο Dinulescu προσπαθεί να πείσει ότι πρόκειται για μία διαδικασία απλή που θα απαιτήσει ελάχιστο χρόνο. Ζητά από έναν από τους οδηγούς να γονατίσει στο πάτωμα και ο ίδιος με το σχοινί παίρνει θέση πίσω του. Κάτω από συνθήκες που πλησιάζουν τις πραγματικές ο ταγματάρχης με νευρικές κινήσεις περνά το σχοινί στο λαιμό και προχωρεί στην εικονική εκτέλεση του «θύματος».

 

Ο Κοντρεάνου αγνοεί τα όσα σχεδιάζονται. Εδώ και ώρα τους έχουν πει ότι πρόκειται να μεταφερθούν στις φυλακές της Πρωτεύουσας – μια ενέργεια που αγγίζει τα όρια της ευνοϊκής μεταχείρισης. Η μεταφορά από τη μια φυλακή στην άλλη είναι διαδικασία ρουτίνας και ο ίδιος δεν έχει κανένα λόγο να ανησυχεί. Ένας εύσωμος χωροφύλακας τον καλεί να ανεβεί στο πρώτο φορτηγό και αυτός υπακούει δίχως αντίρρηση. Όπως θα ομολογήσει ο χωροφύλακας Sârbu: «Εγώ πήρα εκείνον που έμοιαζε ψηλότερος και δυνατότερος από όλους τους άλλους. Αργότερα έμαθα ότι ήταν ο Αρχηγός, ο Corneliu Zelea Codreanu.»

 

Δέκα κρατούμενοι ανεβαίνουν στο πρώτο φορτηγό και οι τελευταίοι τέσσερις  στο δεύτερο. Οι πύλες των φυλακών ανοίγουν και τα δύο φορτηγά, το ένα πίσω από το άλλο, χάνονται μέσα στο σκοτάδι. Το γενικό πρόσταγμα στο πρώτο φορτηγό που βρίσκεται ο Αρχηγός το έχει ο Ταγματάρχης Dinulescu στο δεύτερο ο Ταγματάρχης Macoveanu. Μέσα στα φορτηγά  που ήδη φτερουγίζει ο Θάνατος η σιωπή είναι νεκρική και το σκοτάδι της νύκτας ακόμα πιο πυκνό. 

 

Φτάνοντας στο δάσος του Tancabesti και ενώ το φορτηγό βρίσκεται σε κίνηση ο Ταγματάρχης Dinulescu, αναβοσβήνει τον φακό που κρατά. Τρεις φορές φωτίζεται ο χώρος και πάλι όλα επιστρέφουν στο σκοτάδι.

«Ήταν η στιγμή της εκτέλεσης -θα πει ο Sârbu-  αλλά, χωρίς να γνωρίζω το γιατί, κανένας από μας δεν κινήθηκε. Τότε ο Ταγματάρχης Dinulescu διέταξε τον οδηγό να σταματήσει, βγήκε έξω και κατευθύνθηκε προς το φορτηγό που ακολουθούσε.»

Στο πίσω φορτηγό ο Ταγματάρχης Macoveanu με λιγότερες αναστολές έχει φέρει σε πέρας το έργο του. Οι αλυσοδεμένοι λεγεωνάριοι παραμένουν στις θέσεις τους και μέσα στο σκοτάδι μοιάζουν να κοιμούνται. Στο πρώτο φορτηγό ο Κοντρεάνου καταλαβαίνει πως το τέλος το δικό του και των συντρόφων του πλησιάζει. Επωφελείται από την απουσία του Συνταγματάρχη και στρέφεται προς τον Sârbu αυτόν που σε λίγο θα τον εκτελέσει. Ψιθυριστά ζητά μια τελευταία χάρη. «Σύντροφε επέτρεψε μου να πω δυο λόγια στους άνδρες μου.»

Σκηνή υπέρτατου μεγαλείου μπροστά στο θάνατο. Ο ηγέτης νοιώθει ότι πρέπει να κάνει το χρέος μέχρι το τέλος. Νοιώθει την ανάγκη να προφέρει τις τελευταίες λέξεις παρηγοριάς και ελπίδας στους συντρόφους του, να εξορκίσει από τις καρδιές τους το φόβο του θανάτου. Θέλει να τους εξηγήσει όσο γίνεται πιο απλά, ότι πεθαίνουν για το μεγαλείο της πατρίδας που τους γέννησε, πεθαίνουν ήσυχοι γιατί κατάφεραν να κάνουν το χρέος τους απέναντι στο γένος, σαν καλοί Ρουμάνοι. Ο χωροφύλακας του διστάζει. Δευτερόλεπτα αναμονής ψίθυροι ίσως και κραυγές απελπισίας.

Όλοι συνειδητοποιούν  αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει. Η  πόρτα μπροστά ξανανοίγει και εμφανίζεται ο Ταγματάρχης Dinulescu. Είναι εκτός εαυτού, σε κατάσταση υστερίας. Κραδαίνοντας το περίστροφο ουρλιάζει: «Εκτελέστε τους!». Πειθαρχημένοι οι χωροφύλακες περνούν τα τεντωμένα σχοινιά πάνω από τα κεφάλια των μελλοθάνατων και τραβούν με δύναμη προς τα πίσω. Τραβούν και σφίγγουν. Δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο. Μέσα στη νύχτα τα δύο φορτηγά συνεχίζουν το ταξίδι της επιστροφής.

Στις φυλακές της Jilava τα φορτηγά με τους εκτελεσμένους φτάνουν στις 7 το πρωί. Μια ομάδα αξιωματούχων με επικεφαλής τον Dan Pascu διευθυντή των φυλακών τους υποδέχονται με αγωνία. Ένας ιατροδικαστής του Στρατού, ο Υποστράτηγος lonescu που έχει επιστρατευτεί για να εκδώσει τα πιστοποιητικά με την αιτία θανάτου είναι κι αυτός εκεί.

 

Μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα τα πτώματα απελευθερώνονται από τις αλυσίδες τους, ξεφορτώνονται από τα φορτηγά και τοποθετούνται στο έδαφος μπρούμυτα. Πρέπει τώρα να αποτυπωθούν οι συνέπειες από τα σημάδια απόδρασης. Το σενάριο θέλει να έχουν πυροβοληθεί την ώρα που επιχειρούν να δραπετεύσουν. Χωροφύλακες πυροβολούν πάνω στα πτώματα. Λίγο παρακάτω ένας μεγάλος λάκκος είναι έτοιμος. Από εδώ και πέρα είναι δουλειά άλλων.

Έχοντας κάνει το χρέος τους στο ακέραιο οι αστυνομικοί οδηγούνται σε ένα γραφείο όπου γίνονται δεκτοί από ένα Ταγματάρχη. Είναι φιλικός και τους λέει:

«Δεν κάνατε τίποτα άλλο πέρα από το καθήκον σας. Κανένας δεν μπορεί να σας κατηγορήσει σαν δολοφόνους.»

Μια υπόθεση ρουτίνας έχει φτάσει στο τέλος της. «Λίγες ημέρες αργότερα – συνεχίζει την κατάθεσή του ο Sârbu – κλήθηκα στο γραφείο του Συνταγματάρχη Gherovici ο οποίος μόλις με είδε είπε: «Είσαι πολύ γεροδεμένος. Θα μπορούσες να σκοτώσεις ταυτόχρονα τρεις από αυτούς». Στη συνέχεια μου έδωσε ένα κομμάτι χαρτί το οποίο έπρεπε να υπογράψω.»

Ήταν μια απόδειξη βάσει της οποίας ο χωροφύλακας Sârbu παραλάμβανε το ποσό των 20.000 σαν ένα είδος επιδόματος για λόγους υγείας. Κατά την εκδοχή του ο χωροφύλακας φαίνεται να είπε: «Δεν είμαι άρρωστος κ. Συνταγματάρχα.»

Ο Συνταγματάρχης επέμεινε.:

«Άκουσε εδώ Sârbu! Δεν κοιτάς τα χάλια σου; Και κράτησε το στόμα σου κλειστό, γιατί αλλιώς θα στο γεμίσω με χώμα. Τα είπε όλα αυτά δείχνοντας ένα πιστόλι Mauser πάνω στο γραφείο του. Κατόπιν εγώ, όπως και οι άλλοι χωροφύλακες, φύγαμε σε άδεια.»
Σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες τα πτώματα ρίχτηκαν κατ΄ ευθείαν στο λάκκο μόλις έφτασαν στις φυλακές Βουκουρεστίου. Τρεις ημέρες μετά και με τον φόβο ότι μια ενδεχόμενη εκταφή θα ανέτρεπε την επίσημη αιτία θανάτου, ξεθάφτηκαν, πυροβολήθηκαν στις πλάτες και ξαναθάφτηκαν. Για να εξαλειφθούν τα σημάδια του στραγγαλισμού ρίχθηκε προηγουμένως πάνω στα πτώματα άφθονη ποσότητα θεϊκού οξέως.

 

Θεόδωρος Μανιάτης

https://storiacontroversa.blogspot.gr/2013/11/blog-post_3430.html