Αφιέρωμα Κοντρεάνου, μέρος δεύτερο: Φοιτητική Συνωμοσία, Φυλάκιση και Είσοδος στο Κοινοβούλιο

 

Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 7 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Η απαρχή της σύγκρουσης με το Κράτος

 

Αφηγείται ο Κορνήλιος Κοντρεάνου:
«Από πολύ καιρό ψιθυριζόταν ότι το Φιλελεύθερο Κοινοβούλιο, που λειτουργούσε σαν Συνταγματική Συνέλευση -με αρμοδιότητα να αναθεωρήσει το Σύνταγμα- είχε εκφράσει τη πρόθεση να αναθεωρήσει το άρθρο 7 του Συντάγματος για να είναι δυνατή «η παραχώρηση της υπηκοότητας και των πολιτικών δικαιωμάτων σε όλους τους  Εβραίους που διέμεναν στην Ρουμανία». Αυτό το άρθρο του παλαιού Συντάγματος είχε μέχρι τότε εμποδίσει την παραχώρηση της υπηκοότητας στους αλλοδαπούς, και αποτελούσε με το τρόπο αυτό μια πραγματική ασπίδα για την άμυνα της χώρας απέναντι στην εισβολή και τις παρεμβάσεις των Εβραίων πάνω στη Ρουμανική πορεία. Η παραχώρηση ακριβώς  αυτού του δικαιώματος της  παρέμβασης στις δημόσιες υποθέσεις της Ρουμανίας, σε 2.000.000 Εβραίους, η παραχώρηση ενός δικαιώματος ισότητας μεταξύ του Εβραίου που ήλθε τυχαία πριν από λίγα χρόνια και του Ρουμάνου, πού είναι ριζωμένος σ’ αυτήν την γη εδώ και  χιλιετίες συνιστούσε μια αδικία πού φώναζε εκδίκηση και αποτελούσε ταυτόχρονα ένα μεγάλος εθνικό κίνδυνο που δεν μπορούσε παρά να προκαλέσει ανησυχία και να ταρακουνήσει κάθε Ρουμάνο που αγαπούσε την χώρα του.
Ο καθηγητής Κούζα, μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση έγραψε μια σειρά από αθάνατα άρθρα επισημαίνοντας τον κίνδυνο πού απειλούσε το μέλλον του Έθνους και ο «Σύνδεσμος» σκόρπισε σ’ ολόκληρο το Έθνος αιτήσεις διαμαρτυρίας που έπρεπε να υπογραφούν από τους Ρουμάνους και με τις οποίες θα ζητούσαν την διατήρηση του άρθρου 7 του Συντάγματος. Οι αιτήσεις υπεγράφησαν κατά εκατοντάδες χιλιάδας από τους Ρουμάνους και παρουσιάστηκαν στην Συντακτική Συνέλευση.

Πήρα την απόφαση ότι και εμείς οι φοιτητές, κατά την διάρκεια της συζητήσεως αυτής της σοβαρότατης υποθέσεως, θα ξεκινούσαμε από κάθε σημείο της χώρας  με προορισμό το Βουκουρέστι όπου εκεί μαζί με τους φοιτητές της πόλεως και τον πληθυσμό θα οργανώναμε μια συγκέντρωση για να εμποδίσουμε την εφαρμογή της συγκεκριμένης πράξης που θα σκλάβωνε το μέλλον μας. Ξεκίνησα για το Cernautzi το Cluj και το Βουκουρέστι.

Οι φοιτητές συμφώνησαν  με τη πρόταση και άρχισαν οι προετοιμασίες εν όψει της αναχώρησης. Για να ορίσουμε αυτή τη στιγμή (της αναχώρησης) όφειλα να στείλω ένα συνθηματικό τηλεγράφημα. Όμως το σχέδιο απέτυχε. Περιμέναμε ότι οι συζητήσεις πάνω στο θέμα θα κρατούσαν  τουλάχιστον τρεις ημέρες, και έτσι θα φτάναμε εγκαίρως στο Βουκουρέστι. Σήμερα, 26 Μαρτίου οι συζητήσεις δεν κράτησαν ούτε μισή ώρα: Η φιλελεύθερη κυβέρνηση και η συνέλευσις – σαν να είχαν συνείδηση της αισχρότατης πράξεως που διέπραξαν – προσπάθησαν να την κρύψουν να την περάσουν όσο γινόταν περισσότερο απαρατήρητη.

Την επόμενη μέρα της πράξεως αυτής της γιγαντιαίας Εθνικής προδοσίας ο αυτοαποκαλούμενος Ρουμανικός τύπος μαζί με τον  Εβραϊκό έκρυψαν την ατιμία μέσα στην σιωπή. Οι εφημερίδες Dimineatza, Lupta, Adevarul, που με μεγάλα γράμματα δημοσίευαν καθημερινά σελίδες ολόκληρες αφιερωμένες στην διαμάχη ιδιοκτητών και ενοικιαστών στο Βουκουρέστι, τώρα με μερικές μόνο λέξεις σε κάποια γωνία ανακοίνωναν απλά και ειρωνικά:

«Το άρθρο 7 του παλαιού Συντάγματος αντικαταστάθηκε από το άρθρο 133».

Το Φιλελεύθερο Κόμμα  και η επαίσχυντη Συνέλευση του 1923 έθεταν και σφράγιζαν ταφόπλακα πάνω στο μέλλον αυτού του λαού. Καμία κατάρα των παιδιών, των μανάδων, των ηλικιωμένων, των Ρουμάνων όλων που υποφέρουν πάνω σ΄ αυτή τη γη, τώρα και στους αιώνας των αιώνων, δεν  θα είναι αρκετή για αυτούς τους προδότες του γένους. Έτσι μέσα στη σιωπή και σε μια ατμόσφαιρα γενικής ηττοπάθειας, ολοκληρωνόταν αυτή η πράξη της έσχατης εθνικής προδοσίας.

[…]capitanul-miscarii-legionare-corneliu-zelea-codreanu

Τότε προετοίμασα ένα μανιφέστο, προοριζόμενο για τους κατοίκους του Ιασίου, καλώντας όλους τους Ρουμάνους σε μια εκδήλωση διαμαρτυρίας μέσα στο χώρο του Πανεπιστήμιου. Η είδησης της παραχώρησης των δικαιωμάτων στους Εβραίους διαδόθηκε σε κάθε σπίτι σαν αστραπή. Η πόλη ήταν ανάστατη.

Η κρατική εξουσία, ο στρατός και οι δυνάμεις της αστυνομίας είχαν αποπροσανατολιστεί εντελώς από την απότομη αλλαγή του σχεδίου αγώνα και του τρόπου της εκδήλωσής του, μια που ήσαν υποχρεωμένοι στη προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν τους διαδηλωτές να μετακινούνται από τη μια περιοχή της πόλης στην άλλη, γιατί οι διαδηλωτές μη έχοντας μόνιμο τόπο συγκέντρωσης κάθε μισάωρο περίπου εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν σε διάφορα σημεία μακριά το ένα από το άλλο. Η ομάδα που βρισκόταν κάτω από τις διαταγές μου συγκεντρώθηκε στο δυσκολότερο σημείο:  Podul Rosu (Socola) και Τigrul Cucului εκεί που η εβραϊκή αλαζονεία υποστήριζε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να μπει κανείς αντισημίτης διαδηλωτής, δίχως να τιμωρηθεί με τη ποινή του θανάτου. Εκεί δεν κατοικούσε κανένας Ρουμάνος. Χιλιάδες Ιουδαίοι είχαν ξυπνήσει και στριφογύριζαν σαν σε φωλιά ερπετών.
Όπου γίναμε δεκτοί με πυροβολισμούς απαντήσαμε και εμείς με πυροβολισμούς. Πράξαμε το καθήκον μας, ανατρέποντας κάθε τι που εμπόδιζε τη πορεία μας αποδεικνύοντας στο εβραϊκό στοιχείο, ότι το Ιάσιο, η αρχαιότατη πρωτεύουσα της Μολδαβίας, ήταν ακόμη ρουμανική και ότι από εκείνη αντλούσαμε τη δύναμη για να αγωνιζόμαστε, να ανεχόμαστε ή όχι, να αποφασίζουμε για ειρήνη ή για πόλεμο για τιμωρία ή για συγχώρεση.

 

Tην επόμενη ημέρα έφθασε στο Ιάσιο, σε βοήθεια των δύο συνταγμάτων, της αστυνομίας, της Jandarmeria και των Εβραίων, το ιππικό του Birlad και οι εφημερίδες της πρωτεύουσας κυκλοφόρησαν σε ειδική έκδοση: «Το Ιάσιο έζησε μια νύχτα και μία ημέρα επανάστασης». Αυτά ήταν όλα όσα μπορέσαμε να κάνουμε εμείς οι νέοι γι΄ αυτά ήμασταν ικανοί, τη στιγμή που μας είχαν ακουμπήσει τη θηλιά πάνω στους ώμους. Δεν συμπεριφερθήκαμε όμως με ταπεινότητα, με τη μοιρολατρία των σκλάβων, με δειλία. Και αυτή η συμπεριφορά έχει την αξία όρκου ιερού για μια ολόκληρη ζωή: να απαλλαγούμε από αυτό το βρόγχο, όσοι αγώνες και όσες θυσίες κι αν έπρεπε να υποστούμε. Την επόμενη ημέρα πήγα στην αστυνομική διεύθυνση, φέρνοντας φαγητό για τους συλληφθέντες. Εκεί ανακρινόταν ο συλληφθείς Julian Sirbu, με τη κατηγορία ότι ήταν ο συντάκτης του Μανιφέστου.
-Δεν είναι ο Sirbu  ο συντάκτης του Μανιφέστου. Είμαι εγώ!»

 
Μτφρ. Θεόδωρος Μανιάτης

https://storiacontroversa.blogspot.gr/2016/02/10.html


Η ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ

 

Η αναθεώρηση του άρθρου 7 του Συντάγματος και ιδιαίτερα η ευκολία με την οποία η Κυβέρνηση κατάφερε να επιβάλει τις απόψεις της γεννά έντονο προβληματισμό στην ομάδα των φοιτητών που συσπειρώνεται γύρω από τον Κοντρεάνου. Όλοι παραδέχονται ανοικτά ότι το πολιτικό Σύστημα στάθηκε πιο ισχυρό και πιο ευέλικτο από αυτούς. Διαδήλωσαν, έστειλαν υπομνήματα διαμαρτυρήθηκαν αλλά μάταια.  Στο παιχνίδι της γάτας με το ποντικό διάλεξαν το ρόλο του ποντικού και έχασαν.
Τί απομένει να γίνει;
Οι φωνές που υποστηρίζουν ότι οι  φοιτητικές κινητοποιήσεις πρέπει να σταματήσουν  γιατί δεν οδηγούν πουθενά πληθαίνουν. Οι φοιτητές οφείλουν να αποδεσμευτούν και να επιστρέψουν με το κεφάλι ψηλά στις αίθουσες.
Και μετά;
Ο Κοντρεάνου ζητά την άποψη του Μότα.

-Οι φοιτητές δεν μπορούν άλλο να αντισταθούν αυτό το φθινόπωρο, και προκειμένου να έχουμε μια άθλια συνθηκολόγηση όλων μας, ύστερα από ενός χρόνου αγώνα, είναι καλύτερο να τους προτρέψουμε να ξαναγυρίσουν στα μαθήματα, και εμείς που τους καθοδηγήσαμε να βάλουμε ένα τέλος, όπως αρμόζει στο κίνημα: θυσιάζοντας τις ζωές μας αλλά συμπαρασύροντας μαζί μας στη πτώση, όλους εκείνους που θα κρίνουμε περισσότερο ενόχους  για προδοσίας των ρουμανικών συμφερόντων. Θα προμηθευτούμε περίστροφα και θα τους πυροβολήσουμε, δίνοντας ένα τρομερό παράδειγμα που θα μείνει στη Ρουμανική μας ιστορία. Ότι και να πάθουμε μετά από αυτό -αν πεθάνουμε ή αν μείνουμε στη φυλακή για όλα μας τα χρόνια- δεν με ενδιαφέρει στο παραμικρό.

Πάνω σε ένα κομμάτι χαρτιού ονόματα γράφονται, σβήνονται και ξαναγράφονται σε διαφορετική σειρά. Μακρύς ο κατάλογος. Για κάθε όνομα ακούγονται κατηγορίες, απαριθμούνται εγκληματικές πράξεις και αξιολογούνται εν θερμώ. Μια λίστα με ονόματα σχηματίζεται. Ονόματα πολιτικών που είναι ή έχουν χρηματίσει υπουργοί ή θεσμοθετημένοι παράγοντες της χώρας. Από αυτούς ξεχωρίζουν 6. Συμπεριλαμβάνεται και ο Gheorghe Gh. Mârzescu, που κάλυψε διάφορες σημαντικές θέσεις στο Εκτελεστικό του Brătianu και ο οποίος ήταν προσωπικά υπεύθυνος για το πρόγραμμα χειραφέτησης των Εβραίων. Όλοι κρίνονται ομόφωνα ένοχοι για εγκλήματα εναντίον της Πατρίδας και η τιμωρία που τους αρμόζει, δεν μπορεί να είναι άλλη από την εσχάτη των ποινών.
Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής των στόχων έχει σειρά η οργανωτική διαδικασία. Οι «εκτελεστές» οργανώνονται σε «ομάδες εφόδου». Περισσότερο από ομάδες εφόδου στην πραγματικότητα πρόκειται για ομάδες αυτοκτονίας. Η εκτέλεση του στόχου δεν είναι αυτοσκοπός, αυτό που μετρά είναι η πράξη τιμωρίας με μια ξεκάθαρη μεταφυσική έννοια. Δεν πρόκειται για δολοφόνους που θα ξεπηδήσουν από το πουθενά, θα εκτελέσουν μια πράξη τρομοκρατίας και θα επιστρέψουν ασφαλείς στο πουθενά. Έρχονται για να εκτελέσουν στο όνομα μιας μεταφυσικής εντολής έναν εχθρό της Πατρίδας να εκπληρώσουν το χρέος τους απέναντι στο ίδιο τους το γένος και να πεθάνουν. Δεν υπάρχει ούτε προβλέπεται δρόμος διαφυγής. Ο εκτελεστής πηγαίνει να αποδώσει τη δική του δικαιοσύνη και αδιαφορεί για τις συνέπειες. Δεν αφήνει γέφυρες πίσω του ικανές να τον οδηγήσουν σε δεύτερες σκέψεις.

Χρόνος πολύτιμος χάνεται με καινούριες συζητήσεις. Οι πρώτες γίνονται στο σπίτι του Butnaru στο Ιάσιο σε ένα διευρυμένο κύκλο συνωμοτών και στις 8 Οκτωβρίου 1923 συνεχίζονται για την λήψη των οριστικών αποφάσεων στο Βουκουρέστι στο σπίτι του Nicolae Dragos. […]

Απρόσκλητη μέσα στη νύκτα κάνει την εμφάνισή της η Αστυνομία. Κάποιος από τους συνωμότες προφανώς από αφέλεια ή συνειδητά έχει μιλήσει αν και όλα δείχνουν ότι η αστυνομία κρατά από ημέρες την επαφή με την ομάδα. Η αστυνομία δεν κρατά στα χέρια της μόνο τους συνωμότες αλλά και τα περίστροφα με τα οποία θα προχωρούσαν στην υλοποίηση της απόφασής τους. Δεν χρειάζονται περισσότερα στοιχεία. Τα αστυνομικά αυτοκίνητα μεταφέρουν τους συνωμότες στην Αστυνομική Διεύθυνση.

 

Αφηγείται ο Κορνήλιος Κοντρεάνου:
«Για αρκετή ώρα στην στάση αυτή σκεπτόμασταν. Εμείς που πριν λίγο ήμασταν ελεύθεροι άνθρωποι, περήφανοι και αποφασισμένοι να σπάσουμε τις αλυσίδες που φυλάκιζαν το γένος μας τώρα καταντήσαμε τελείως ανίσχυροι υποχρεωμένοι να στεκόμαστε ακίνητοι με τα πρόσωπα στραμμένα στον τοίχο επειδή έτσι θέλησαν μερικοί αστυνομικοί, με τις τσέπες άδειες σαν να ήμασταν πορτοφολάδες, δίχως κολάρα, γραβάτες, μαντίλια και δακτυλίδια. Από εκείνη την ώρα θα άρχιζαν τα μεγάλα μας μαρτύρια πού σιγά-σιγά θα μας ξέσκιζαν την ίδια μας την καρδιά. Αυτά τα μαρτύρια άρχιζαν με την ταπείνωσή μας. Πιστεύω πώς δεν υπάρχει μεγαλύτερο μαρτύριο για έναν άνθρωπο της δράσεως πού ζει για την υπερηφάνεια και την τιμή, από το να αφοπλίζεται και στην συνέχεια να ταπεινώνεται. Σε κάθε περίπτωση ο θάνατος είναι ασυγκρίτως προτιμότερος.

Στην συνέχεια οδηγηθήκαμε σε μια αίθουσα με πάγκους και αφού καθίσαμε ο ένας από τον άλλο σε μια απόσταση πέντε μέτρων πλαισιωμένοι από τους αστυνομικούς πήραμε την διαταγή να μην κοιτάζει ο ένας τον άλλο. Σ’ αυτή την θέση παραμείναμε ώρες ολόκληρες. Τέλος άρχισαν να μας φωνάζουν έναν-έναν για ανάκριση, η οποία γινόταν σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο παρουσία του εισαγγελέως, του ανακριτού του στρατηγού Νικο­λεάνου καθώς και αντιπροσώπων κάποιων υπουργών. Τα χαράματα ήλθε και η δική μου σειρά. Εκεί μου έδειξαν μερικά γράμματά μου καθώς και δύο καλάθια πού μέσα βρισκόντουσαν όλα τα περίστροφα που είχαμε κρύψει σε σίγουρο μέρος. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως τα είχαν βρει. Σκεφτόμουν: Από πού έμαθαν για τα περίστροφα; Η ανάκριση άρχισε. Δεν γνώριζα αυτό πού οι άλλοι πριν από μένα είχαν καταθέσει γιατί δεν είχαμε προλάβει να συνεννοηθούμε. Ποτέ δεν μπορούσαμε να φανταστούμε κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό αφού πρώτα στάθμισα την κατάσταση πήρα την απόφαση πού θεωρούσα καλύτερη. Μια στιγμή δισταγμού.

Όταν μου έκαναν την πρώτη ερώτηση τρία λεπτά μετά από την είσοδο μου εκεί μέσα, δεν μπορούσα ακόμη να εκτιμήσω την θέση πού είχα βρεθεί και συνεπώς να πάρω μια απόφαση. Ήμουν εξαντλημένος από την κούραση και την ψυχική ταραχή γι’ αυτό όταν μου ζήτησαν να απαντήσω, είπα:

-Κύριοι, σας παρακαλώ να μου δώσετε χρόνο ενός λεπτού πριν απαντήσω.

Το πρόβλημα ήταν: ν’ αρνηθώ ή να μην αρνηθώ; Σ’ αυτό το λεπτό συγκέντρωσα όλες τις πνευματικές και ψυχικές μου δυνάμεις και πήρα την απόφαση να μην αρνηθώ. Να ομολογήσω την αλήθεια! Δίχως φόβο ή δισταγμό. Αντίθετα υπερβάλλοντας τις πραγματικές μας διαθέσεις.

-Ναι τα περίστροφα είναι δικά μας. Σκοπεύαμε να εκτελέσουμε τούς υπουργούς, τούς Ραβίνους και τους Εβραίους μεγαλοτραπεζίτες.

Αμέσως άρχισα να τους ονομάζω με πρώτο και καλύτερο τον Αλεξάντρου Κωσταντινέσκου και τελειώνοντας με τους Εβραίους Μπλάνκ Φίντελρμαν, Μπερκοβίτσι, Χόνιγκμαν όλοι οι παρευρισκόμενοι γούρλωσαν τα μάτια παρασυρμένοι από την φρίκη. Από την στάση τους κατάλαβα πώς οι άλλοι σύντροφοι Πού είχαν ανακριθεί πριν από μένα είχαν αρνηθεί τα πάντα.

-Και για ποιο λόγο κύριε θέλατε να τούς εκτελέσετε;

-Τους πρώτους γιατί πούλησαν την χώρα τους. Τούς δεύτερους επειδή είναι εχθροί και διαφθορείς.

-Και δεν μετανιώσατε;

-Δεν μετανιώσαμε. Αν εμείς πέσουμε, μικρό το κακό. Πίσω μας είναι χιλιάδες πού έχουν την ίδια γνώμη με μας.

 

Λέγοντας τις φράσεις αυτές ένοιωσα πως απελευθερωνόμουν από το αίσθημα της ταπείνωσης. Αν τα είχα αρνηθεί θα βυθιζόμουν περισσότερο. Τώρα στηριζόμουν πάνω στην πίστη μου την ίδια πίστη που με είχε φέρει ως εδώ και αντιμετώπιζα υπερήφανα την θλιβερή μοίρα που με περίμενε και εκείνους πού έμοιαζαν σαν τ’ αφεντικά που θα έκριναν την ζωή ή τον θάνατό μου. Αρνούμενος θα έπρεπε να κρατήσω μια στάση παθητική, προσπαθώντας να προστατεύσω τον εαυτό μου από τις κατηγορίες που θα μου απέδιδαν. Στην δίκη που θα ακολουθούσε με βάση τις γραπτές αποδείξεις πού είχαν στα χέρια τους, θα έπρεπε να γίνουμε μάρτυρες μιας ντροπιασμένης και οδυνηρής καταστάσεως, θα έπρεπε να αρνηθούμε τα ίδια μας τα γραπτά, την ίδια μας την πίστη, την αλήθεια. Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με την συνείδησή μας και την τιμή ολόκληρου του κινήματος. Σαν αντιπρόσωποι ενός μεγάλου φοιτητικού κινήματος δεν θα έπρεπε μήπως να έχουμε το κουράγιο και την υπευθυνότητα των πράξεων και των ιδεών μας; Τέλος μ’ έβαλαν να υπογράψω την κατάθεση που είχα συντάξει με τα ίδια μου τα χέρια. Την υπέγραψα.

Μετά την κατάθεσή μου οι αστυνομικοί με οδήγησαν σ’ ένα υπόγειο και με κλείδωσαν μέσα. Κατάλαβα πως οι σύντροφοί μου βρισκόντουσαν στα διπλανά κελιά. Χτύπησα τον τοίχο με την γροθιά μου και ρώτησα ποιος ήταν. Άκουσα να απαντούν: «ο Μότα». Ξάπλωσα στο σανίδι με πρόθεση να κοιμηθώ μια που ήμουν εξουθενωμένος από την κούραση, αλλά επειδή δεν είχα παλτό κρύωνα και άρχισα να τρέμω Έπειτα άρχισαν να «με τρώνε» οι ψείρες. Κυκλοφορούσαν κατά δεκάδες. Γύρισα το σανίδι ανάποδα αλλά αυτές ξανανέβηκαν. Αυτή η προσπάθεια να αναποδογυρίζω την σανίδα συνεχίστηκε μέχρι το πρωί. Άκουσα θόρυβο στην πόρτα• ήλθαν, μας έβγαλαν όλους έξω και έπειτα ο καθένας ξεχωριστά επιβιβαστήκατε σε αυτοκίνητα συνοδευόμενοι από τέσσερις χωροφύλακες. Τα αυτοκίνητα ξεκίνησαν το ένα πίσω από το άλλο.

Όλοι μας βασανιζόμασταν από το ίδιο ερώτημα: Πού πηγαίνουμε; Διασχίσαμε αρκετούς άγνωστους δρόμους με τούς ανθρώπους πίσω μας να χαζεύουν. Βγαίνοντας από την Πρωτεύουσα τα αυτοκίνητα σταμάτησαν μπροστά από μια μεγάλη πόρτα πού πάνω της υπήρχε η επιγραφή «Φυλακές Βουκουρεστίου». Μας κατέβασαν και με την απειλή της ξιφολόγχης μας τοποθέτησαν σε μια απόσταση δέκα μέτρων τον ένα από τον άλλο. Από μέσα ακουγόταν θόρυβος από κλειδαριές και αλυσίδες. Τα μεγάλα πορτόφυλλα άνοιξαν. Μας οδήγησαν πάνω στην διεύθυνση και εκεί μας κοινοποίησαν τα εντάλματα της συλλήψεως. Τότε συνειδητοποιήσαμε πώς είχαμε συλληφθεί με την κατηγορία της «συνωμοσίας ενάντια στην ασφάλεια του Κράτους». Προβλεπόμενη ποινή: Καταναγκαστικά έργα.

_zelea_codreanu_si_juratii_0

 

Οδηγηθήκαμε σε μια άλλη αυλή στην οποία δέσποζε μια ψηλή εκκλησία που βρισκόταν στο κέντρο. Γύρω υπήρχαν τοίχοι και δίπλα σ’ αυτούς κελιά και δωμάτια. Μου δώσανε ένα κελί στο βάθος, που είχε διαστάσεις 1Χ2 και με κλείδωσαν. Μέσα υπήρχε μόνο ένα ξυλοκρέβατο δίπλα στην πόρτα. Στον τοίχο ένα καγκελόφραχτο παράθυρο. Αναρωτιόμουν που να είχαν τους άλλους. Έπειτα ξάπλωσα στο σανίδι και αποκοιμήθηκα. Δύο ώρες αργότερα ξύπνησα τρέμοντας: Έκανε κρύο και στο κελί δεν έμπαινε ούτε μια ακτίνα ήλιου. Κοίταξα γύρω μου ζαλισμένος, δεν μπορούσα να πιστέψω πως βρισκόμουν εκεί μέσα. Είπα στον εαυτό μου: «Ποιος θα το φανταζόταν πως θα έφτανες στην κατάσταση αυτή.»

Ένα κύμα λύπης έσφιξε την καρδιά μου. Δεν κράτησε πολύ. Παρηγορήθηκα με την σκέψη ότι «Υποφέρουμε για το γένος». «Έπειτα για να ζεσταθώ άρχισα να κάνω ασκήσεις γυμναστικής. Γύρω στις 11 άκουσα βήματα. Η πόρτα άνοιξε και φάνηκε ένας φύλακας.’ Ήταν βλοσυρός και είχε γένια. Κοιτώντας με μια κακία μου έδωσε μαύρο ψωμί και μια γαβάθα σούπα.

Τον ρώτησα:

– Κύριε φύλακα, μήπως μπορείτε να μου δώσετε ένα τσιγάρο;

-Δεν έχω.

Έφυγε κλειδώνοντας, πίσω του την πόρτα. Έσπασα το μαύρο ψωμί και ρούφηξα μερικές κουταλιές σούπας. Ακούμπησα μετά την γαβάθα στο πάτωμα και προσπά­θησα να συγκεντρωθώ. Δεν μπορούσα ακόμα να καταλάβω πως μας είχε συλλάβει η αστυνομία. Μήπως από λάθος κανείς μας είχε προδοθεί. Μήπως κάποιος μας είχε προδώσει; Άκουσα πάλι βήματα. Κοίταξα από το παράθυρο. «Ένας παπάς και αρκετοί κύριοι πλησίασαν στην πόρτα μου και άρχισαν:

-Λοιπόν κύριοι, πώς είναι δυνατόν εσείς, παιδιά μορφωμένα, να κάνατε κάτι τέτοιο;

Προκειμένου να μην χαθεί o Ρουμάνικος λαός πού αυτή την στιγμή πολιορκείται από τους Εβραίους και υποκύπτει από την προδοσία, την διάβρωση και τα καμώματα των αρχηγών του είναι πιθανό κι αυτό που κάναμε.

-Όμως είχατε τόσους νόμιμους δρόμους!…

Προσπαθήσαμε να χρησιμοποιήσουμε τους νομίμους δρόμους πριν να φτάσουμε εδώ. Αν είχε μείνει ανοικτός έστω και ένας τώρα δεν θα βρισκόμασταν μέσα σ’ αυτά τα κελιά.

-Και τώρα νοιώθετε καλά; Θα πρέπει να υποφέρετε για την πράξη σας.

Ίσως απ’ αυτά τα βάσανα να γεννηθεί κάτι καλύτερο για το γένος μας.

Έφυγαν. Γύρω στις 4 ήλθε ένας φύλακας και μου έφερε μια σκουληκοφαγωμένη κουβέρτα και ένα σακί παραγεμι­σμένο με άχυρα για στρώμα. Τα τακτοποίησα όσο μπορούσα καλύτερα. Έφαγα λίγο ψωμί και ξάπλωσα».

[…]

Η Πολιτεία κρατά τα προσχήματα. Ακολουθώντας τους δρόμους της νομιμότητας τον λόγο έχει τώρα ο εισαγγελέας που θα αποφασίσει για την προφυλάκιση ή όχι των υπόπτων. Ανάμεσα όμως στις φυλακές και στο γραφείο του εισαγγελέα το επίσημο κράτος οργανώνει μια φιέστα με σκοπό να τους ταπεινώσει ακόμα περισσότερο, τους υποχρεώνει να πάνε πεζή , σιδηροδέσμιοι σαν κοινοί κακοποιοί, κυκλωμένοι από ένοπλους στρατιώτες. Λίγες οι φωνές της συμπαράστασης, πολλές οι βρισιές και οι ειρωνείες των ευυπόληπτων πολιτών ανεξαρτήτου θρησκεύματος.

Όπως είναι αναμενόμενο ο Εισαγγελέας αποφασίζει την προφυλάκιση όλων.

[…]

Δύο μήνες περίπου μετά την σύλληψη τους έρχονται οι πρώτες αποφυλακίσεις. Η αρχή γίνεται με τους Ιοn Κοντρεάνου (πατέρα του Κορνήλιου) και Danulescu. Λίγες ημέρες μετά ακολουθούν οι Dragos, Bandac, Breazu και Vernicescu. Στις φυλακές παραμένουν ο Κορνήλιος Κοντρεάνου και άλλοι πέντε σύντροφοι που πρέπει να δικαστούν με την κατηγορία της «συνωμοσίας ενάντια στην ασφάλεια του Κράτους». Η δίκη που ακολουθεί έχει ένα επίλογο καταπληκτικό.

Ο Codreanu, παρουσιάζεται μπροστά στους δικαστές του ντυμένος με την παραδοσιακή ενδυμασία. Αντιμετωπίζει με θάρρος τις κατηγορίες αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου την ευθύνη του εγχειρήματος και αποδεικνύει την αναγκαιότητα της πράξης του. Από την άλλη πλευρά η Κυβέρνηση αντιλαμβάνεται ότι οι ταραχές στον φοιτητικό χώρο μπορούν να προκαλέσουν άλλες ανεξέλεγκτες καταστάσεις και βιάζονται να προλάβουν.
Βασικός στόχος η διάλυση του φοιτητικού κινήματος.

Η καρδιά του κινήματος χτυπά στο Ιάσιο και το Ιάσιο χρειάζεται έναν αστυνομικό Διευθυντή ικανό να επιβάλλει την τάξη. Ο Υπουργός των Εσωτερικών τον βρίσκει στο πρόσωπο του Manciu. Από την πρώτη ημέρα του διορισμού του στο Ιάσιο ο Manciu δείχνει σε όλους τις πραγματικές του διαθέσεις. Με εντολή του στις 10 Δεκεμβρίου η αστυνομία εισβάλλει στο Πανεπιστήμιο. […]

Στις 15 Δεκεμβρίου οι φυλακισμένοι εδώ και 60 ημέρες σύντροφοι Μotza, Girneatza, Tudose Popescu και Rado Mironovici ξεκινούν απεργία πείνας και δίψας. Αποτελεσματικό όπλο πίεσης. Μπροστά στον κίνδυνο να αναδειχθούν σε μάρτυρες και σύμβολα του φοιτητικού αγώνα η κυβέρνηση επιχειρεί να κάποιες διαπραγματεύσεις. Για τον Κοντρεάνου τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Αν οι σύντροφοι πεθάνουν στην φυλακή τον λόγο θα τον έχουν τα περίστροφα. Μια έκκληση στους δρόμους του Ιασίου προειδοποιεί:

 

«Ο Θεός προίκισε τους νέους αυτούς, τον ανθό και το μέλλον της χώρας, ανάμεσα στα άλλα και με ατσαλένια θέληση. Για τον λόγο αυτό η απόφασή τους να πεθάνουν από ασιτία και δίψα για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στις αδικίες που επιτελούνται σε βάρος τους και ενάντια στη υποδούλωση του γένους στους Εβραίους -με την μεσολάβηση ορισμένων πολιτικάντηδων- δεν είναι αστείο, αλλά σοβαρή απόφαση.

Ελευθερία ή θάνατος!

Αδέλφια Ρουμάνοι Θα περιμένουμε με χέρια σταυρωμένα να δούμε σε δύο τρεις ημέρες να περνούν μπροστά μας τέσσερα φέρετρα με τα λείψανα των ηρώων αυτών;»

Με πρόσχημα τις άγιες ημέρες των Χριστουγέννων οι φοιτητές αποφυλακίζονται!

 

Θεόδωρος Μανιάτης

https://storiacontroversa.blogspot.gr/2013/07/10.html


 

ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ 1926
Ο ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

 

[…] H πτώση της Κυβέρνησης των φιλελεύθερων και ο σχηματισμός καινούργιας Κυβέρνησης από τον Στρατηγό Αβαρέσκου στις 30 Μαρτίου 1926 ανοίγουν και πάλι τον δρόμο για καινούργιες εκλογές που προσδιορίζονται για το μήνα Μάιο.

Από την Γαλλία ο Κοντρεάνου νοιώθει, ότι δεν μπορεί να λείψει από αυτή την ιστορική ώρα, όπου ο Σύνδεσμος για πρώτη φορά θα δοκιμάσει τις αντοχές του σε ένα προεκλογικό αγώνα. Με επιστολή του στον Καθηγητή Κούζα τον ενημερώνει για τη πρόθεσή του επιστρέψει στη Πατρίδα και επιπλέον του ζητά να τον διευκολύνει με το αντίτιμο ενός εισιτηρίου επιστροφής. Για λόγους, που είναι εύκολο να εξηγηθούν εκ των υστέρων, ο Καθηγητής τηρεί στάση σιωπής που δίκαια ερμηνεύεται σαν πράξη αδιαφορίας. Ο Κοντρεάνου υποβάλλει το ίδιο αίτημα στο Hristache Solomon από τη Φωξάνη. Αυτή τη φορά ο σύντροφος ανταποκρίνεται αμέσως με το ποσό των 10.000 λέυ.

 

Αφηγείται ο Κορνήλιος Κοντρεάνου:
«Έφθασα στο Βουκουρέστι στις αρχές Μαΐου, στο αποκορύφωμα της προεκλογικής περιόδου. Παρουσιάστηκα στο καθηγητή που δεν φάνηκε να χάρηκε ιδιαίτερα που με είδε. Μου είπε ότι δεν έπρεπε να μετακινηθώ γιατί το κίνημα βάδιζε καλά και δίχως εμένα. Ένοιωσα πόνο αλλά δεν άφησα να με πάρει από κάτω. Σε μια οργάνωση καμία δυσαρέσκεια δεν πρέπει να πηγάζει από μια παρατήρηση του αρχηγού, μπορεί να είναι δίκαιη μπορεί να είναι και άδικη, αλλά η δυσαρέσκεια δεν πρέπει να υπεισέρχεται. Αυτή είναι η αρχή στη οποία πρέπει να προσαρμόζεται κανείς όταν γίνεται μέλος μιας οργάνωσης».

 

Μη αφήνοντας τα αισθήματά του να επηρεάσουν την πίστη και την αφοσίωση στο πρόσωπο του Αρχηγού του, ο Κοντρεάνου εγκαταλείπει το Βουκουρέστι. Σχεδιάζει να κάνει μια διακριτική ανίχνευση εδάφους σε κάποιες από τις εκλογικές περιφέρειες στις οποίες εκτίθενται αγαπημένοι σύντροφοι του, αρχή κάνοντας από το Dorohoi όπου δίνει ένα δυναμικό, αξιοπρεπή προεκλογικό αγώνα ο καθηγητής Σουμουλεάνου. Ενάντια στην απόφαση του Κούζα ο Καθηγήτής Παουλέσκου που εκτιμά ιδιαίτερα τη μαχητικότητα και τα ηγετικά προσόντα του νεαρού φοιτητή, παρεμβαίνει με μία αντιπρόταση. Γιατί να μη διευρύνουν τη παρουσία τους σε μια ακόμη εκλογική περιφέρεια, όπως εκείνη του Judetul Putna στη Μολδαβία; Σε εκείνα τα μέρη ο Κοντρεάνου είναι αρκετά γνωστός. Ο κόσμος ακόμη μιλά για την επιτυχημένη εκδήλωση στο Ciorăști περίπου ένα χρόνο πίσω στη διάρκεια της οποίας πραγματοποιήθηκε με ανάδοχο τον ίδιο τον Κοντρεάνου, ομαδική βάπτιση 100 παιδιών.

Το σχέδιο για την υποψηφιότητα Κοντρεάνου σπεύδει να υποστηρίξει ανεπιφύλακτα και ο Στρατηγός Macridescu. Επίσημα τουλάχιστον ο Σύνδεσμος δεν προβάλλει αντιρρήσεις. Έδρα της εκλογικής περιφέρειας και του προεκλογικού αγώνα, η Φωξάνη.

«Νάμαι λοιπόν στην πλέον δυσάρεστη και λιγότερο επιθυμητή εκείνη θέση να ζητιανεύω ψήφους για το άτομό μου… Πού; Μέσα σε ένα  κόσμο που ιδιαίτερα τη στιγμή κατά την οποία όφειλε να διακατέχεται από τα πλέον αγνά αισθήματα, προκειμένου για τη χώρα και για το μέλλον της, έχει παραλύσει από το ποτό, που προσφέρουν απλόχερα οι κομματικοί παράγοντες και βρίσκεται στο έλεος των παθών που πηγάζουν από το κακό πνεύμα των πολιτικάντιδων. Είναι στιγμές κατά τις οποίες, στην ήρεμη ζωή των χωριών, διαχέεται η κοινοβουλευτική μόλυνση.»

 

Στη Φωξάνη τα προβλήματα που αναζητούν τη λύση τους είναι πολλά και δύσκολα. Η υποψηφιότητα Κοντρεάνου δημιουργεί δυσαρέσκεια και εχθρότητα στους κύκλους των παραδοσιακών κομμάτων. Ο Κοντρεάνου πληροφορείται, όχι δίχως έκπληξη, πως για να ξεκινήσει τη προεκλογική εκστρατεία του στη συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια Judetul Putna πρέπει διαθέτει ειδική άδεια με την υπογραφή του στρατιωτικού διοικητή τη φρουράς. Είναι αλήθεια ότι δεν δυσκολεύεται να πάρει την άδεια αλλά πολύ σύντομα αντιλαμβάνεται πως εκείνο το κομμάτι χαρτί με σφραγίδα και υπογραφή δεν έχει τη παραμικρή πρακτική αξία. Στη διάρκεια της πρώτης τους εξόρμησης προς το λαό, μόλις 500 μέτρα έξω από τη πόλη της Φωξάνης το αυτοκίνητό που μεταφέρει το Κοντρεάνου και τους συνεργάτες του υποχρεώνεται να σταματήσει σε ένα μπλόκο της αστυνομίας.

Οι αστυνομικοί τους ζητούν δίχως ιδιαίτερες ευγένειες να κάνουν μεταβολή και να επιστρέψουν στη πόλη. Ο Κοντρεάνου νομίζει ότι θα παρακάμψει το πρόβλημα δηλώνοντας την ιδιότητά του και δείχνοντας το χαρτί της άδειας που προνοητικά κουβαλά μαζί του. Ακόμα και μετά από αυτές τις εξηγήσεις οι αστυνομικοί επιμένουν. Περισσότερο επιτακτικά τους καλούν να επιστρέψουν στη πόλη. Λόγο στο λόγο τα πράγματα οξύνονται, και φτάνουν σε αδιέξοδο. Ασφαλώς ο Κοντρεάνου αντιλαμβάνεται ότι η επιμονή των οργάνων πηγάζει από συγκεκριμένες διαταγές άνωθεν αλλά παρ΄ όλα αυτά και σε πείσμα όλων επιχειρεί να επιβάλει τη δική του λύση. Μια απεγνωσμένη προσπάθεια να διασπάσουν το μπλόκο εμβολίζοντας τα αστυνομικά οχήματα αποτυγχάνει άδοξα. Οι αστυνομικοί ανοίγουν πυρ εναντίον του αυτοκινήτου σπάζουν τους προβολείς και τρυπούν τα λάστιχα. Δίχως άλλα παρατράγουδα ο Κοντρεάνου και οι συνοδοί του εγκαταλείπουν το αυτοκίνητο στο σημείο και παίρνουν με τα πόδια το δρόμο της επιστροφής.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Πρώτη στάση στο γραφείο του στρατηγού που είχε υπογράψει την άδεια. Ο Κοντρεάνου καταγγέλλει το πρωτοφανές περιστατικό. Ο στρατηγός μοιάζει σα να μη πιστεύει λέξη αλλά μετά την επιβεβαίωση των λεγομένων του  από το  στρατηγό Μακριδέσκου, αυτόπτη μάρτυρα του επεισοδίου, δείχνει να δυσφορεί για να διαβεβαιώσει τέλος ότι ακόμα και στη περίπτωση που οι αστυνομικοί ενήργησαν με το τρόπο που του παρουσιάζουν,  δεν ενήργησαν σύμφωνα με δικές του διαταγές. Ίσως ο Νομάρχης γνωρίζει περισσότερα.

Από το γραφείο του στρατηγού στο γραφείο του Νομάρχη που ακούει στο όνομα Νitzulescu. Για μια ακόμη φορά ο Μακριδέσκου επιχειρεί να εξηγήσει στο Νομάρχη τη κατάσταση,  για μια ακόμη φορά ο Νομάρχης χάνεται σε αερολογίες και βερμπαλισμούς επικαλούμενος ύψιστα  εθνικά συμφέροντα που απαιτούν κατανόηση, αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Παρορμητικός, νοιώθοντας να το πνίγει η αδικία  ο Κοντρεάνου χάνει τον έλεγχο και μπαίνει στη μέση. Δηλώνει :

Ακούστε κ. Νομάρχη’ βλέπω πως δεν θέλετε να λογικευτείτε με το καλό. Αύριο το πρωί θα ξεκινήσω για το προεκλογικό αγώνα, και αν οι αστυνομικοί πυροβολήσουν ξανά εναντίον μου, θα έρθω εδώ στο γραφείο σου και θα πυροβολήσω εγώ εσένα.

Περισσότερο από δήλωση πρόκειται για μια αστόχαστη απειλή απέναντι σε ένα κρατικό λειτουργό. Η Δημοκρατία όμως ξέρει να υπερασπίζεται τον εαυτό της και πάνω από όλα δεν ανέχεται απειλές. Λίγη ώρα αργότερα λαμβάνει κλήση να παρουσιαστεί στο Στρατοδικείο. Ανακρίνεται, απολογείται γραπτά για τη συμπεριφορά ομολογώντας τα περιστατικά με κάθε λεπτομέρεια και τελικά προφυλακίζεται. Μέσα από το κελί κάποιας  στρατιωτική μονάδας ο Κοντρεάνου μετρά τις ώρες που περνούν ανεκμετάλλευτεςβκαι μετατρέπονται βασανιστικά σε ημέρες. Τη τρίτη ημέρα της κράτησής του τον πηγαίνουν με συνοδεία στο γραφείο του Στρατιωτικού Διοικητή.

-Κύριε Κοντρεάνου, λέει ο  στρατηγός, πρέπει να εγκαταλείψετε τη Φωξάνη.

-Στρατηγέ είμαι υποψήφιος εδώ. Και αυτό που μου ζητάτε είναι ενάντια στο νόμο. Βεβαιότατα δεν θα αντιταχθώ στην εντολή σας γιατί δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, αλλά σας παρακαλώ να μου δώσετε γραπτή εντολή.

-Δεν μπορώ να σας δώσω γραπτή εντολή.

-Τότε θα πάω στο Βουκουρέστι να σας καταγγείλω.

Ο στρατηγός δεν φαίνεται να ανησυχεί ιδιαίτερα από την απειλή. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να ξεφορτωθεί, ένα άτομο  που όλοι το θεωρούν ενοχλητικό. Κρατά χαμηλά τους τόνους. Είναι φανερό πως θέλει να καταλήξει σε μια συμφωνία μαζί του. Διαπραγματεύεται την ελευθερία του με ένα και μοναδικό όρο. Να μπει στο πρώτο τραίνο και να εξαφανιστεί. Δεν τον ενδιαφέρει που θα πάει. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να φύγει από την πόλη.

Ο Κοντρεάνου δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Παίρνει το τραίνο για τη Πρωτεύουσα και την επομένη ακριβώς ζητά ακρόαση από τον υπουργό των Εσωτερικών Octavian Goga. Ο υπουργός τον ακούει ευγενικά καταγράφει το αίτημα του και στο  τέλος τον διαβεβαιώνει ότι θα ενδιαφερθεί προσωπικά για τη περίπτωση και θα τον ειδοποιήσει. Αφού χάνονται  τέσσερις ακόμα πολύτιμες ημέρες περιμένοντας την απάντηση του υπουργού που όμως δεν φτάνει ποτέ, ο Κοντρεάνου αποφασίζει να επιστρέψει στη Φωξάνη. Φαίνεται ότι ο υπουργός δεν αδράνησε εντελώς. Ο στρατηγός υπογράφει μια καινούρια άδεια και διαβεβαιώνει ότι κανένα μπλόκο της αστυνομίας δεν πρόκειται να του κλείσει το δρόμο.

Επιτέλους δύο ημέρες πριν από τις εκλογές ο Κοντρεάνου ξεκινά με ενθουσιασμό τη προεκλογική του εκστρατεία. Στο πρώτο χωριό που σταματούν  αντιλαμβάνονται ο φόβος έχει φτάσει εκεί πρώτος , πολύ πριν από αυτούς. Αυτοί οι λίγοι που μαζεύονται έρχονται από περιέργεια οι περισσότεροι παρά από πεποίθηση. Η δύναμη της αστυνομίας διακριτική αλλά ισχυρή. Πριν πάρει το λόγο ο Κοντρεάνου ο επικεφαλής αξιωματικός  δηλώνει.

Σας επιτρέπεται να μιλήσετε για ένα λεπτό. Αυτή τη διαταγή λάβαμε.

«Μιλήσαμε ένα λεπτό και προχωρήσαμε παρακάτω. Σε κάθε χωριό, ένα λεπτό. Έρμη δικαιοσύνη και έρμη νομιμότητα αυτής μας της πατρίδας! Μου δίνουν δικαίωμα ψήφου, με καλούν να ψηφίσω, αν δεν πάω με τιμωρούν με πρόστιμο και αν πηγαίνω με ξυλοκοπούν με το έτσι θέλω! Οι ρουμάνοι πολιτικάντηδες είτε είναι φιλελεύθεροι, είτε Αβαρεσκιανοί είτε εθνικοαγροτικοί είναι μόνο μια συμμορία τυράννων οι οποίοι  προστατευόμενοι από τη «νομιμότητα», από την «ελευθερία και τα δικαιώματα του ανθρώπου», ποδοπατούν δίχως ντροπή και δίχως φόβο μια χώρα και όλους της τους νόμους, με όλες της τις ελευθερίες, με όλα της τα δικαιώματα». 

corneliu-zelea-codreanu5-1024x575

Οι εκλογές του 1926 που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους ανταποκριτές του ξένου τύπου χωρίς σοβαρά προβλήματα αποτελούν θρίαμβο για το Λαϊκό Κόμμα. Με 292 έδρες στη βουλή και 107 στη Γερουσία είναι παντοδύναμο. Ακολουθούν σε μεγάλη απόσταση οι Εθνικοαγροτικοί με 69 έδρες και μετά οι Εθνικοφιλελεύθεροι με 16. Έκπληξη των εκλογών ο πρωτοεμφανιζόμενος Σύνδεσμος της Εθνικοχριστιανικής άμυνας που καταλαμβάνει τη τέταρτη θέση κερδίζοντας 10 έδρες στη Βουλή. 

«Δύο ημέρες αργότερα πληροφορήθηκα, με μεγάλη ικανοποίηση τα εκλογικά αποτελέσματα σε ολόκληρη την χώρα. Ο Σύνδεσμος της Εθνικής συνείδησης είχε λάβει 120.000 ψήφους και έστελνε στο κοινοβούλιο 10 Βουλευτές. Από το Ιάσιο τους καθηγητές Cuza και Gavanescul, από το Dorohoi τον καθηγητή Sumuleanu, από το Radautzi τον πατέρα μου, από το Cimpul-Lung τον Paul Iliescu, από τη Suceava τον Καθηγητή Cirlan, από το Botosani τον Δόκτορα Haralamb-Vasiliu, από το Satul-Mare τον Valer Pop, από το Piatra-Neamtz τον μηχανικό Misu Florescu και από το Bacau τον Iuniu Lecca.  Επέστρεψα στη Γαλλία ευτυχής για το αποτέλεσμα αλλά ένα ερώτημα με βασάνιζε. Με ποιο τρόπο θα καταφέρουμε να νικήσουμε, αν όλες οι κυβερνήσεις οργανώνουν τις εκλογές με παρόμοιο τρόπο, κάνοντας χρήση της διαφθοράς, της κλεψιάς και της κρατικής εξουσίας ενάντια στη λαϊκή θέληση;».

 

Θεόδωρος Μανιάτης

https://storiacontroversa.blogspot.gr/2015/10/13.html