Αφιέρωμα Κοντρεάνου, μέρος πρώτο: Νιώτη, Πόλεμος και Πρώτα Πολιτικά Βήματα

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΗΤΑΣ

 

O Corneliu Zelea Codreanu γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1899 στη καρδιά της Μολδοβλαχίας στο Husci κοντά στην ωραία πόλη του Ιασίου που πολλοί την χαρακτηρίζουν σαν την Φλωρεντία της Ρουμανίας. Τόπος καταγωγής της οικογένειας Codreanu φαίνεται ότι ήταν η τότε αυστροουγγρική επαρχία της Μπουκοβίνας και κάποιοι υποστηρίζουν ότι το επίθετο της οικογένειάς αρχικά ήταν Zelinski. Codru στα ρουμανικά σημαίνει δρυμός, δάσος και δεν είναι δίχως σημασία ότι μια μακριά σειρά προγόνων του μελλοντικού Αρχηγού της Σιδηράς στην συντριπτική τους πλειοψηφία ήσαν αγρότες και υλοτόμοι. Από τους ελάχιστους που ξέφυγαν από την δύναμη της οικογενειακής παράδοσης ήταν ο Ιon Zelea Codreanu πατέρας του μελλοντικού αρχηγού της Σιδηράς Φρουράς.

Τα γράμματα του άρεσαν περισσότερο και το λειτούργημα του δάσκαλου τον σαγήνευε. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει κατάφερε τελικά με επιμονή και υπομονή  να κάνει το όνειρο πραγματικότητα και τελικά να διοριστεί σαν καθηγητής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε κάποιο από τα γυμνάσια του Ιασίου. Όπως χιλιάδες νέοι που μεγάλωσαν και ανδρώθηκαν εκτός του ρουμανικού βασιλείου, έτσι και ο νεαρός Καθηγητής ήταν ένας ένθερμος εθνικιστής και από τα φοιτητικά του ακόμα χρόνια  είχε  αφιερωθεί ολόψυχα και με θρησκευτικό μάλιστα φανατισμό στην ιδέα της  ένωσης της Μπουκοβίνας με το υπόλοιπο Ρουμανικό Βασίλειο. Βαθύτατα πολιτικοποιημένο άτομο ο Ion Zelea Codreanu  από την πρώτη του κιόλας νεότητα έδωσε τους δικούς του αγώνες περισσότερο από παράνομα παρά από νόμιμα μετερίζια, υπέστη διώξεις και φυλακίσεις. Αυτό τον αγώνα τον συνέχισε με μεγαλύτερη μάλιστα ορμή και ποιοτική δύναμη  μέσα από φλογερά άρθρα και από την έδρα της τάξης. Δεν υπέστειλε τότε την σημαία του ακόμα και όταν οι οικονομικές ανάγκες της επιβίωσης της πολύτεκνης πλέον οικογένειας του ήταν άκρως πιεστικές ακόμα και όταν μια κάποια «σύνεση» θα είχε ευεργετικές συνέπειες στην επαγγελματική του ανέλιξη.

Ο Κοντρεάνου σε μικρή ηλικία μαζί με τον πατέρα του

 

 

Από αυτόν τον πατέρα, ο πρωτότοκος Κορνήλιος έμαθε να θεωρεί υπέρτατο αγαθό μια μεγάλη, ισχυρή , ελεύθερη και ευημερούσα πατρίδα, σε θέση να αγαπά τα παιδιά της – όλα τα παιδιά της – να τα νοιάζεται και να τα φροντίζει με την στοργή της Μάνας, να τα προστατεύει από κάθε κίνδυνο. Ονειρεύεται αυτήν την εθνική ολοκλήρωση, που θα ξαναφέρει κάτω από την τρίχρωμη εθνική σημαία τις σκλαβωμένες ακόμα πατρίδες. Ονειρεύεται μια ευτυχισμένη χώρα με ευτυχισμένους, χαρούμενους και εργατικούς ανθρώπους, μια Ρουμανία που ανήκει στους Ρουμάνους, αποκλειστικά στους Ρουμάνους.  Κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του ένα ήρωα λέει ένα παλιό γνωμικό. Κι αυτόν τον ήρωα μέσα του, κανείς δεν έχει κανένα δικαίωμα να σκοτώσει. Η αγάπη προς την Πατρίδα υπέρτατο αγαθό. Η εθνική ολοκλήρωση το μεγάλο όνειρο. Η απελευθέρωση των υπόδουλων αδελφών το μεγάλο χρέος. Ο αγώνας, ο σκληρός αδιάλλακτος αγώνας το μόνο μέσον.

 

Δεν είναι λοιπόν παράξενο που ο νεαρός Corneliu μυείται στην θρησκεία του Χρέους σε μια ηλικία τόσο τρυφερή, σε μια ηλικία που τα άλλα παιδιά ζουν ακόμα στον ανέμελο κόσμο των παιχνιδιών. Ανταριάζει η ψυχή κάθε φορά που συζητά  με τον πατέρα του για τα θέματα που έχουν να κάνουν με την Εθνική ολοκλήρωση. Κλείνει τα μάτια και ονειρεύεται  την μεγάλη χαρούμενη και ευτυχισμένη Πατρίδα. Περισσότερο από συζητήσεις πατέρα και γιου είναι συζητήσεις δύο συντρόφων στον κοινό αγώνα, όπου κάθε νουθεσία έχει πάντα την σημασία της στρατιωτικής προπαρασκευής. Χαμένος στην σοφίτα του σπιτιού, περνά ατέλειωτες ώρες διαβάζοντας και ξεφυλλίζοντας τα έντυπα με την φλογερή αρθρογραφία εμπνευσμένων διανοητών που κυκλοφορούσαν τότε παράνομα, χέρι-χέρι. Πρόκειται για ένα πλήθος εντύπων, προκηρύξεων και εφημερίδων που ο πατέρας του όλα αυτά τα χρόνια είχε συγκεντρώσει και ταξινομήσει με θρησκευτική ευλάβεια. Ένα πραγματικά επικίνδυνο ιδεολογικό οπλοστάσιο στο πατάρι ενός ταπεινού αγροτόσπιτου της επαρχίας.

great-romanian-men-corneliu-zelea-codreanu-iron-guard-romania-people-history-famous-romanians

 

Τα ηγετικά του προσόντα δεν ήταν τα μόνα που τον έκαναν να ξεχωρίζει από τα άλλα παιδιά της ηλικίας του ή και τα μεγαλύτερα ακόμα. Από τα πρώτα βήματα της εφηβείας εντυπωσιάζει η ευθύτητα της σκέψης, η  αίσθηση της οργάνωσης το βαθύτερο αίσθημα της Πίστης και της Τιμής και η αυστηρή συγκρατημένη μέχρι τα όρια του ασκητισμού ζωή. Προετοιμάζεται να σηκώσει στους ώμους του το βάρος του χρέους, σαν να είναι ο μόνος άνθρωπος, ο τελευταίος άνθρωπος από τον οποίο η Πατρίδα περιμένει την σωτηρία της.

 

Στην διαμόρφωση του χαρακτήρα του εξ ίσου καταλυτική στάθηκε η παρουσία και η μορφή της μητέρας του. Αν από τον πατέρα του διδάχτηκε το βαθύτερο και ουσιαστικότερο νόημα της φιλοπατρίας από την μητέρα του Elizabeth Brunner μυήθηκε στην καλλιέργεια της πειθαρχίας και πάνω από όλα στην χριστιανική αγάπη για τον συνάνθρωπο. Τίποτα δεν μπορεί να γίνει δίχως την Θέληση και την βοήθεια του Θεού, Ο Θεός από ψηλά βλέπει τους καλούς και τους ενάρετους, τους δίνει κουράγιο να ξεπεράσουν τα εμπόδια της ζωής, τους δείχνει τον δρόμο της αρετής όταν τους βλέπει κυκλωμένους από πειρασμούς. Ο δρόμος για την δόξα του Θεού περνά από τον δρόμο για την δόξα και την ευημερία της Πατρίδας. Η βαθιά Θρησκευτικότητα από τη μια, η έννοια του Χρέους δίχως όρια απέναντι σε μια πατρίδα που υποφέρει από την άλλη, δημιουργούν πάντα εκρηκτικά κοκτέιλ σε θέση να ανατινάξουν Αυτοκρατορίες και Αυτοκράτορες μαζί. Αυτή η Θρησκευτική έννοια του Χρέους, απέναντι στην Πατρίδα και το Γένος αποκτά στην ψυχή του έφηβου μια καταπληκτική δυναμική. Δεν είναι δίχως σημασία ότι με δική του επιλογή – και αποδοχή φυσικά του πατέρα του – η εκπαίδευσή του περνά για πέντε ολόκληρα χρόνια μέσα από το στρατιωτικό λύκειο του Μοναστήρεα. Για τον Κοντρεάνου στάθηκε μια ανεπανάληπτη εμπειρία και όπως θα την συμπυκνώσει ο ίδιος μέσα σε δύο φράσεις.

«Εδώ, έμαθα να μιλώ λίγο. Εδώ έμαθα να αγαπώ τα χαρακώματα και να περιφρονώ τα Σαλόνια.» 

 

Θεόδωρος Μανιάτης

https://storiacontroversa.blogspot.gr/2011/07/blog-post_09.html


Ο ΠΟΛΕΜΟΣ 1916

 

Στις 27 Αυγούστου 1916 η Ρουμανία κάτω από τις συνεχώς αυξανόμενες πιέσεις της Αντάντ και τυφλωμένη από τις υποσχέσεις για άμεση ικανοποίηση των Εθνικών της Διεκδικήσεων μετά το τέλος του πολέμου, πείθεται να εγκαταλείψει την «ένοπλη» ουδετερότητα και πηδά απροετοίμαστη μέσα στη φωτιά του Μεγάλου πολέμου κηρύσσοντας τον πόλεμο στην Αυστροουγγαρία. Τόσο ο Βασιλιάς Φερδινάνδος όσο και ο Πρωθυπουργός Ιωνέλ Μπρατιάνου έχουν πάρει την κατηγορηματική διαβεβαίωση ότι οι σύμμαχοί τους όχι μόνο Θα εξουδετερώσουν άμεσα οποιαδήποτε απειλή εκ μέρους της γειτονικής Βουλγαρίας αλλά το σπουδαιότερο, θα εξασφαλίσουν στον Ρουμανικό στρατό με την βοήθεια της συμμάχου Ρωσίας την δυνατότητα μιας γρήγορης διείσδυσης στα διεκδικούμενα εδάφη της Τρανσυλβανίας. Περισσότερο συγκεκριμένα και σύμφωνα με το στρατιωτικό Σύμφωνο που υπογράφεται στο Βουκουρέστι ανάμεσα στη Ρουμανία και την Entente (14-27 Αυγούστου 1915) η Βουλγαρική απειλή όφειλε να εξουδετερωθεί άμεσα από μια μεγάλης έκταση επίθεση της Στρατιάς της Θεσσαλονίκης που ήδη βρισκόταν κάτω από την Διοίκηση του Στρατηγού Σαράιγ. Ταυτόχρονα ο ρωσικός στόλος θα αναλάμβανε την προστασία των ρουμανικών ακτών.

Από τις 4 Στρατιές που συγκροτεί η χώρα μόνο μία παρατάσσεται με μέτωπο τα ρουμανοβουλγαρικά σύνορα – και αυτό φανερώνει ξεκάθαρα ότι η ρουμανική στρατιωτική ηγεσία εφησυχασμένη από τις συμμαχικές διαβεβαιώσεις, έχει αποκλείσει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο ενός διμέτωπου αγώνα. Η Ρουμανία έχει την ψευδαίσθηση ότι είναι πανίσχυρη [1]. Στις 27 Αυγούστου (ν.η) και παρά το γεγονός ότι η επίθεση του Σαράιγ δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί η Ρουμανία κηρύσσει τον πόλεμο εναντίον της Αυστρίας και το ίδιο βράδυ τα στρατεύματά της αρχίζουν την διάβαση των Καρπαθίων και των Τρανσυλβανικών Άλπεων [2].Οι καμπάνες των εκκλησιών και τα πρωτόγονα βούκινα μεταφέρουν αστραπιαία την είδηση του πολέμου σε κάθε γωνιά της Ρουμανίας.

truth62z1-2m

 

Για τον δεκαεπτάχρονο Κοντρεάνου η ευκαιρία να πολεμήσει για την πατρίδα του έχει έλθει. Στο κέντρο στρατολογίας όπου παρουσιάζεται, ο αρμόδιος αξιωματικός προσπαθεί να του εξηγήσει ότι ο στρατός δεν δέχεται δεκαεπτάχρονους ούτε και σαν εθελοντές. Ο νεαρός έφηβος δεν απογοητεύεται. Ο νεανικός του ενθουσιασμός δεν μπορεί να δεχτεί ότι πάνω στη γη αυτή μπορεί να υπάρξει εμπόδιο σε θέση να τον κρατήσει μακριά από το Χρέος του. Μια σκέψη περνά από το μυαλό του. Ο πατέρας του που εδώ και μήνες βρίσκεται υπό τα όπλα υπηρετεί σαν διοικητής λόχου. Ασφαλώς θα δείξει μεγαλύτερη κατανόηση από ότι ο αξιωματικός της στρατολογίας και σίγουρα θα βρει τον τρόπο να «δικαιολογήσει» την παρουσία του σε κάποια μονάδα. Η ιδέα φαίνεται να κινείται στα όρια της αφέλειας αλλά ο νεαρός Κοντρεάνου είναι αισιόδοξος. Δεν απομένει παρά να ανακαλύψει την περιοχή που βρίσκεται το 25 Σύνταγμα Πεζικού στην οργανική δύναμη του οποίου βρίσκεται και ο λόχος του πατέρα του.

 

Είναι ακόμα οι πρώτες ημέρες του ενθουσιασμού και των ψευδαισθήσεων. Στα ανώτατα επίπεδα της στρατιωτικής μηχανής κανείς δεν φαίνεται να ανησυχεί για το γεγονός ότι οι ημέρες περνούν και κανείς δεν ασχολείται με την εξουδετέρωση την εχθρικής απειλής που θα εκδηλωθεί αναπόφευκτα από τον Νότο, από την πλευρά της Βουλγαρίας.

Οι συνέπειες είναι ραγδαίες και σε πολύ μεγάλο βαθμό αναμενόμενες [3]. Εκμεταλλευόμενες την ανεξήγητη απραξία του Σαράιγ οι δυνάμεις του Φον Μάκκενσεν, κινούμενες από το Βουλγαρικό έδαφος στρέφονται ενάντια στην 3η Ρουμανική Στρατιά του Στρατηγού Ασλάν. Με την σειρά τους οι Ρουμάνοι αιφνιδιάζονται και υποχωρούν αφήνοντας τον εχθρό να εισχωρήσει στη Δοβρουτσά. Πριν προλάβουν οι Ρουμάνοι να συνέλθουν από το πρώτο χτύπημα δέχονται αμέσως δεύτερο και μάλιστα ισχυρότερο. Στις 16 Σεπτεμβρίου η 9η Γερμανική Στρατιά του Συγκροτήματος φον Falkenhayn αντεπιτίθεται στον τομέα της Τρανσυλβανίας προς την κατεύθυνση της 1ης Ρουμανικής Στρατιάς που διοικεί ο Στρατηγός Αβαρέσκου. Στο μέσο της ρουμανικής διάταξης η Στρατιά που διοικεί ο Στρατηγός Κοάντα μπροστά στο κίνδυνο να βρεθεί κυκλωμένη αναδιπλώνεται. Στα δεξιά της η 4η Στρατιά που συνδέει το ρουμανικό μέτωπο με το ρωσικό υποχωρεί με την σειρά της κάτω από το συνδυασμένο σφυροκόπημα της 1ης Αυστροουγγρικής στρατιάς και της Στρατιάς του Νότου. Μέσα σ αυτή την κοσμογονία πατέρας και γιος συναντούνται κάπου στην κοιλάδα του Οituz. Το Σύνταγμα βρίσκεται σε πορεία προς το Βουνό Τσέρες Ντόμου. Όπως σωστά είχε υποθέσει ο έφηβος, ο σύντροφος καλοδέχεται τον σύντροφο. Η Ρουμανία έχει ανάγκη από όλα τα παιδιά της αυτή τη δύσκολη ώρα και η παρουσία του νεαρού Κοντρεάνου ευπρόσδεκτη. Πότε πλάι, πότε πίσω από τους στρατιώτες της πρώτης γραμμής σε ρόλο τραυματιοφορέα, αναζητά τους πληγωμένους, τους προσφέρει τις πρώτες βοήθειες, και όταν είναι δυνατό να μαζεύει τα όπλα των νεκρών και των τραυματισμένων.

Η παρουσία ενός ανήλικου στο Σύνταγμα, δεν περνά απαρατήρητη και προβληματίζει βαθύτατα τον Συνταγματάρχη Πιπερέσκου. Τρέμει η ψυχή του κάθε φορά που το δεκαεπτάχρονο παιδί φεύγει σε αποστολή. Φοβάται μήπως κάποια ημέρα συμβεί το κακό και για να το προλάβει, καλεί σε αναφορά τον λοχαγό Κοντρεάνου. Είναι εύκολο να υποθέσουμε τι μπορεί να συζήτησαν πίσω από τη κλειστή πόρτα λοχαγός και συνταγματάρχης. Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν το γεγονός ότι αμέσως μετά από αυτή τη συνάντηση, ο λοχαγός Κοντρεάνου παίρνει παράμερα τον νεαρό εθελοντή για να του μιλήσει αυτή τη φορά όχι σαν σύντροφος σε σύντροφο αλλά σαν πατέρας προς το παιδί του.

Στη μέση ο πατέρα του Κοντρεάνου
Στη μέση ο πατέρα του Κοντρεάνου

«Δεν θα ήταν φρόνιμο να γυρίσεις στο σπίτι; Μπαίνουμε σε καινούργια μάχη και δεν το βρίσκω λογικό να πεθάνουμε εδώ και οι δύο, γιατί η μητέρα μένει σπίτι με 6 μικρά, δίχως καμία βοήθεια. Κι αυτός ακόμα ο Συνταγματάρχης με κάλεσε για να μου πει ότι δεν θέλει να αναλάβει την ευθύνη της παραμονής σου στο μέτωπο».

 

Ότι είναι να γίνει πρέπει να γίνει αμέσως. Ο πρώτος ενθουσιασμός παραχωρεί τη θέση του στην απορία. Αυτός που πάντα φρόντιζε να δίνει το καλύτερο εαυτό του, τώρα με σκυφτό το κεφάλι ακούει να του λένε ότι δεν μπορεί να παραμένει άλλο ανάμεσά τους. Δεν πρέπει να νοιώθει ούτε άσχημα ούτε υποτιμητικά. Το χρέος του απέναντι στη πατρίδα που κινδυνεύει το έχει κάνει και με το παραπάνω, ο πόλεμος προβλέπεται μακρύς και οι ευκαιρίες στο μέλλον δεν θα λείψουν. Σε ένα φορτισμένο από τη συγκίνηση κλίμα ο νεαρός εθελοντής παραδίδει τη καραμπίνα του και τις σφαίρες του, αποχαιρετά τους συντρόφους και μέσα στη νύχτα παίρνει το δρόμο για το κοντινότερο σιδηροδρομικό σταθμό που απ ότι τον ενημερώνουν απέχει πάνω-κάτω 40 χιλιόμετρα.

Πίσω στην ασφάλεια της πατρικής κατοικίας ο Κοντρεάνου παρακολουθεί με αγωνία τις στρατιωτικές εξελίξεις που δυστυχώς για τα ρουμανικά όπλα παίρνουν δυσάρεστη τροπή. Η Ρουμανία υποχρεωμένη να διεξαγάγει ένα διμέτωπο αγώνα με μέτωπα που απέχουν μεταξύ τους 200 χιλιόμετρα χάνει οριστικά οποιαδήποτε τακτική πρωτοβουλία. Στις 19 Οκτωβρίου August von Mackensen επαναλαμβάνει την επίθεσή του στον τομέα της Δοβρουτσά. Τέσσερις ημέρες αργότερα, αμέσως μετά την κατάληψη της Κωστάντζα, ο August von Mackensen αιφνιδιάζει για μια ακόμη φορά στρέφοντας δύο από τις μεραρχίες του προς την κατεύθυνση του προελαύνοντος Φάλκενχάιμ. Στις 23 Νοεμβρίου στρατεύματα του Mackensen περνούν τον Δούναβη πολύ κοντά στη Sistova. Ο αιφνιδιασμός παραλύει κάθε διάθεση αντίστασης σε ένα εχθρό που σημαδεύει το ίδιο το Βουκουρέστι. Στις 30 Νοεμβρίου η 1η Στρατιά του Δούναβη και η 9η Στρατιά του Falkenhayn συνενώνονται κατά μήκος του ποταμού Αρτζές. Αποτελούν την τελευταία γραμμή άμυνας μπροστά από την Ρουμανική Πρωτεύουσα. Μπροστά σ΄ αυτό τον θανάσιμο κίνδυνο ο Βασιλιάς Φερδινάνδος και η Κυβέρνηση Μπρατιάνου εγκαταλείπουν το Βουκουρέστι και καταφεύγουν στο Ιάσιο την αρχαία πρωτεύουσα της Μολδαβίας. Προληπτικά ο ρουμανικός χρυσός που αντιπροσωπεύει 7.000.000.000 λέυ, φυγαδεύεται μυστικά με προορισμό τα θησαυροφυλάκια της Ρωσίας που είναι ακόμα Τσαρική. Στις 3 Δεκεμβρίου το ρουμανικό μέτωπο πίσω από τον ποταμό Αρτζές ανατρέπεται. Τρεις ημέρες αργότερα ο August von Mackensen μπαίνει θριαμβευτής στο ανυπεράσπιστο Βουκουρέστι. Παρά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της χώρας βρίσκεται κάτω από εχθρική κατοχή, τόσο ο Βασιλιάς όσο και η πολιτική ηγεσία αρνούνται να παραδεχτούν την ήττα. Τα άθλια υπολείμματα του Ρουμανικού στρατού καλούνται να συνεχίσουν τον αγώνα κατά μήκος μιας καινούργιας αμυντικής γραμμής στην Μολδαβία πάνω στον ποταμό Σερέτη.

 

Υποσημειώσεις

[1] Στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Πολέμου για το οικονομικό έτος 1913-14 είχαν εγγραφεί κονδύλια ύψους 81,6 εκατομμύρια lei και τον επόμενο χρόνο οι ανάγκες για εξοπλισμούς και πολεμικές δαπάνες τα κονδύλια αυτά έφθασαν στα 97,8 εκατομμύρια lei! Αυτά τα ποσά δείχνουν σχετικά καλά ότι η Ρουμανία είχε συναίσθηση των στρατιωτικών αδυναμιών της και αγωνιούσε πολύ για την ασφάλειά της. Σε σχέση με τον πληθυσμό του 1914 η χώρα επιστράτευσε ένα σημαντικότατο αριθμό ανδρών που έφταναν τις 750.000. Από αυτούς περισσότερους από τους μισούς πέθαναν στο πεδίο της μάχης και στα διάφορα στρατιωτικά νοσοκομεία εξ αιτίας των τραυμάτων τους.

[2]. Τα επακόλουθα είναι γνωστά. Ύστερα από αγώνες 4 μηνών η ήττα είναι πλέον αναπόφευκτη. Στις 6 Δεκεμβρίου εγκαταλείπεται η Πρωτεύουσα και η Κυβέρνηση με τον Βασιλιά καταφεύγουν στο Ιάσιο.

[3] Στις 27 Αυγούστου τρεις ρουμανικές στρατιές προωθούνται προς τα νότια Καρπάθια και την Τρανσυλβανία. Αιφνιδιασμένοι αρχικά οι Ουγγροαυστριακοί εγκαταλείπουν τις ορεινές τους θέσεις αλλά η έγκαιρη άφιξη ενισχύσεων (4 Μεραρχίες) σταματούν την προέλαση των Ρουμάνων. Παρά την ενίσχυση των Ρωσικών δυνάμεων στο βορρά με ελάχιστες όμως προμήθειες ο αγώνας βαλτώνει. Το επόμενο χτύπημα έρχεται από τον Νότο και την πολυεθνική δύναμη του Στρατηγού Auqust νοn Mackensen (γερμανοτουρκοβουλγαρική). Την 1η Σεπτεμβρίου η ρουμανική φρουρά του Turtucaia κυκλώνεται και παραδίδεται μετά από πολιορκία 5 ημερών. Στις 15 Σεπτεμβρίου το Πολεμικό Συμβούλιο θεωρεί μεγαλύτερο τον κίνδυνο που προέρχεται από τον νότο και αναστέλλει την επίθεση στην Τρανσυλβανία. Ένας καταπληκτικός ελιγμός σχεδιάζεται πάνω στους χάρτες αλλά στην πράξη εξελίσσεται σε απόλυτη αποτυχία. Στην πράξη το σχέδιο αποτυγχάνει Σκληρές μάχες δίνονται για να κρατηθεί ανοιχτή η σιδηροδρομική γραμμή που συνδέει τη Κωστάντζα με το Βουκουρέστι Στα βόρεια της χώρας η 4η Ρουμανική Στρατιά υποχωρεί δίχως να δέχεται αξιόλογη πίεση των Αυστροουγγρικών στρατευμάτων και από τις 25 Οκτωβρίου ο Ρουμανικός στρατός παντού βρίσκεται και πάλι πίσω από τα σύνορά του.

Στο μεταξύ ο Falkenhayn εξακολουθούσε τις προσπάθειές του να παραβιάσει τα ορεινά περάσματα που βρίσκονταν ακόμη στα χέρια του Ρουμανικού στρατού. Επισημαίνοντας το αδύνατο σημείο της ρουμανικής άμυνας στο Πέρασμα Vulcan στρέφει εναντίον του στις 10 Νοεμβρίου την ελίτ του Alpen Korρs στο οποίο υπηρετεί ένας νεαρός ανθυπολοχαγός που ακούει στο όνομα Εrwίn Rommel.

 

Θεόδωρος Μανιάτης

https://storiacontroversa.blogspot.gr/2013/05/2.html


H ΦΡΟΥΡΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

(Garda Conştiinţei Naţionale – GCN)

 

Το Φθινόπωρο του 1919 ο Κοντρεάνου εγκαταλείπει την οικογενειακή εστία και  μετακομίζει στην πόλη του Ιασίου όπου εγγράφεται στη Νομική Σχολή. Ανάμεσα στους δασκάλους του είναι και ένα πρόσωπο αγαπημένο, ο καθηγητής Κούζα (Alexandru C. Cuza).  Πιστός σύντροφος του πατέρα του, πατριώτης και ένθερμος Εθνικιστής. Το Ιάσιο είναι μια πόλη που από καιρό βρίσκεται σε αναβρασμό. Τα κοινωνικά προβλήματα που χρονίζουν  διογκώνουν την λαϊκή δυσαρέσκεια και ο άνεμος της επανάστασης φυσά πλέον δυνατός.

great-romanian-men-corneliu-zelea-codreanu-legionary-movement-iron-guard-romania-people-history-famous-romanians

Η εργατική μάζα του Ιασίου, που είχε περάσει σχεδόν στο σύνολό της στον κομμουνισμό ήταν έτοιμη να εξαπολύσει την επανάσταση. Στα εργοστάσια δούλευαν λίγο. Για ώρες ολόκληρες γίνονταν συγκεντρώσεις, συμβούλια συνελεύσεις. Πάνω από όλα έκαναν πολιτική. Βρισκόμασταν στο κέντρο ενός συστηματικού σαμποτάζ που εφαρμοζόταν σύμφωνα με την παρακάτω ακριβή διαδικασία: «Σπάστε, καταστρέψετε τα μηχανήματα, δημιουργήστε το καθεστώς της μιζέριας, υλικής και γενικής που θα οδηγήσει στην έκρηξη της επανάστασης».

Κάθε 3-4 ημέρες μεγάλες κομμουνιστικές διαδηλώσεις διέσχιζαν τους δρόμους του Ιασίου. 10-15.000 εργαζόμενοι πεινασμένοι και υποκινούμενοι από το εγκληματικό εβραϊκό χέρι της Μόσχας, διέσχιζαν τους δρόμους ψέλνοντας την Διεθνή και κραυγάζοντας «Κάτω ο στρατός», «Κάτω ο Βασιλιάς», υψώνοντας πανό στα οποία μπορούσε κανείς να διαβάσει «Ζήτω η Κομμουνιστική Επανάσταση», «Ζήτω η Σοβιετική Ρωσία».

Ένα βροχερό φθινοπωρινό βράδυ, καθώς ο νεαρός φοιτητής ξεφυλλίζει μια εφημερίδα, νοιώθει το βλέμμα του να σταματά σε μια μικρή ανακοίνωση. Μια πολιτική περιθωριακή ομάδα, που φέρει τον πομπώδη τίτλο: «Φρουρά της Εθνικής Συνείδησης» προσκαλεί κάθε ενδιαφερόμενο να πάρει μέρος στην προγραμματισμένη για την ίδια ημέρα ανοικτή συγκέντρωση φίλων και οπαδών. Η συγκέντρωση θα πραγματοποιηθεί στα γραφεία της οργάνωσης, στην Οδό Αλεξάνδρι αρ.3 στις 9 το βράδυ.

 

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κοντρεάνου ακούει για τη δράση αυτής της ομάδας που έχει σαν αρχηγό της ένας απλό υδραυλικό τον Costantin Pancu*. Μια απροσδιόριστη εσωτερική παρόρμηση οδηγεί τα βήματα του φοιτητή μέχρι τα γραφεία της οδού Αλεξάνδρι. Δεν πηγαίνει σαν απλός ακροατής, σαν περίεργος αργόσχολος. Πάει αποφασισμένος  να ενταχθεί, να μείνει και να αγωνιστεί για τις αξίες της ομάδας με τα πατριωτικά υπερσυντηρητικά χαρακτηριστικά. Πάει με πρόθεση για να πολεμήσει μέσα από τις τάξεις της για τη σωτηρία, της πατρίδας που βρίσκεται σε κίνδυνο.

romanian-men-corneliu-zelea-codreanu-iron-guard-romania-people-history-famous-romanians

 

«Δεν είμαι σε θέση να προσδιορίσω πότε ξεκίνησα τον αγώνα. Πιθανότατα σαν κάποιος που βαδίζοντας τον δρόμο του με τις δικές του έγνοιες, ανάγκες και σκέψεις αιφνιδιάζεται από την φωτιά που καταπίνει κάποιο σπίτι, πετά το σακάκι και ορμά να βοηθήσει αυτούς που είναι στο έλεος της φωτιάς».

 

«Παρουσιάστηκα, είπα ότι ήμουν φοιτητής και ζήτησα να γίνω δεκτός στην Φρουρά. Έγινα δεκτός και προέδρευσα της συγκέντρωσης. Συμμετείχαν περίπου 20 άτομα, ένας τυπογράφος, ο Voinescu, ένας φοιτητής, τέσσερις μηχανικοί του Κρατικού Μονοπωλίου, δύο από τους σιδηροδρόμους, μερικοί βιοτέχνες και εργάτες, ο δικηγόρος Victor Climesku κι ένας παπάς.»

 

Το κίνημα του Pancu θυμίζει σε μεγάλο βαθμό το κίνημα του Ντρέξλερ στο Μόναχο (DAP) και δεν είναι δύσκολο να καταγραφεί η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δύο εθνικιστικά κινήματα  που για την ώρα το ένα αγνοεί  την ύπαρξη του άλλου. Με μηδενική σχεδόν πιθανότητα λάθους μπορούμε να ισχυριστούμε ότι στην Ρουμανική περίπτωση ο εθνικός χαρακτήρας υπερισχύει εμφανέστατα του σοσιαλιστικού.

Από την αρχή ο αγώνας του Κοντρεάνου είναι διμέτωπος. Χωρίς να παραγνωρίζει τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύουν οι κομμουνιστές και οι Εβραίοι ή καλύτερα οι κομμουνιστοεβραίοι, επιχειρεί να εντοπίσει την πηγή του κακού που γεννά και αναπαραγάγει μια σειρά από εκφυλιστικά φαινόμενα που στρέφονται ενάντια σε κάθε τι το ρουμανικό. Οι κομμουνιστοεβραίοι θα ήσαν πρακτικά ακίνδυνοι, αν «καθαρόαιμοι»  Ρουμάνοι δεν καλλιεργούσαν από άγνοια ή από συμφέρον το  ιδανικό περιβάλλον για όλους αυτούς.

Δεν είναι παράξενο ότι από την αρχή ο αγώνας του νεαρού φοιτητή στρέφεται πρωταρχικά και με ιδιαίτερη μάλιστα ένταση, ενάντια σε όλους αυτούς που καλυπτόμενοι από τα εθνικά χρώματα στη πράξη ονειρεύονται μια τυραννική ολιγαρχία στις πλάτες του λαού. Καταγγέλλει τους «πατριώτες» που φωνάζουν «πατρίδα» – που όμως δεν αγαπούν, «Θεό» στον οποίο δεν πιστεύουν , «εκκλησία» στην οποία ποτέ δεν πατάνε το πόδι τους, «στρατό» τον οποίο στέλνουν απαρασκεύαστο στον πόλεμο. Εντοπίζει στα πρόσωπά τους, τους ηθικούς αυτουργούς που παρέδωσαν ανυπεράσπιστη τη χώρα στους εχθρούς της. Με τις πρακτικές τους, την αδιαφορία τους κυρίως και την ανεπάρκειά τους γέμισαν με φτώχεια και απόγνωση ένα περήφανο λαό.

Τάσσεται ανοικτά υπέρ της αγροτικής μεταρρύθμισης και καταγγέλλει την υπονόμευση που επιχειρούν στο θέμα αυτό οι μεγάλοι ιδιοκτήτες γης. Ο Κοντρεάνου εντοπίζει το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις. Σ΄ αυτόν που φωνάζει «Κάτω ο Κομμουνισμός» απαντά: «Δεν με προβληματίζει τόσο ο Κομμουνιστικός κίνδυνος όσο το γεγονός ότι οι εργάτες μας πεινάνε. Ο κομμουνισμός δεν σκοτώνεται σκοτώνοντας τον Κομμουνιστή αλλά εξαλείφοντας την πείνα και την δυστυχία του προλεταριάτου».

Όσο για τον Εβραϊκό κίνδυνο οι θέσεις του είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένες και δεν ξεφεύγουν από τα όρια της κοινής λογικής. Δεν ανησυχεί τόσο με τα εβραϊκά σχέδια να δημιουργήσουν πάνω σε ρουμανικό έδαφος την δική τους Παλαιστίνη, όσο με τους διεφθαρμένους Ρουμάνους πολιτικούς που είναι πρόθυμοι να διαπραγματευτούν και να προδώσουν για χάρη «αργυρίων. fc80e29eb756025c55e77c0a8c428b74

 

Πολύ σύντομα η αίθουσα της οδού Αλεξάντρι δεν είναι σε θέση να χωρέσει το πλήθος του κόσμου που έρχεται να ακούσει τον λόγο του νεαρού φοιτητή. Οι συγκεντρώσεις μεταφέρονται στη μεγάλη αίθουσα «Πρίγκιπας Mintea» όπου και πάλι δημιουργείται το αδιαχώρητο. Αρχίζουν να οργανώνονται δημόσιες ανοικτές συγκεντρώσεις και η μεγάλη πλατεία της Ένωσης κατακλύζεται από χιλιάδες άτομα. Ο καινούριος αυτός επαναστατικός  λόγος τραβά την προσοχή του Στρατηγού Alexandru Averescu ο οποίος ως επικεφαλής του Λαϊκού Κόμματος επιχειρεί να συνασπίσει γύρω του όλες αυτές τις πατριωτικές φωνές διαμαρτυρίας.

 

Μια καινούρια πολιτική κρίση αναστατώνει τη Ρουμανία. Αιτία το άρθρο 60 περί μειονοτήτων της Συνθήκης του Τριανόν. Η  Κυβέρνηση Μπρατιάνου παραιτείται σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Την 1 Οκτωβρίου 1919 ο Artur Vaitoianu του PNR σχηματίζει κυβέρνηση η  οποία καλείται να οδηγήσει την χώρα σε πολιτικές εκλογές. Από αυτές τις εκλογές οι μεγάλοι κερδισμένοι είναι το Αγροτικό Κόμμα και οι Εθνικιστές Δημοκράτες. Στις 9 Δεκεμβρίου, ύστερα από μια σειρά διαβουλεύσεων, αποφασίζουν να στηρίξουν την Κυβέρνηση του Τρανσυλβανού Alexandru Vaida-Voevod.

 

 

Υποσημειώσεις

* Ο Cuza από μια καθαρά πολιτικό-ιδεολογική άποψη θεωρείται από πολλούς μελετητές μέντορας και δάσκαλος του Κοντρεάνου. Στη πραγματικότητα ο πραγματικός δάσκαλος του Κοντρεάνου στάθηκε ο Constantin Pancu ο υδραυλικός με τις πολιτικές φιλοδοξίες. Δίπλα στο Pancu ο νεαρός φοιτητής μυήθηκε στη τεχνική της κατάκτησης των πεζοδρομίων έστω και από ολιγάριθμες ομάδες και πάνω από όλα στη διαχείριση της οργανωμένης βίας που μπορούσε να αγγίζει όταν οι συνθήκες το απαιτούσαν, τις παρυφές της τρομοκρατίας.

 

Θεόδωρος Μανιάτης

https://storiacontroversa.blogspot.gr/2011/07/h-garda-constiintei-nationale-gcn.html