Alfred Baeumler: Νίτσε και Εθνικοσοσιαλισμός

«…Ο Νίτσε και ο Εθνικοσοσιαλισμός βρίσκονται στην αντίπερα όχθη της γερμανικής αστικής τάξης. Τι σημαίνει αυτό;

 

Οι πνευματικές δυνάμεις που διαμόρφωσαν την γερμανική αστική τάξη κατά τους τελευταίους αιώνες είναι ο Πιετισμός, ο Διαφωτισμός και ο Ρομαντισμός. Ο Πιετισμός (Ευσεβισμός) ήταν το τελευταίο αληθινά επαναστατικό θρησκευτικό κίνημα μέσα στους κόλπους του Λουθηρανισμού. Βοήθησε τους ανθρώπους να βγουν από μία θλιβερή πολιτική πραγματικότητα και να ξαναβρούν τον εαυτό τους και τους συγκέντρωσε σε μικρούς κλειστούς κοινωνικούς κύκλους. Ήταν ένας θρησκευτικός ατομικισμός που ενδυνάμωσε την τάση για ατομική συνείδηση, για ψυχολογική ανάλυση και για εξέταση της βιοθεωρίας. Κάθε μη πολιτική, ξένη προς το κράτος τάση, έπρεπε οπωσδήποτε να βρει υποστήριξη και τροφή στην πιετιστική Γερμανία.

 

Ο εντελώς διαφορετικού τύπου ατομικισμός του Διαφωτισμού λειτούργησε επίσης προς την ίδια κατεύθυνση. Αυτός ο ατομικισμός δεν είχε θρησκευτικό – συναισθηματικό χαρακτήρα. Βασιζόταν στην λογική, ήταν λογικός, όμως ήταν ‘πολιτικός’ μόνο με την έννοια ότι αντιπαλευόταν το φεουδαρχικό σύστημα. Αδυνατούσε να προτάξει ένα σταθερό πολιτικό σύστημα από μόνος του και ήταν κατάλληλος μόνο για να στρώσει τον δρόμο για το οικονομικό σύστημα του καπιταλισμού. Ο άνθρωπος θεωρείτο μία ολότελα ατομική οντότητα, αποκομμένη από όλες τις παραδοσιακές σχέσεις και τους κανόνες, ένα πλασματικό άτομο που έδινε λόγο μόνο στον εαυτό του. 

 

Αντίθετα, ο Ρομαντισμός είδε τον άνθρωπο και πάλι υπό το φως των φυσικών και ιστορικών δεσμών του. Ο Ρομαντισμός έστρεψε το βλέμμα μας προς την νύχτα, το παρελθόν, τους προγόνους μας, προς τον μύθο και το Έθνος (Volk). Το κίνημα που οδήγησε από τον Χέρντερ στον Γκέρρες, στους αδερφούς Γκριμ, τον Άιχεντορφ, τον Άρνιμ και τον Σαβινιύ, είναι το μόνο πνευματικό κίνημα που παραμένει σήμερα ζωντανό. Είναι το μοναδικό κίνημα με το οποίο χρειάστηκε ο Νίτσε να παλέψει…

 

Όταν αποκαλούμε τον Εθνικοσοσιαλισμό μία κοσμοθεωρία, εννοούμε ότι όχι μόνο τα κόμματα της αστικής τάξης αλλά και οι ιδεολογίες τους έχουν αφανιστεί. Μόνο κακοπροαίρετοι μπορούν να ισχυριστούν πως όλα όσα έχουν δημιουργηθεί κατά το παρελθόν πρέπει να αναιρεθούν. Εμείς εννοούμε πως έχουμε αναθεωρήσει την σχέση μας με το παρελθόν μας, πως η θεώρησή μας έχει αποκαθαρθεί από ό,τι μπορεί να υπήρξε μεν αληθινά δυναμικό στο παρελθόν, είχε όμως επισκιαστεί από την ιδεολογία της αστικής τάξης. Με λίγα λόγια, έχουμε ανακαλύψει νέες προοπτικές κατανόησης της ουσίας της γερμανικής ύπαρξης. Είναι ακριβώς σε αυτό το σημείο που ο Νίτσε μάς πρόλαβε. Αντιλαμβανόμαστε τον Ρομαντισμό διαφορετικά από ό,τι εκείνος. Ωστόσο, η απολύτως προσωπική και μοναχική κατάκτησή του, η πλήρης αποκήρυξη της αστικής ιδεολογίας ως συνόλου, σήμερα αποτελεί κτήμα μίας ολόκληρης γενιάς.

 

Τα θεμέλια της χριστιανικής ηθικής – θρησκευτικός ατομικισμός, μία ενοχική συνείδηση, πραότητα, έγνοια για την αιώνια σωτηρία της ψυχής – είναι όλα απολύτως ξένα προς τον Νίτσε. Επαναστατεί ενάντια στην έννοια της μετάνοιας: «Δεν μου αρέσει αυτή η δειλία κάποιου απέναντι στις πράξεις του.  Δεν θα έπρεπε να αφήνει κάποιος τον εαυτό του στα κρύα του λουτρού προ της κυρίευσης από απροσδόκητη ντροπή ή εκνευρισμό. Περισσότερο νομίζω πως εδώ ταιριάζει ακραία αίσθηση υπερηφάνειας. Γιατί, σε τελευταία ανάλυση, ποιος ο λόγος! Καμία πράξη δεν σβήνεται με την μετάνοια.»

 

Αυτό που εννοεί εδώ δεν είναι ο υποβιβασμός της υπευθυνότητας, αλλά μάλλον η επίτασή της. Εδώ μιλάει ο άνδρας που γνωρίζει πόσο θάρρος, πόση υπερηφάνεια απαιτείται για να κρατηθεί ενώπιον της Μοίρας. Μέσω του amor fati (μοιρολατρίας), ο Νίτσε αναφέρθηκε περιφρονητικά στον χριστιανισμό και την ‘προοπτική της σωτηρίας’ που κομίζει. Δεν κατάλαβε ποτέ για ποιον λόγο θα έπρεπε να ‘λυτρωθεί’. Αυτή η θρησκεία της λύτρωσης είναι ξένη και πολύ ξέμακρη από την ιδιοσυγκρασία του. Ο ίδιος αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο μόνο ως πολεμιστή εναντίον της Μοίρας. Ένας τρόπος σκέψης που θεωρεί τον αγώνα και την εργασία μόνο ως τιμωρία, τού είναι εντελώς ακατάληπτος. «Η πραγματική μας ζωή είναι ένα λάθος, μία αποστασία, μία αμαρτωλή ύπαρξη, μία τιμωρία». Η λύπη, η μάχη, η εργασία, ο θάνατος θεωρούνται απλώς ενστάσεις κατά της ζωής. «Ο άνθρωπος είναι αθώος, οκνός, αθάνατος, ευτυχισμένος – ιδίως αυτή η έννοια της ‘απόλυτης επιθυμίας’ είναι που πρέπει να κατακριθεί». Ο Νίτσε απορρίπτει με πάθος αυτήν την μοναστική vita contemplativa (ζωή στοχασμού, όχι δράσης), αυτό το ‘Σάββατο όλων των Σαββάτων’ του Αυγουστίνου. Επαινεί τον Λούθηρο που έθεσε ένα τέρμα στην vita contemplativa. Η μελωδία της μάχης και του μόχθου αντηχεί στο σημείο αυτό δυνατά και καθαρά. Ο τρόπος που προφέρουμε αυτές τις λέξεις σήμερα είναι αυτός που πρωτακούσαμε από τον Νίτσε.

 

Αποκαλούμε τον Νίτσε φιλόσοφο του ηρωισμού. Όμως αυτή είναι μόνο η μισή αλήθεια αν δεν τον δούμε παράλληλα ως τον φιλόσοφο της δράσης. Θεωρούσε τον εαυτό του ως το κοσμοϊστορικό αντίβαρο στον Πλάτωνα. Τα ‘έργα’ δεν προκύπτουν από την επιθυμία για επίδειξη, ούτε από την παραδοχή ‘υπερκόσμιων’ αξιών, αλλά από την πράξη, από τις επαναλαμβανόμενες ενέργειες. Ο Νίτσε επιστρατεύει μία διάσημη αντίθεση για να το κάνει σαφές: «Πρώτα και πάνω από όλα είναι η εργασία. Και αυτό σημαίνει άσκηση, άσκηση, άσκηση! Η συνεπαγόμενη πίστη θα ακολουθήσει – όσο γι’ αυτό μπορείτε να είστε βέβαιοι». Ο Νίτσε αντιτείνει στην χριστιανική προγραφή της πολιτικής σφαίρας, του πεδίου της πράξης εντέλει, μία θέση που επίσης υπερκέρασε την αντίθεση μεταξύ Καθολικισμού και Προτεσταντισμού (εργασία και πίστη): «Πρέπει κανείς να εξασκεί τον εαυτό του όχι στο να δυναμώσει τις συναισθηματικές του αξίες, αλλά στην δράση. Πρέπει να γνωρίζει κανείς πώς να κάνει κάτι». Με αυτόν τον τρόπο επανέφερε την αγνότητα στο πεδίο της πράξης, στο πεδίο της πολιτικής.

 

Οι ‘αξίες’ του Νίτσε δεν έχουν καθόλου να κάνουν με το Υπερπέραν, επομένως δεν μπορούν να αποκρυσταλλωθούν σε δόγμα. Μέσα μας, παλεύουν να βγουν στην επιφάνεια. Υπάρχουν μόνο όσο εμείς είμαστε υπεύθυνοι για αυτές. Όταν ο Νίτσε προειδοποιεί: «Να είστε αληθινοί απέναντι στη Γη!», μας υπενθυμίζει την ιδέα που είναι ριζωμένη στη δύναμή μας αλλά δεν ελπίζει να ‘πραγματωθεί’ σε κανένα μακρινό Υπερπέραν. Δεν έχει νόημα να επισημαίνει κανείς αυτόν τον ‘εγκόσμιο’ χαρακτήρα των αξιών του Νίτσε, αν την ίδια στιγμή δεν θέλει να αντικρούσει την άποψη ότι οι αξίες ‘πραγματώνονται’ μέσω της δράσης. Υπάρχει κάτι το κατώτερο που προσάπτεται πάντα στην ‘πραγμάτωση’ δεδομένων αξιών, είτε πρόκειται για ιδέες εγκόσμιου είτε υπερκόσμιου χαρακτήρα…

 

Η ιεραρχία των αξιών του Νίτσε εναντιώνεται σε αυτήν του ιερατείου. Η κριτική της θρησκείας είναι κριτική του ιερατείου και εκπηγάζει από την οπτική γωνία του πολεμιστή, αφού ο Νίτσε αποδεικνύει πως ακόμη και η προέλευση της θρησκείας έγκειται στο πεδίο της εξουσίας. Αυτό εξηγεί την μοιραία αντίφαση της ηθικής που βασίζεται στην χριστιανική φιλοσοφία. «Για να διασφαλιστεί η κυριαρχία των ηθικών αξιών, πρέπει να επιστρατευτούν κάθε είδους ανήθικες δυνάμεις και πάθη. Η ανάπτυξη των ηθικών αξιών είναι το έργο ανήθικων παθών και παραγόντων». Η ηθική, συνεπώς, είναι δημιούργημα της ανηθικότητας. «Πώς να φέρουμε την αρετή στην εξουσία: αυτή η πραγματεία ασχολείται με την πολιτική της αρετής». Διδάσκει για πρώτη φορά πως «δεν μπορεί κανείς να επιφέρει τη βασιλεία της αρετής με τα ίδια μέσα που μετέρχεται για την εδραίωση οποιουδήποτε κανόνα και πολύ περισσότερο μέσω της αρετής. Πρέπει κανείς να είναι πολύ ανήθικος ώστε να παραγάγει αρετή μέσω των πράξεων». Ο Νίτσε αντικαθιστά την ηθική φιλοσοφία της αστικής τάξης με την φιλοσοφία της θέλησης για δύναμη – με άλλα λόγια, με την φιλοσοφία της πολιτικής. Εάν, κάνοντάς το, γίνεται απολογητής του ‘ασυνείδητου’, αυτό το ‘ασυνείδητο’ δεν μπορεί να εκληφθεί με όρους ψυχολογίας του βάθους. Εδώ η έννοια δεν έχει να κάνει με τις ενστικτώδεις και ασυνείδητες ορμές του ατόμου. Εδώ το ‘ασυνείδητο’ σημαίνει περισσότερο το ‘τέλειο’ και το ‘ικανό’. Και πέρα από αυτά, σημαίνει επίσης την ζωή σαν τέτοια, τον οργανισμό, την ‘σπουδαία αιτία’ του σώματος.

 

Η συνείδηση είναι μονάχα ένα εργαλείο, μία λεπτομέρεια στην ολότητα της ζωής. Σε αντίθεση με την φιλοσοφία του συνειδητού, ο Νίτσε διακηρύσσει την αριστοκρατία της φύσης. Όμως για χιλιάδες χρόνια, μία ψυχοφθόρα ηθική αντιπάλευε την αριστοκρατία των δυνατών και υγιών. Όπως ο Εθνικοσοσιαλισμός, έτσι κι ο Νίτσε έβλεπε στο κράτος, στην κοινωνία, το ‘μεγάλο κάτεργο της ζωής’, υπεύθυνο για την αποτυχία κάθε ζωής απέναντι στην ίδια τη ζωή.  «Το ζωικό είδος απαιτεί να εκλείψουν οι απροσάρμοστοι, οι ασθενικοί, οι εκφυλισμένοι. Όμως ο χριστιανισμός ως δύναμη συντήρησης, απευθύνεται κυρίως σε όλους αυτούς». Εδώ ακριβώς συναντάμε την βασική αντίθεση: πρέπει κανείς να πορευθεί είτε στα πλαίσια μίας φυσικής ζωής, είτε στα πλαίσια της ισότητας όλων των ψυχών απέναντι στο Θεό. Εν τέλει, η ιδέα της δημοκρατικής ισότητας στηρίζεται πάνω σε αυτό το τελευταίο συμπέρασμα. Το πρώτο συμπέρασμα περιέχει τις θεμέλιες λίθους μίας νέας πολιτικής. Χρειάζεται ανείπωτη τόλμη να στηρίξεις μία θέση στην έννοια της φυλής. Το φυσικό απότοκο είναι μία νέα τάξη πραγμάτων. Είναι ακριβώς αυτή η τάξη που ο Νίτσε ανέλαβε να εγκαθιδρύσει σε αντίθεση με την τότε υπάρχουσα.

 

Εν όψει της συντριπτικής δύναμης της φυλής, τι γίνεται με το άτομο; Επιστρέφει – ως ένα μοναδικό μέλος στην κοινότητα. Το ένστικτο της αγέλης βασικά είναι εντελώς διαφορετικό από το ένστικτο μίας ‘αριστοκρατικής κοινωνίας’, αποτελούμενης από δυνατούς ανθρώπους, σύμφωνους προς τη φύση, που αρνούνται να επιτρέψουν στα βασικά ένστικτά τους να μαραζώσουν προς χάριν ενός μετριοπαθούς μέσου όρου – ανθρώπους που ξέρουν πώς να χαλιναγωγούν και να ελέγχουν τα πάθη τους, αντί να τα εξασθενίζουν ή να τα εξαλείφουν. Και αυτή η άποψη δεν πρέπει να ιδωθεί μέσα από ένα πρίσμα ατομικισμού. Για πολύ καιρό θα πρέπει τα συναισθήματα να τίθενται υπό ‘τυραννικό’ έλεγχο. Και αυτός μπορεί να επιτευχθεί μόνο από μία κοινότητα, μία φυλή, έναν λαό…»

 

 

Alfred Baeumler, Studien zur deutschen Geistesgeschichte (Berlin: Junker und Duennnhaupt Verlag, 1937), σελ. 283-285, 288-294

 

Μετάφραση: Δ.Η.