Κύπρος Γη Ελληνική

«Πόλις μετά πόλιν κτίζεται παρά των Ελλήνων, παρελθόντος δε του χρόνου ο ελληνικός πολιτισμός απλούται καθ άπασαν την νήσον και η ασιανή θεά των Φοινίκων έγεινεν ήδη η ωραία αφρογενής θεά, η μήτηρ του έρωτος, η Κύπρις ήτις έχει οιονεί άθυρμα αυτής την ευώδη νήσον. Τότε δε μάλιστα ήρχισεν η ακμή της νήσου …. κατ‘ ολίγον δ ανεπτύχθη εκτάκτως το εμπόριον, η ναυτιλίαμ η γεωργία και αι τέχναι ….»

Η ιστορία της Κύπρου, χάνεται ανάμεσα σε θρύλους και παραδόσεις στα βάθη μακρινών χιλιετιών. Άρρηκτους δεσμούς με την Ελλάδα, δημιούργησαν οι Αχαιοί αρχικά οι οποίοι άρχισαν να έρχονται για να εγκατασταθούν στο νησί από τον 15ο αιώνα π.Χ. Τα αχαϊκά φύλα που εγκαταστάθηκαν στο νησί, Αρκάδες από την Ολυμπία, τη Τριφυλλία και την Πισάτιδα, εξελλήνισαν την νήσο. Οι έκτοτε σχέσεις Αρκάδων και Κύπρου παρέμειναν ιδιαίτερες και μάλιστα το τοπωνύμιο «Αχαιών Ακτή», στα βόρεια παράλια του νησιού και όπως αργότερα καταμαρτυρεί ο Στράβων, υποδηλώνει το σημείο στο οποίο αποβιβάσθηκαν οι πρώτοι Αχαιοί. Η Κύπρος από τότε ακολουθούσε την ιστορική πορεία του Ελληνισμού. Ήρωες του Τρωικού πολέμου ίδρυσαν τις μεγαλύτερες πόλεις. Ο Τεύκρος ο Σαλαμίνιος, αδελφός του Αίαντα, ίδρυσε τη Σαλαμίνα της Κύπρου (η κατοπινή Αμμόχωστος), ο Αγαπήνορας από την Αρκαδία τη Πάφο, ο Κηφέας (ηγεμόνας της Κερύνειας, μικρό χωριό σήμερα στην Αχαία) ίδρυσε την Κυρήνεια της Κύπρου, ο Πράξανδρος από τη Λακωνία τη Λάπαθο (τη σημερινή Λάπηθο). Η συγχώνευση των αποίκων από την μητροπολιτική Ελλάδα με τα παλαιότερα πελασγικά φύλα που ήδη κατοικούσαν στη Κύπρο με γενάρχη τους τον Κίνυρα, βασιλιάς και ιερέας του ναού της Αφροδίτης στη Παλαίπαφο, υπήρξε αρμονική.

Η θεά Αφροδίτη, σχετίσθηκε πολύ με τους μύθους και με το νησί και λατρεύτηκε καθιστάμενη σύμβολό του. Στα ομηρικά έπη η Αφροδίτη αναφέρεται ως «Κύπρις» . Εκτός από τη θεότητα της Αφροδίτης, στη Κύπρο λατρεύτηκαν και οι υπόλοιπες αρχαίες ελληνικές θεότητες ακλουθώντας τις συναφείς τελετές. Χαρακτηριστικότερη όμως υπήρξε η λατρεία της Όρθιας Αρτέμιδος, λατρεία η οποία προήλθε από την αρχαία Σπάρτη.

Η Κύπρος εξελίχθηκε σε έναν ατόφιο ελληνικό τόπο, συμμετέχοντας στις πολιτιστικές, πολιτικές και οικονομικές διεργασίες του ελληνικού κόσμου.

Από την Αργολίδα και τη Κρήτη μετά το 1100 π.Χ., κατέφθασαν μαζικά και εγκαταστάθηκαν και άλλοι Έλληνες στο νησί. Από το πολύπαθο νησί πέρασαν πολλοί κατακτητές (Ασσύριοι, Πέρσες, Ρωμαίοι, Άραβες, Ναϊτες ιππότες, Ενετοί, Οθωμανοί Τούρκοι και Άγγλοι) και δόθηκαν αμέτρητοι αγώνες. Όλους τους διέκρινε ένα κοινό, η λυσσώδης προσπάθεια αφελληνισμού των Κυπρίων, χρησιμοποιώντας βία και καταπίεση στην εκδήλωση της γλώσσας και της θρησκείας. Παρά όλα αυτά, η εθνική επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού υπήρξε απαράμιλλη προκαλώντας κατάπληξη.

Προχωρώντας τα χρόνια, στη νεότερη ιστορία ο κυπριακός ελληνισμός παρακολουθεί τη πορεία της Ελλάδος προς την Εθνεγερσία και μάλιστα ενεπλάκη, συχνά κατά τρόπο δραματικό σε αυτή. Στον Απελευθερωτικό Αγώνα του 1821, πολλοί επιφανείς Κύπριοι και λαϊκοί μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρία η οποία μεταξύ 1810-1821, είχε αναπτύξει έντονη δραστηριότητα στο νησί.

Η εκδικητική μανία των Οθωμανών, δεν άφησε τη Κύπρο απ’ έξω. Τον «μαύρο» Ιούλιο του 1821 και ενώ η Ρούμελη και ο Μωριάς είχαν απελευθερωθεί, οι Τούρκοι εξαγριωμένοι έπαιρναν την εκδίκηση τους απαγχονίζοντας στη Κύπρο περισσότερους από 200 κληρικούς και προύχοντες οι οποίοι αποτελούσαν τη πνευματική και κοινοτική ηγεσία των υπόδουλων Κυπρίων. Την ίδια εποχή, δημεύθηκαν και δημοπρατήθηκαν οι περιουσίες των εκκλησιών προς όφελος των εντόπιων αγάδων. Ανάμεσα στα γεγονότα που λάβαιναν μέρος εις βάρος του ελληνισμού (σφαγές, βιαιοπραγίες, εκτοπίσεις κλπ) σε διάφορα μέρη, η Κύπρος δεν εξαιρείτο από αυτά.

Τον Δεκέμβριο του 1821, αποστολή αποτελούμενη από Κύπριους κληρικούς και λαϊκούς, μετέβη στη Ρώμη προσπαθώντας να πείσει τον Πάπα και τη Χριστιανική Δύση για την σύμπραξη των υπόδουλων Κυπρίων με το επαναστατημένο Έθνος και την Ένωση με αυτό. Πολλοί Κύπριοι πολέμησαν στην Επανάσταση του 1821, στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Ελλάδος σώζεται ακόμα η σημαία των Κύπριων αγωνιστών του 1821, φέρουσα κεντημένη την επιγραφή «ΣΗΜΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΤΡΗΣ ΚΥΠΡΟΥ».

 

%ce%b2%ce%b7%ce%ba%ce%be

 

Τον Αύγουστο του 1828, εκδηλώθηκε επίσημα η καθολική επιθυμία του λαού της Κύπρου για την Ένωση με την Ελλάδα, στέλνοντας υπόμνημα στον Ιωάννη Καποδίστρια. Το 1833 ξέσπασε εξέγερση στη Καρπασία με επικεφαλή τον μοναχό Ιωννίκιο αναγκάζοντας την οθωμανική διοίκηση να μεταφέρει στρατεύματα μέχρι τη Συρία για να την καταστείλει. Ο Ιωννίκιος και άλλοι 13 Συναγωνιστές του, συνελήφθησαν και θανατώθηκαν.

Το 1850, ιδρύθηκαν σχολεία και μετεκλήθησαν επώνυμοι εκπαιδευτικοί από την Ελλάδα και τη Κωνσταντινούπολη. Οικοδόμησαν μια εκπαιδευτική παράδοση κυρίως μέσω του «Παγκύπριου Γυμνασίου». Η σχέση των σχολείων της Κύπρου με μεγάλα πνευματικά ελληνιστικά κέντρα, ενίσχυσαν τη μετάγγιση του νεοελληνικού μεγαλοϊδεατισμού με αποτέλεσμα την άνοδο της ενωτικής ιδεολογίας.

Το 1878, η έναρξη της Αγγλοκρατίας αναζωπύρωσε τους πόθους για την Ένωση. Το 1895 πραγματοποιήθηκαν πάνδημα συλλαλητήρια σε όλες τις πόλεις της Κύπρου, με αίτημα την Ένωση, «πόθον ου την εκπλήρωσιν προαιωνίως ο ελληνικός πληθυσμός ατενίζει». Το 1897 δεκάδες Κύπριοι κατετάγησαν εθελοντές στον Ελληνικό Στρατό, ενώ η βρετανική διοίκηση απέλασε Ελλαδίτες καθηγητές με τη δικαιολογία της ενωτικής προπαγάνδας.

Ο πόθος της Ένωσης, εκφράσθηκε καθολικά στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913. Περίπου 2.000 εθελοντές Κύπριοι κατετάγησαν στον Ελληνικό Στρατό και αγωνίσθηκαν στα μέτωπα της Ηπείρου και της Μακεδονίας. «Υπέρ Πατριδός», έπεσαν 46 από αυτούς.

Το 1915 οι Αγγλογάλλοι, προσπαθώντας να πείσουν την Ελλάδα να πολεμήσει στο πλευρό τους, προσέφεραν τη Κύπρο. Η κυβέρνηση Ζαΐμη τότε, δε το αποδέχθηκε εμμένοντας στην ουδετερότητα. Όταν μετέβη Κυπριακή αποστολή στο Λονδίνο, θέτοντας το ενωτικό αίτημα, η Τουρκία και η παγκόσμια Βρετανοισραϊλιτική Ομοσπονδία διαμαρτυρήθηκαν. Το 1925 το Λονδίνο ανακήρυξε και επίσημα τη Κύπρο «Αποικία του Στέμματος».

Το 1922, εμφανίσθηκε για μοναδική φορά η μαζική μετανάστευση Τούρκο»κυπρίων» στη Τουρκία με την ενθάρρυνση της Άγκυρας.

Κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρά τους περιορισμούς της αποικιοκρατίας πάνω από 32.000 νέοι Κύπριοι κατέφθασαν στην Ελλάδα και πολέμησαν στα βουνά της Βορείου Ηπείρου. Με τη λήξη του πολέμου και παρά τις διαδικασίες για την ενσωμάτωση του νησιού στον εθνικό κορμό, αυτή δεν επετεύχθη.

Το 1950, το νησί έφτασε στη κορυφαία στιγμή μέσω του περίφημου δημοψηφίσματος (15 Ιανουαρίου). Το αποτέλεσμα αυτού: 95,7 υπέρ της Ενώσεως. Όμως ξανά, και αυτή η προσπάθεια πέφτει στο κενό.

Τη περίοδο 1955-1959, ο Γεώργιος Γρίβας-Διγενής με τα «λιοντάρια» του και τη θρυλική ΕΟΚΑ, ξεκινάνε ένοπλο αγώνα με μοναδικό πόθο την απελευθέρωση από τον αγγλικό ζυγό και την Ένωση με την Ελλάδα. Πάνω από 200 Ελληνοκύπριοι, ανεξαρτήτου ηλικίας, ανάμεσά τους άνδρες και γυναίκες έπεσαν υπέρ πατρίδος.

Το πρωινό της 11ης Φεβρουαρίου του 1959, αιφνιδίως ανακοινώθηκε ότι απήλθε συμφωνία για το Κυπριακό μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας, στη βάση της ανεξαρτησίας. Λίγο αργότερα υπογράφεται η «προδοτική» συνθήκη Ζυρίχης-Λονδίνου μέσω της οποίας η Τουρκία απέκτησε υπερπρονόμια εξασφαλίζοντας αντιδημοκρατικά υψηλά ποσοστά στη διοίκηση και στα αξιώματα του νέου κράτους, τα οποία της έδιναν το δικαίωμα να παραλύει ή να τορπιλίζει κατά βούληση κάθε κρατική λειτουργία.

Τα αιματηρά γεγονότα που διαδραματίστηκαν τον Δεκέμβριο του 1963 μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκο»κυπρίων», έφεραν πολλά δεινά στην Κύπρο με αποκορύφωμα, 11 χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974, την de facto και την συνεχιζόμενη τουρκική στρατιωτική κατοχή του βορείου τμήματος της νήσου. Στις 30 Δεκεμβρίου, προσυπογράφεται συμφωνία για κατάπαυση πυρός, ενώ είχε προηγηθεί η παρέμβαση των Βρετανών ως ειρηνευτών. Ο τότε Διοικητής των βρετανικών βάσεων χαράσσει τη λεγόμενη «Πράσινη Γραμμή» σε χάρτη της Λευκωσίας με πράσινο μελάνι. Η γραμμή αυτή ξεκινούσε από το Λήδρα Πάλας, περνούσε από τη Πύλη Πάφου και συνέχιζε στη περιοχή Αγίου Κασσιανού καταλήγοντας στη περιοχή Καϊμακλίου-Β. Πόλου. Βέβαια, τα αιματηρά επεισόδια και οι σφοδρές συγκρούσεις δε σταμάτησαν.

Το καλοκαίρι του 1974, παίχτηκε η τελευταία σκηνή του δράματος. Οι Τούρκοι εισβάλλουν στη Κύπρο. 20 Ιουλίου και 14 Αυγούστου η ιστορία του νησιού γράφεται με μαύρα γράμματα. Η προδοσία των κυβερνητικών και στρατιωτικών αρχών σε Ελλάδα και Κύπρο πότισε με άφθονο αίμα Ελλαδιτών και Κυπρίων το χώμα της μαρτυρικής Νήσου. Ελληνοκύπριοι άμαχοι, βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν, κρεμάστηκαν, Ελληνοκύπριοι και Ελλαδίτες στρατιωτικοί τραυματίστηκαν ελαφρά, βαριά, θανάσιμα, εκτελέστηκαν εν ψυχρώ ή αιχμαλωτίστηκαν από τον Τούρκο κατακτητή.

Μέχρι και σήμερα, το 38% της Νήσου είναι στα χέρια των κατακτητών.

 

Σ.Μ.